Καθεδρικός Ναός του Μονρεάλε

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καθεδρικός του Μονρεάλε
Monreale-bjs-1.jpg
Είδοςκαθεδρικός ναός
Αρχιτεκτονικήρομανική αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές Συντεταγμένες38°4′55″N 13°17′31″E
ΘρήσκευμαΚαθολικισμός
Θρησκευτική υπαγωγήΡωμαιοκαθολική αρχιεπισκοπή του Μονρεάλε
Διοικητική υπαγωγήΜονρεάλε[1] και Παλέρμο
ΧώραΙταλία[1]
Έναρξη κατασκευής1174
Προστασίατμήμα μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς (από 2015)
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος

Ο καθεδρικός ναός του Μονρεάλε, ιταλ. duomo di Monreale είναι ένας ναός στο Μονρεάλε της μητροπολιτικής πόλης του Παλέρμο στη Σικελία. Το κτήριο είναι ένα από τα μεγαλύτερα δείγματα Νορμανδικής αρχιτεκτονικής, που υπάρχουν. Ξεκίνησε το 1174 από τον Γουλιέλμο Β΄ της Σικελίας και το 1182 ο ναός αφιερώθηκε στο Γενέθλιο της Παρθένου Μαρίας· τότε ο Πάπας Λούκιος Γ΄ τον αναβάθμισε σε μητροπολιτικό καθεδρικό ναό. Ανήκει στα σημεία Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ ως μέλος του "Αραβο-Νορμανδικού Παλέρμου και των καθεδρικών ναών της Τσεφαλού και του Μονρεάλε".

Το κτήριο είναι εθνικό μνημείο της Ιταλίας και ένα από τα πιο σημαντικά αξιοθέατα της Σικελίας. Οι διαστάσεις του είναι 102 μ. Χ 40 μ.

Η τετράγωνη αυλή της μονής με τη γύρω στοά.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Γουλιέλμος Β΄ της Σικελίας, όταν κυνηγούσε στα δάση κοντά στο Μονρεάλε, κοιμήθηκε κάτω απo μία χαρουπιά. Στο όνειρό του εμφανίστηκε η Παναγία και του υπέδειξε να κτίσε έναν ναό εκεί. Έτσι το δέντρο βγήκε· στις ρίζες του βρέθηκε ένας θησαυρός, του οποίου τα χρυσά νομίσματα χρησιμοποιήθηκαν για το κτίσιμο του ναού. Είναι πιθανό, ότι ο ναός έγινε, όπως και άλλες κατασκευές, κατά τον ανταγωνισμό με τον επίσκοπο του Παλέρμο Βάλτερ Οφάμιλ, όταν αυτός άρχισε τον καθεδρικό του Παλέρμο. Η κατασκευή του ναού στο Μονρεάλε ξεκίνησε το 1172 και επικυρώθηκε δύο έτη μετά με απόφαση (bulla) του πάπα Αλεξάνδρου Γ΄. Οι εργασίες, που περιελάμβαναν και ένα γειτονικό αββαείο, ολοκληρώθηκαν μόλις το 1267· τότε ο ναός εγκαινιάστηκε με την παρουσία του πάπα Κλήμη Δ΄. Το 1178 ο Πάπας Λούκιος Γ΄ ίδρυσε την αρχιεπισκοπή του Μονρεάλε και ο ναός του αββαείου αναβαθμίστηκε σε καθεδρικό. Οι αρχιεπίσκοποι απέκτησαν από τους βασιλείς της Σικελίας ένα ευρύ σύνολο προνομίων και γαιών σε όλη την Ιταλική χερσόνησο.

Το 1270 ο Λουδοβίκος Θ΄ της Γαλλίας, αδελφός του Καρόλου Α΄ της Νάπολης, ενταφιάστηκε εδώ. Το 1547-69 προστέθηκε ένα προστώο στη βόρεια πλευρά, σχεδιασμένο από τους Τζοβάννι Ντομένικο Γκατζίνι και Φάτσι Γκατζίνι, σε αναγεννησιακό ρυθμό. Η οροφή του σχηματίζει σταυροθόλια και στηρίζεται σε ένδεκα τόξα, που ερίδονται σε κορινθιακούς κίονες. Το 1559 προστέθηκε το μεγαλύτερο μέρος του δαπέδου.

Το ημιθόλιο του ιερού βήματος με τον Παντοκράτορα.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αββαείο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ανάκτορο του αρχιεπισκόπου και τα μοναστικά κτήρια της νότιας πλευράς ήταν μεγάλου μεγέθους και μεγαλείου και περιβάλλοντο από από ένα μεγάλο περιφερειακό τείχος, που είχε δώδεκα πύργους ανά διαστήματα. Το μεγαλύτερο μέρος του τείχους έχει επανακτιστεί· από τους πύργους σώζονται, εκτός λίγων τμημάτων, ερείπια· επίσης μεγάλο μέρος από τους κοιτώνες των μοναχών και την τραπεζαρία· σώζεται η εξαίρετη στοά γύρω από την τετράγωνη, εσωτερική αυλή (cloister), που ολοκληρώθηκε το 1200.

Η μοναστική αυτή στοά είναι καλά διατηρημένη και είναι μία από τις πιο εκλεπτυσμένες ιταλικές στοές -που τώρα έχουν εξαλειφθεί- ως προς το μέγεθος και την ωραιότητα στις λεπτομέρειες. Είναι περί τα 2.200 τ.μ. με οξυκόρυφες αψίδες, που διακοσμούνται με γεωμετρικές ταινίες και ερίδονται σε διπλούς κίονες λευκού μαρμάρου. Υπάρχουν 216 συνολικά κίονες, εναλλάξ απλοί ή διακοσμημένοι με λωρίδες σχεδίων με χρυσό και χρώματα· τα σχέδια είναι από τετράπλευρες ψηφίδες (λατιν. tesserae) σε σπειροειδείς ή ευθύγραμμες σπείρες από τη μία άκρη ως την άλλη κάθε κίονα. Τα μαρμάρινα κιονόκρανα είναι σκαλισμένα με φυλλώματα, βιβλικές σκηνές και αλληγορίες· είναι όλα διαφορετικά μεταξύ τους. Στη μία γωνία, στον κίονα εσωτερικά, υπάρχει ένα μαρμάρινο αναβρυτήριο (lavatorium) για τους μοναχούς, του οποίου η τεχνοτροπία προδίδει μουσουλμάνους γλύπτες.

Οι ανακατασκευασμένες σαρκοφάγοι του κτήτορα Γουλιέλμου Β΄ και του πατέρα του Γουλιέλμου Α΄.

Η αρχιτεκτονική του ναού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κάτοψη του ναού είναι μείγμα Καθολικού και Βυζαντινού τύπου. Το δυτικό τμήμα είναι μία τρίκλιτη βασιλική, ενώ το ανατολικό τμήμα -δηλ. η μεγάλη χορωδία (η περιοχή μπροστά από το ιερό βήμα) και το ιερό βήμα- έχει τρία ημιθόλια, όμοια με τους πρώιμους με τρία ημιθόλια ναούς, που τόσο πολλά δείγματα υπάρχουν στη Συρία και αλλού στη Μέση Ανατολή. Είναι σαν να ενώθηκαν δύο διαφορετικές εκκλησίες, ταιριάζοντας τα άκρα τους.

Η βασιλική έχει ευρύ κύριο κλίτος και δύο στενά πλάγια κλίτη. Τα κλίτη χωρίζονται μεταξύ τους από δύο σειρές επτά μονολιθικών κιόνων από γκρι γρανίτη της ανατολής (μόνο ένας είναι μαρμάρινος), με αρχαία, κορινθιακά κιονόκρανα της κλασικής εποχής. Αυτά στηρίζουν οκτώ οξυκόρυφες αψίδες. Πιο πάνω υπάρχει μία ζώνη από παράθυρα (clerestory), όμοια με αυτά των πλαγίων κλιτών, που δίνουν αρκετό φως.

Το ανατολικό τμήμα του κτηρίου, Ανατολικών επιδράσεων, είναι ευρύτερο και υψηλότερο του πρώτου τμήματος. Και αυτό διαιρείται σε τρία κλίτη, που απολήγουν ανατολικά σε ημιθόλια. Η οροφή είναι ξύλινη, απλά σκαλισμένη, αλλά πλούσια ζωγραφισμένη με χρώματα· συντηρήθηκε πρόσφατα. Ο σηκός απολήγει δυτικά σε νάρθηκα μεταξύ δύο κωδωνοστασίων. Μπροστά από την είσοδο υπήρχε αίθριο (atrium), που τώρα δεν σώζεται. Την εποχή της Αναγέννησης προστέθηκε προστώο, έργο των Τζοβάννι Ντομένικο και Φλάτσιο Γκάρνι (1547-69).

Το κεντρικό κλίτος με τη ζώνη των παραθύρων (clerestory).

Τα ψηφιδωτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο χαρακτηριστικό του εσωτερικού είναι η έκταση των Βυζαντινών ψηφιδωτών, που καλύπτουν τις μεγάλες επιφάνειες (6.500 τ.μ.)· εκτελέστηκαν από τα τέλη του 12ου αι. ως τα μέσα του 13ου από τοπικούς και Βενετούς τεχνίτες. Εκτός από μία οριζόντια λωρίδα από μάρμαρο στον τοίχο, όλες οι επιφάνειες, ακόμη και το κάτω μέρος των γείσων και οι πλαϊνές, εσωτερικές επιφάνειες των παραθύρων, είναι καλυμμένες από λεπτομερή ψηφιδωτά με λαμπερά χρώματα σε χρυσό βάθος. Οι εικονογραφία είναι από την Παλαιά και την Καινή διαθήκη και οι σκηνές διατάσσονται σε ζώνες, χωρισμένες με οριζόντιες λωρίδες: στους τοίχους της χορωδίας υπάρχουν πέντε επάλληλες ζώνες με μορφές.

Το ημιθόλιο, στο οποίο απολήγει ανατολικά το κύριο κλίτος, έχει μία κολοσσιαία μορφή του Χριστού Παντοκράτορα· στην πιο κάτω ζώνη η ένθρονη Θεοτόκος με την επιγραφή MHTHΡ ΘΕΟΥ Η ΠΑΝΑΧΡΑΝΤΟC· περιβάλλεται από αγγέλους και αποστόλους. Τα άλλα δύο ημιθόλια έχουν τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο ολόσωμους. Οι επιγραφές είναι στα ελληνικά και οι περισσότερες στα λατινικά. Στο κύριο κλίτος υπάρχουν σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη, προφήτες, ενώ στην κάτω ζώνη και στη χορωδία υπάρχουν σκηνές από την Καινή Διαθήκη με τα θαύματα και τα πάθη του Χριστού. Τα σχέδια, η εκτέλεση και η επιλογή των θεμάτων είναι όλα Βυζαντινής σύλληψης και μοιάζουν επιλεγμένα από το Μηνολόγιον του Βασιλείου Β΄, βιβλίο που εικονογραφήθηκε για τον Αυτοκράτορα τον 12ο αι.

Ψηφιδωτό με τους πρωτόπλαστους: ο Αδάμ, η Εύα και το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού.

Ταφικά μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1575 ανεγέρθηκε ο τάφος του κτήτορα του ναού Γουλιέλμου Β΄ (απεβ. 1189) και του πατέρα του Γουλιέλμου Α΄. Ο τελευταίος τάφος ήταν σαρκοφάγος από πορφυρίτη -σύγχρονος του ναού- με μαρμάρινο ουρανό, που στηριζόταν σε κίονες. Όμως το 1811 η χορωδία κάηκε: μερικά ψηφιδωτά έπαθαν ζημία· οι τάφοι θρυμματίστηκαν· τα καρυδένια στασίδια της χορωδίας, το όργανο και το μεγαλύτερο μέρος της οροφής της κάηκαν. Οι τάφοι κατασκευάστηκαν πάλι και όλες οι ζημίες αποκαταστάθηκαν λίγα έτη μετά. Το παρόν όργανο είναι του 1967, έργο του Ρουφφάττι και έχει έξι σειρές πλήκτρων με 102 κλειδιά.

Στα βόρεια της χορωδίας είναι ο τάφος της μητέρας τού Γουλιέλμου Β΄, της Μαργαρίτας (κόρης του Γκαρθία Ραμίρεθ της Ναβάρρας), των αδελφών του: Ρογήρου (απεβ. 9 ετών) και Ερρίκου (απεβ. 12 ετών) και η υδρία με τα όργανα του Λουδοβίκου Θ΄ του αγίου της Γαλλίας, που απεβίωσε στην Τύνιδα το 1270. Το δάπεδο της χορωδίας είναι δείγμα μωσαϊκού από μάρμαρο και πορφυρίτη (opus alexandrinum) με κάποιες αραβικές επιρροές. Επίσης το δάπεδο της βασιλικής, που ολοκληρώθηκε τον 16ο αι., είναι μωσαϊκό από δίσκους πορφυρίτη και γρανίτη με γύρω λωρίδες μαρμάρου, που σχηματίζουν αλληλοπλεκόμενες γραμμές.

Δύο μπαρόκ παρεκκλήσια προστέθηκαν τον 17ο και 18ο αι., που είναι αποκομμένα από τον σηκό. Οι ορειχάλκινες θύρες της πύλης έγιναν από τον Μπαριζάνο ντα Τράνι το 1179.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Kitzinger, Ernst (1991). I mosaici di Monreale. Palermo: Flaccovio Editore. ISBN 88-7804-065-7.
  • AA. VV. (2004). Il duomo di Monreale - architettura di luce e icona. Abadir.
  • Millunzi, Gaetano (1986). Il Duomo di Monreale. Rome: Vivere In.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 archINFORM. 13574. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Monreale Cathedral της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).