Καρκίνος του λάρυγγα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καρκίνος του λάρυγγα
Ταξινόμηση και εξωτερικές πηγές
Καρκίνος του λάρυγγα όπως φαίνεται με ενδοσκόπιο.
Ταξινόμηση ICD-10C32
Ταξινόμηση ICD-9161
MeSHD007822

Ο λαρυγγικός καρκίνος (Ca λάρυγγα) είναι μια μορφή κακοήθειας της ευρύτερης ανατομικής περιοχής κεφαλής και τραχήλου, που συνήθως εμφανίζεται σε άτομα της μέσης ηλικίας, άνω των 60 ετών. Διάφοροι προδιαθεσικοί και όχι μόνο παράγοντες μπορεί να ενέχονται στην παθογένειά της, με πιο πιθανούς το κάπνισμα, την κακή διατροφή και ιδιαίτερα την υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, το οικογενειακό ιστορικό, αλλά και τη συστηματική και χρόνια έκθεση σε χημικές ουσίες. Πρώιμα συμπτώματα που εκδηλώνονται στον ασθενή μπορούν να οδηγήσουν σε έγκαιρη διάγνωση της ασθένειας, η οποία κατατάσσεται σε διάφορα στάδια. Η πρόγνωσή της, ειδικά στα πρώτα από αυτά, είναι σχετικά καλή, με 5ετή επιβίωση σε ποσοστό άνω του 70%. Αντίθετα, η επιβίωση ασθενών που βρίσκονται σε προχωρημένα στάδια είναι πολύ περιορισμένη, καθώς η περίπτωσή τους είναι ανεγχείρητη.

Συμπτώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανατομικές δομές του ανθρώπινου λάρυγγα

Υπόνοιες για την ύπαρξη καρκίνου του λάρυγγα θα πρέπει να εγερθούν όταν ο ασθενής παρουσιάσει κάποια χαρακτηριστικά σημεία[1] όπως δυσκαταποσία, βράγχος φωνής, οίδημα στην τραχηλική περιοχή[2] ή και διόγκωση των επιχώριων λεμφαδένων, πόνος ή και δυσκολία κατά την αναπνοή, δύσοσμη απόπνοια, πληκτροδακτυλία, κόπωση ή ανεξήγητη απώλεια βάρους (τα δύο τελευταία όχι ειδικά για τη συγκεκριμένη νόσο).

Τρόπος διάγνωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάγνωση του λαρυγγικού καρκίνου επιβεβαιώνεται με ενδοσκόπηση (λαρυγγοσκόπηση) με τη χρήση ειδικού οργάνου (λαρυγγοσκόπιο) και αφού έχει προηγηθεί ήπια αναισθητοποίηση της περιοχής. Επιπρόσθετα και με σκοπό την εξακρίβωση της επέκτασης της νόσου, γίνεται αξονική ή και μαγνητική τομογραφία, όπως και υπερηχοτομογραφία.

Ιστολογική εξέταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόσου τεκμηριώνονται με τά τη λήψη ιστοτεμαχίου από τη βλάβη (βιοψία) και την ιστολογική εξέταση.

Θεραπεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον επιμέρους έλεγχο για τη μη ύπαρξη μεταστάσεων (κάτι σπάνιο στα αρχικά στάδια της ασθένειας) εφαρμόζεται χειρουργική επέμβαση και σε ορισμένες περιπτώσεις προληπτική ακτινοβόληση της περιοχής του τραχήλου.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]