Μετάβαση στο περιεχόμενο

Καλαβούν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Καλαβούν
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
المنصور سيف الدين قلاوون (Αραβικά)
Γέννηση1222ή1223
Θάνατος10  Νοεμβρίου 1290
Κάιρο
Χώρα πολιτογράφησηςEgypt in the Middle Ages
ΘρησκείαΙσλάμ
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑιγυπτιακά Αραβικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης
ηγεμόνας
διοικητής
σουλτάνος
Οικογένεια
ΤέκναAl-Ashraf Khalil
Αλ-Νασίρ Μουχαμάντ
ΣυγγενείςΑλ Σαΐντ Μπαρακά (γαμπρός)
ΟικογένειαΜαμελούκοι Μπαχρί
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Πόλεμοι/μάχεςΖ΄ Σταυροφορία, Δεύτερη μάχη της Χομς και Άλωση της Τρίπολης (1289)
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΣουλτάνος της Αιγύπτου (1279–1290)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Καλαβούν ας-Σαλιχί, αραβ.: قلاوون الصالحي (π.1222 – 10 Νοεμβρίου 1290) ήταν ο 7ος σουλτάνος Μπαχρί Μαμελούκος τής Αιγύπτου. Κυβέρνησε από το 1279 έως το 1290. Ονομαζόταν αλ-Μανσούρ Καλαβούν (المنصور قلاوون, «ο νικηφόρος Καλαβούν»). [1] Αφού ανήλθε στην εξουσία στην αυλή των Μαμελούκων και στους κύκλους τής ελίτ, ο Καλαβούν τελικά κατείχε τον τίτλο τού «νικηφόρου βασιλιά» και απέκτησε de facto εξουσία στο σουλτανάτο. Είναι ο ιδρυτής τής δυναστείας των Καλαβουνιδών, που κυβέρνησε την Αίγυπτο για πάνω από έναν αιώνα.

Ο τότε σουλτάνος Μπαρακά εξορίστηκε, και φημολογείται ότι δηλητηριάστηκε από τον Καλαβούν. Στη συνέχεια ο Καλαβούν κήρυξε πόλεμο εναντίον των Σταυροφόρων, καταλαμβάνοντας αρχικά εδάφη που κατείχε η κομητεία τής Τρίπολης, και αργότερα νικώντας τους ολοκληρωτικά το 1289. Η Άκρα, ένα σημαντικό οχυρό των Σταυροφόρων, πολιορκήθηκε από τον Καλαβούν, αλλά καταλήφθηκε μόνο από τον γιο του αλ-Ασράφ Χαλίλ, καθώς ο πρώτος απεβίωσε πριν κερδηθεί η πολιορκία το 1291. Ο γιος του, Χαλίλ, τον διαδέχθηκε ως σουλτάνος.

Βιογραφία και άνοδος στην εξουσία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καλαβούν ήταν Κιπτσάκος (ie Κουμάνος, λαός που ζούσε μεταξύ τού Εύξεινου Πόντου και τής Κασπίας Θάλασσας) από τη Μπουρτζ Ογκλί φυλή, που ήταν η ίδια φυλή με τον προηγούμενο Μαμελούκο σουλτάνο Μπαϋμπάρ. Και οι δύο πιθανότατα πωλήθηκαν ως σκλάβοι κατά τη διάρκεια των μογγολικών εισβολών στα εδάφη των Κιπτσάκων στις δεκαετίες τού 1220 και τού 1230. Έτσι όταν ήταν 14 ετών ο Καλαβούν μεταφέρθηκε από δουλέμπορους στην Αίγυπτο, η οποία βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Αγιουβιδών εκείνη την εποχή. [2] Στη συνέχεια αγοράστηκε ως μαμελούκος (σκλάβος στρατιώτης) κάποια στιγμή στις δεκαετίες τού 1230 ή του 1240, από έναν μαμελούκο εμίρη (διοικητή), τον οποίο διαφορετικές ιστορικές πηγές ονομάζουν είτε 'Αλά αλ-Ντιν Ακσουνκούρ αλ-Καμιλί (μαμελούκος τού σουλτάνου αλ-Καμίλ), είτε 'Αλά αλ-Ντιν Ακσουνκούρ αλ-Σακί αλ-'Αντιλί (μαμελούκος τού σουλτάνου αλ-Αντίλ Β΄). [3] Αγοράστηκε στην ασυνήθιστα υψηλή τιμή των χιλίων δηναρίων, γεγονός που τού χάρισε το παρωνύμιο αλ-Αλφί ("ο των Χιλίων"). [3]

Ο Καλαβούν αρχικά μιλούσε ελάχιστα αραβικά, αλλά ανέβηκε σε δύναμη και επιρροή, και έγινε εμίρης υπό τον σουλτάνο Μπαϋμπάρς, [α] τού οποίου ο γιος, αλ-Σαΐντ Μπαρακά, νυμφεύτηκε την κόρη τού Καλαβούν. Ο Μπαϋμπάρς απεβίωσε το 1277, και τον διαδέχθηκε ο Μπαρακά. Στις αρχές του 1279, καθώς ο Μπαρακά και ο Καλαβούν εισέβαλαν στη Μικρή Αρμενία (Κιλικία), μία εξέγερση στην Αίγυπτο ανάγκασε τον Μπαρακά να παραιτηθεί κατά την επιστροφή του στην πατρίδα του. Τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Σολαμίς, αλλά ο Καλαβούν, που ενεργούσε ως ατάμπεης, ήταν ο πραγματικός κάτοχος τής εξουσίας. Επειδή ο Σολαμίς ήταν μόλις επτά ετών, ο Καλαβούν υποστήριξε ότι η Αίγυπτος χρειαζόταν έναν ενήλικο ηγεμόνα, και ο Σολαμίς στάλθηκε εξόριστος στην Κωνσταντινούπολη στα τέλη τού 1279. [5] [6] Ως αποτέλεσμα, ο Καλαβούν πήρε τον τίτλο αλ-Μαλίκ αλ-Μανσούρ («ο νικηφόρος βασιλιάς»).

Ο κυβερνήτης τής Δαμασκού, Σουνκούρ αλ-Ασκάρ, αντιτάχθηκε στην άνοδο τού Καλαβούν στην εξουσία, και αυτοανακηρύχθηκε σουλτάνος. Η διεκδίκηση τής ηγεσίας τού Σουνκούρ, ωστόσο, αποκρούστηκε το 1280, όταν ο Καλαβούν τον νίκησε στη μάχη. [7] Το 1281 ο Καλαβούν και ο Σουνκούρ συμφιλιώθηκαν για λόγους ευκολίας, όταν ο Αμπακά Χαν, επικεφαλής τού Ιλχανάτου, εισέβαλε στη Συρία. Ο Καλαβούν και ο Σουνκούρ συνεργαζόμενοι, απέκρουσαν με επιτυχία την επίθεση τού Αμπακά στη Β΄ Μάχη τού Χομς.

Ο Μπαρακά, ο Σολαμίς και ο αδελφός τους Χαντίρ εξορίστηκαν στο αλ-Καράκ, το πρώην κάστρο των Σταυροφόρων. Ο Μπαρακά απεβίωσε εκεί το 1280 (φημολογούνταν ότι ο Καλαβούν τον δηλητηρίασε) και ο Χαντίρ απέκτησε τον έλεγχο τού κάστρου μέχρι το 1286, όταν ο Καλαβούν το ανέλαβε απευθείας.

Το 1282 ίδρυσε το Ριμπάτ αλ-Μανσουρί, ένα ribat (ξενώνα) δίπλα στο Χαράμ ας-Σαρίφ στην Ιερουσαλήμ. Το κοντινό Ριμπάτ Κουρτ αλ-μανσουρί ιδρύθηκε από τον Κουρντ αλ-Μανσουρί, έναν Μαμελούκο τού Καλαβούν. [8]

Η διπλωματία των Μαμελούκων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η πολιορκία τής Τρίπολης από τους Μαμελούκους τού Καλαβούν το 1289.

Όπως είχε κάνει και στο παρελθόν ο Μπαϋμπάρς, ο Καλαβούν σύναψε συνθήκες ελέγχου γης με τα υπόλοιπα σταυροφορικά κράτη, στρατιωτικά τάγματα και μεμονωμένους άρχοντες, που επιθυμούσαν να παραμείνουν ανεξάρτητοι. Αναγνώρισε την Τύρο και τη Βηρυτό ως ξεχωριστά από το βασίλειο τής Ιερουσαλήμ, το οποίο είχε πια περιοριστεί την Άκρα. [9] Οι συνθήκες ήταν πάντα υπέρ τού Καλαβούν, και η συνθήκη του με την Τύρο όριζε, ότι η πόλη δεν θα κατασκεύαζε νέες οχυρώσεις, θα παρέμενε ουδέτερη στις συγκρούσεις μεταξύ των Μαμελούκων και άλλων Σταυροφόρων, και ότι ο Καλαβούν θα είχε τη δυνατότητα να εισπράττει τους μισούς φόρους τής πόλης.

Το 1281 ο Καλαβούν διαπραγματεύτηκε επίσης μία συμμαχία με τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο τής Αυτοκρατορίας των Ρωμαίων, για να ενισχύσει την αντίσταση εναντίον τού Καρόλου Α΄ τής Νάπολης, ο οποίος απειλούσε τόσο την Αυτοκρατορία, όσο και το βασίλειο τής Ιερουσαλήμ. Το 1290 σύναψε εμπορικές συμμαχίες με τη Δημοκρατία τής Γένοβας και το βασίλειο τής Σικελίας.

Πόλεμοι εναντίον των Σταυροφορικών κρατών

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Το συγκρότημα Καλαβούν (μαυσωλείο-ιεροδιδασκαλείο-νοσοκομείο [maristan]) στην οδό Muizz, Bayn al-Qasrayn, Αίγυπτος.

Απτόητος από τους όρους αυτών των νεοσύστατων συνθηκών ειρήνης, ο Καλαβούν λεηλάτησε το «απόρθητο» φρούριο των Ιωαννιτών στο Μαργκάτ το 1285, και εγκατέστησε εκεί μία φρουρά Μαμελούκων. Κατέλαβε επίσης και κατέστρεψε το κάστρο τής Μαράκλεα. Κατέλαβε τη Λαττάκεια το 1287 και την Τρίπολη στις 27 Απριλίου 1289, τερματίζοντας έτσι την κομητεία τής Τρίπολης των Σταυροφόρων. Η πτώση τής Τρίπολης το 1289 υποκινήθηκε από τους Βενετούς και τους Πιζανούς, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στην αυξανόμενη Γενουατική επιρροή στην περιοχή. Το 1290, ενισχύσεις τού βασιλιά Ερρίκου Δ΄ τής Γερμανίας έφθασαν στην Άκρα, και έσφαξαν μεθυσμένους ειρηνικούς εμπόρους και αγρότες, Χριστιανούς και Μουσουλμάνους.

Ο Καλαβούν έστειλε έναν απεσταλμένο για να ζητήσει εξηγήσεις, και πιο πολύ απ' όλα να απαιτήσει την παράδοση των δολοφόνων για τιμωρία. Η απάντηση των Φράγκων ήταν μοιρασμένη μεταξύ εκείνων που προσπαθούσαν να τον κατευνάσουν, και εκείνων που επιδίωκαν έναν νέο πόλεμο. Μη έχοντας λάβει ούτε εξήγηση, ούτε τους ίδιους τους δολοφόνους, ο Καλαβούν αποφάσισε ότι η δεκαετής εκεχειρία που είχε συνάψει με την Άκρα το 1284 είχε παραβιαστεί από τους Φράγκους. Στη συνέχεια πολιόρκησε την πόλη την ίδια χρονιά. Απεβίωσε στο Κάιρο στις 10 Νοεμβρίου 1290, πριν καταλάβει την πόλη, αλλά η Άκρα καταλήφθηκε τον επόμενο χρόνο από τον γιο και διάδοχό του αλ-Ασράφ Χαλίλ.

Παρά την δυσπιστία τού Καλαβούν προς τον γιο του, ο Χαλίλ τον διαδέχθηκε μετά το τέλος του. Ο Χαλίλ συνέχισε την πολιτική τού πατέρα του να αντικαθιστά τους Τούρκους Μαμελούκους με Κιρκάσιους, κάτι που τελικά οδήγησε σε σύγκρουση εντός των τάξεων των Μαμελούκων. Ο Χαλίλ δολοφονήθηκε από τους Τούρκους το 1293, αλλά η κληρονομιά τού Καλαβούν συνεχίστηκε, όταν ο νεότερος γιος του, αν-Νασίρ Μουχάμαντ, ανέλαβε την εξουσία.

Η πρώτη σύζυγος τού Καλαβούν ήταν η Φατιμά Χατούν, γνωστή ως Ουμ Σαλίχ. [10] Ήταν κόρη τού Σαΐφ αντ-Ντιν Καρμούν (Καραμούμ), ενός Μογγόλου διοικητή από τη Χρυσή Ορδή, που είχε ενσωματώσει τους Μαμελούκους. [11] Παντρεύτηκαν το 1265–66. Ήταν μητέρα τού μεγαλύτερου γιου του:

  • ας-Σαλίχ Αλί [12] (απεβ. 2 Σεπτεμβρίου 1288 [13]) και τής Γκαζίγια Χατούν. [14] Αυτή απεβίωσε το 1283–84, και τάφηκε στο δικό της μαυσωλείο στο Νότιο Νεκροταφείο, στο Κάιρο. [10]

Μετά το τέλος της, αυτός νυμφεύτηκε την αδελφή της, τη χήρα τού Σαΐφ αντ-Ντιν Κουντούκ. [2] Μία άλλη σύζυγος ήταν η Κουτκουτίγια Χατούν. Ήταν η μητέρα τού δεύτερου γιου του, τού σουλτάνου:

Μία άλλη σύζυγος ήταν η Σιτ Ασλούν Χατούν (Ασλούν), κόρη ενός επιφανούς Μογγόλου τού Ιλχανάτου, τού Σουκτάι μπιν Καρατζίν μπιν Τζιγκάν Νουβάν (Σακτάι), ο οποίος επίσης είχε ενταχθεί στους Μαμελούκους. [17] Παντρεύτηκαν το 1282. Ήταν η μητέρα τού τρίτου γιου του, τού σουλτάνου:

  • αν-Νασίρ Μουχαμάντ. [18] [17] Ο Αν-Νασίρ Μουχαμάντ ανατράφηκε και συμπεριφερόταν με μογγολικό τρόπο μέχρι την ηλικία των 29 ετών, μέχρι που άλλαξε η διάθεσή του μετά από μία ασθένεια το 1315, η οποία οδήγησε αυτόν και τους οπαδούς του να «ξυρίσουν τα κεφάλια τους [...], και να εγκαταλείψουν τις μακριές μπούκλες τους». [17]

Μία άλλη σύζυγος ήταν η κόρη τού Αμίρ Σαμς αντ-Ντιν Σουνκούρ αλ-Τακριτί αλ-Ζαχίρι. Παντρεύτηκαν το 1288-89. Ο Καλαβούν, ωστόσο, διέλυσε τον γάμο λίγο αργότερα. [13] Ένας άλλος γιος ήταν ο:

  • Αμίρ Αχμάντ, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού αδελφού του αλ-Ασράφ Χαλίλ. [19] Η κόρη τού Καλαβούν:
  • Γκαζία Χατούν, αρραβωνιάστηκε τον ασ-Σαΐντ Μπαρακά (γιο τού σουλτάνου Μπαϋμπάρς) στις 28 Μαΐου 1276, με προίκα 5000 δηναρίων. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 8 Ιουνίου 1277. [20] Αυτή απεβίωσε τον Αύγουστο του 1288, [21] και τάφηκε στο μαυσωλείο τής μητέρας της. [14] Μία άλλη κόρη ήταν η:
  • Νταρ Μουχατάρ αλ-Τζαουχαρί (Αλτουμίς). Ήταν η σύζυγος τού Μουχτάρ αλ-Τζαουχαρί. [19] Μία άλλη κόρη ήταν η:
  • Νταρ Ανμπάρ αλ-Καμιλί. Ήταν η σύζυγος τού Ανμπάρ αλ-Καμιλί. [19]
  • Συγκρότημα Καλαβούν
  1. Upon the death of Faris ad-Din Aktai in 1254, Bahri Mamluks (including Baibars and Qalawun) fled to an-Nasir Yusuf in Syria,[4] then returned to Egypt during the reign of Qutuz.
  1. Rabbat, Nasser O. (2021). The Citadel of Cairo. Brill. σελ. 136. ISBN 978-90-04-49248-6. When Qalāwūn assumed the throne in 1280, he took the regnal title Πρότυπο:Transliteration (the victorious).
  2. 1 2 Northrup 1998.
  3. 1 2 Northrup 1998, σελ. 66.
  4. Humphreys 1977, σελ. 326.
  5. Dobrowolski, Jarosław (2001). The Living Stones of Cairo. American Univ in Cairo Press. σελ. 18. ISBN 978-977-424-632-6.
  6. Crawford, Paul (2003). The 'Templar of Tyre': Part III of the 'Deeds of the Cypriots'. Ashgate. σελ. 77. ISBN 978-1-84014-618-9.
  7. Michael Chamberlain (2002). Knowledge and Social Practice in Medieval Damascus, 1190-1350. Cambridge University Press. σελ. 99. ISBN 978-0-521-52594-7.
  8. M. H. Burgoyne (1973). «The Continued Survey of the Ribāt Kurd/Madrasa Jawhariyya Complex in Ṭarīq Bāb Al-Ḥadīd, Jerusalem». Levant 5: 12–35. doi:10.1179/lev.1973.5.1.12.
  9. Holt, Peter M. (1995). Early Mamluk Diplomacy, 1260-1290: Treaties of Baybars and Qalāwūn with Christian Rulers. BRILL. σελίδες 106–17. ISBN 90-04-10246-9.
  10. 1 2 Williams, C. (2008). Islamic Monuments in Cairo: The Practical Guide. American University in Cairo Press. σελ. 143. ISBN 978-977-416-205-3.
  11. Vermeulen, Urbain· Smet, Daniel De (1995). Egypt and Syria in the Fatimid, Ayyubid and Mamluk Eras (στα Αγγλικά). Peeters Publishers. σελ. 313. ISBN 978-90-6831-683-4.
  12. Northrup 1998, σελ. 116.
  13. 1 2 Northrup 1998, σελ. 143.
  14. 1 2 Bauden, Frédéric. «The Qalawunids: A Pedigree» (PDF). University of Chicago. Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
  15. Kennedy, H.N. (2001). The Historiography of Islamic Egypt: (c. 950 - 1800). Sinica Leidensia. Brill. σελ. 37. ISBN 978-90-04-11794-5.
  16. Ben-Bassat, Y. (2017). Developing Perspectives in Mamluk History: Essays in Honor of Amalia Levanoni. Islamic History and Civilization. Brill. σελ. 29. ISBN 978-90-04-34505-8.
  17. 1 2 3 Vermeulen, Urbain· Smet, Daniel De (1995). Egypt and Syria in the Fatimid, Ayyubid and Mamluk Eras (στα Αγγλικά). Peeters Publishers. σελ. 314. ISBN 978-90-6831-683-4.
  18. Northrup 1998, σελ. 117.
  19. 1 2 3 Northrup 1998, σελ. 158.
  20. Northrup 1998, σελ. 75.
  21. Northrup 1998, σελ. 142.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]