Κίνητρο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Κίνητρο είναι μια εσωτερική κατάσταση η οποία προκαλεί, κατευθύνει και διατηρεί μια συμπεριφορά. Τα αίτια που προκαλούν την ανθρώπινη συμπεριφορά και δράση ή οι λόγοι που την εξηγούν είναι τα κίνητρα, δηλαδή είναι οτιδήποτε κινεί, ωθεί ή παρασύρει σε δράση ένα άτομο. Επίσης μπορεί να οριστεί και ως εξής: ο λόγος που προκαλεί την εκτέλεση ή παράλειψη μιας ενέργειας. Είναι ένα ψυχολογικό στοιχείο που καθοδηγεί, διατηρεί και καθορίζει τη συμπεριφορά ενός ατόμου. Σχηματίζεται με τη λατινική λέξη motivus («κίνηση») και το επίθημα -tion («δράση»).[1]

Χαρακτηριστικά κινήτρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κίνητρα μπορεί να είναι συνειδητά ή ασυνείδητα, και η έννοια του ασυνείδητου δεν περιορίζεται στα κίνητρα των ζώων. Συχνά οι άνθρωποι άγονται από ορμές ή κίνητρα τα οποία δεν γνωρίζουν, τα οποία αρνούνται ή διαστρεβλώνουν  σε συνειδητό επίπεδο. Το κίνητρο είναι εσωτερική κατάσταση. Μπορεί να είναι είτε εγγενές, εάν η δραστηριότητα είναι επιθυμητή επειδή είναι εγγενώς (έμφυτα) ενδιαφέρουσα, είτε να παράγεται από εξωγενείς παράγοντες, εάν ο στόχος του δρώντα είναι διαφορετικός από την ίδια τη δραστηριότητα καθ' εαυτήν.

Σε εγγενές κίνητρο, το άτομο ξεκινά ή εκτελεί μια δραστηριότητα για εσωτερικά κίνητρα, για την ευχαρίστηση να το κάνει. Η ικανοποίηση του να κάνουμε κάτι ή να το πετύχουμε δεν καθορίζεται από εξωτερικούς παράγοντες. Επομένως, σχετίζεται με την προσωπική ικανοποίηση και την αυτοεκτίμηση. Για παράδειγμα, υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν σωματική άσκηση επειδή απολαμβάνουν τη δραστηριότητα. Στο εξωγενές κίνητρο, το κίνητρο ή το κίνητρο που κινεί ένα άτομο για να πραγματοποιήσει μια δραστηριότητα δίνεται από το εξωτερικό, είναι ένα εξωτερικό κίνητρο και δεν προέρχεται από την ίδια την εργασία. Λειτουργεί ως ενισχυτής. Για παράδειγμα, όταν ένα άτομο κάνει σωματική άσκηση όχι μόνο για το γεγονός ότι το κάνει, αλλά για κοινωνικούς ή άλλους λόγους.

Τα κίνητρα ωθούν το άτομο ενεργώντας από μέσα ή το έλκουν ενεργώντας από έξω και είναι τόσο οι εσωτερικές αιτίες της συμπεριφοράς, όπως τα ένστικτα, οι ορμές, οι σκοποί, οι επιθυμίες ή οι προθέσεις, τα συναισθήματα, οι διάφορες συγκινησιακές καταστάσεις όσο και εξωτερικές αιτίες, όπως οι αμοιβές, τα θέλγητρα ή φόβητρα ή οι απωθητικοί ερεθισμοί.

Τα κίνητρα μπορεί να είναι εγγενή ή επίκτητα, δηλαδή να έχουν κληρονομική βάση, όπως  τα ένστικτα, ή να αποκτούνται μέσα από διαδικασίες μάθησης κατά την αλληλεπίδραση του ατόμου με το περιβάλλον. Διακρίνονται επίσης σε φυσιολογικά, που εξυπηρετούν τη λειτουργία του οργανισμού και τη σωματική ομοιόσταση (μηχανισμούς αυτορύθμισης, πχ. διατήρηση θερμοκρασίας σώματος), σε βιολογικά, που εξυπηρετούν την επιβίωση, συντήρηση και αναπαραγωγή του ατόμου και του είδους, και σε ψυχολογικά, που έχουν να κάνουν με το θυμικό, την προσωπικότητα και τις συναλλαγές του ατόμου με το περιβάλλον, φυσικό και κοινωνικό.

Τα κίνητρα δεν προϋποθέτουν αναγκαστικά εκούσιο και συνειδητό έλεγχο της συμπεριφοράς. Το κίνητρο μπορεί να καθοδηγεί τη συμπεριφορά χωρίς να υπάρχει «σκοπός», δηλαδή  ενσυνείδητος στόχος και πρόθεση που οδηγεί σε εξέταση συνθηκών και επιλογές ενεργειών.  Η συμπεριφορά φαίνεται «σκόπιμη» στον εξωτερικό παρατηρητή, γιατί κατευθύνεται προς ορισμένο στόχο ή επιφέρει ορισμένο αποτέλεσμα. Οι στόχοι είναι «τέλη» προς τα οποία κατευθύνεται η συμπεριφορά αλλά ο μηχανισμός που λειτουργεί και επιφέρει το αποτέλεσμα μπορεί να είναι τελείως ασυνείδητος και έξω από τον έλεγχο του οργανισμού. Για  το  λόγο αυτό δεχόμαστε τα ένστικτα ως κίνητρα, παρόλο που είναι συμπεριφορές που ελέγχονται σχεδόν πλήρως από τη γενετική μνήμη του οργανισμού.

Τα κίνητρα: ένστικτα και ανάγκες, πάθη, συμφέροντα και ενδιαφέροντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα παραπάνω ήδη γίνεται αντιληπτό ότι τα κίνητρα ενός ανθρώπου είναι τα ένστικτά του, όπως το ένστικτο αυτοσυντήρησης, που περιέχει και την εξεύρεση τροφής και το σεξουαλικό ένστικτο, για τεκνοποίηση, η ανάγκη να έχει εξουσία, προστασία των οικείων του και των αποκτημάτων του, η ασφάλεια (προσωπική, οικονομική, καλή υγεία, προστασία από ατυχήματα), οι κοινωνικές ανάγκες όπως το να ανήκει κάποιος κάπου, οι φιλίες, η οικογένεια και η οικειότητα, η αυτοεκτίμηση και ο σεβασμός, ο φόβος, η ζήλεια, κάθε είδους πάθος, επιθυμίες, αναγκαίες ή μη, η ανάγκη για αναγνώριση των επιτευγμάτων του και να έχει την εκτίμηση των άλλων, η ανάγκη να εκτιμά τον εαυτό του, η επιθυμία να κερδίσει χρήματα, να αποκτήσει φήμη, δόξα, ο εγωισμός, ο ωφελιμισμός ή ο αλτρουισμός, κλπ. Σύμφωνα με το πρότυπο κινήτρων του Maslow, και τη γνωστή "πυραμίδα αναγκών" ή "ιεραρχία των αναγκών", οι ανάγκες ενός ανθρώπου είναι 1) αυτές που συνδέονται με τη φυσιολογία, αέρας, νερό, φαγητό, στέγη, ύπνος, ρούχα, αναπαραγωγή, 2) η προσωπική ασφάλεια, η δουλειά, οι οικονομικοί πόροι, η υγεία και η ευημερία, 3) η ανάγκη να ανήκει κάπου και η αγάπη, η οικογένεια, η φιλία, η οικειότητα, η αίσθηση σύνδεσης, 4) η ανάγκη σεβασμού, εκτίμησης, αυτοεκτίμησης, κοινωνικού κύρους, αναγνώρισης, δύναμης, ελευθερίας, (5. οι γνωστικές ανάγκες, 6. οι αισθητικές ανάγκες, αυτές αναφέρονται μερικές φορές, άλλες όχι), και τέλος 7) η αυτοπραγμάτωση, να γίνει κάποιος το καλύτερο που μπορεί, και 8) η υπέρβαση, αν και αυτή δεν αναφέρεται πάντα.

Στο έργο του, ο Abraham Maslow σχετικά με τη σχέση των κινήτρων αναφέρεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ένα αιώνια επιθυμητό ον. Έχει σπάνια την αίσθηση της πλήρους ικανοποίησης, αλλά αν το κάνει, τότε όχι για πολύ. Ικανοποιώντας μια επιθυμία, μια άλλη αμέσως προκύπτει η τρίτη και ούτω καθεξής ατέλειωτα. Οι συνεχείς επιθυμίες λειτουργούν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός ατόμου και επίσης λειτουργούν ως κίνητρο καθ' όλη τη ζωή. Η εξωτερική εκδήλωση ενός συγκεκριμένου κινήτρου εξαρτάται συχνά από τη γενική ικανοποίηση καθώς και από τη δυσαρέσκεια για τις ανάγκες του σώματος. Για παράδειγμα, αν ένα άτομο είναι πεινασμένο ή διψασμένο, εάν σεισμοί ή πλημμύρες τον απειλούν καθημερινά, εάν αισθάνεται συνεχώς το μίσος των άλλων, τότε δεν θα έχει την επιθυμία να ζωγραφίσει μια φωτογραφία, να φορέσει όμορφα και να διακοσμήσει το σπίτι του. Ο Α. Maslow υποστηρίζει ότι η πολλαπλή παρακίνηση συμπεριφοράς οδηγεί ένα άτομο. Αυτό υποστηρίζεται από φυσιολογικές μελέτες διατροφής ή σεξουαλικής συμπεριφοράς. Οι ψυχολόγοι γνωρίζουν ότι συχνά η ίδια συμπεριφοριστική πράξη εκφράζει μια ποικιλία παρορμήσεων. Για παράδειγμα, ένα άτομο τρώει έτσι ώστε η πείνα να εξαφανιστεί, αλλά υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Μερικές φορές ένα άτομο τρώει για να καλύψει άλλες ανάγκες. Ασχολούμενος με την οικειότητα, ένα άτομο ικανοποιεί όχι μόνο τη σεξουαλική επιθυμία. Μερικοί είναι αυτοσυντηρητικοί. Άλλοι αισθάνονται δύναμη, αισθάνονται δυνατοί. Άλλοι αναζητούν συμπάθεια και ζεστασιά.

Το κίνητρο της συμπεριφοράς της προσωπικότητας είναι πάντα συναισθηματικά κορεσμένο και αυτό που προσπαθεί κάποιος είναι συναισθηματικά συναρπαστικό. Όλα τα ανθρώπινα κίνητρα είναι μια τροποποίηση των καταστάσεων ανάγκης.

Κάτω από τα κίνητρα ενός ατόμου νοούνται οι επιθυμίες, τα συμφέροντα, οι προσδοκίες, οι κινήσεις, οι προθέσεις, τα πάθη και οι στάσεις.

Τα ενδιαφέροντα εκφράζονται σε μια κορεσμένη εστίαση απευθείας σε αντικείμενα που σχετίζονται με τις σταθερές ανάγκες του ατόμου. Τα ενδιαφέροντα εκδηλώνονται σε υπερβολική προσοχή σε αντικείμενα που έχουν βιώσιμη σημασία. Τα ενδιαφέροντα είναι οι κινητήριοι και ρυθμιστικοί μηχανισμοί της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι οποίοι καθορίζονται από την ιεραρχία των διαμορφωμένων αναγκών. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η σύνδεση των αναγκών με τα συμφέροντα δεν είναι απλή, συχνά δεν αναγνωρίζεται. Τα ίδια τα συμφέροντα είναι έμμεσα και άμεσα και εμφανίζονται με μέσα επίτευξης στόχων. Τα ενδιαφέροντα επηρεάζουν σημαντικά τις διανοητικές διαδικασίες, ενεργοποιώντας τα. Ανάλογα με τις ανάγκες, τα συμφέροντα χωρίζονται ανάλογα με το περιεχόμενο (πνευματική και υλική), τη σταθερότητα στο γεωγραφικό πλάτος (ευέλικτο και περιορισμένο) και τη σταθερότητα (βραχυπρόθεσμα και σταθερά). Τα ενδιαφέροντα συμβάλλουν στην τόνωση ενός ατόμου στη δραστηριότητα, καθώς επίσης και στη διαμόρφωση της δραστηριότητας. Η ικανοποίηση των συμφερόντων συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός ακόμα ευρύτερου συστήματος συμφερόντων. Ενεργώντας ως βάση προσανατολισμού της συμπεριφοράς της προσωπικότητας, τα συμφέροντα μετατρέπονται στους κύριους ψυχολογικούς μηχανισμούς συμπεριφοράς.

Το εύρος και το βάθος των συμφερόντων του ατόμου εκφράζουν τη χρησιμότητα της ζωής του. Μια κοινωνική προσωπικότητα χαρακτηρίζεται από έναν εγωιστικό προσανατολισμό, την στενότητα, τον μερκαντιλισμό, τον ωφελιμισμό. Το προσωπικό χαρακτηριστικό περιλαμβάνει το φάσμα των συμφερόντων ενός συγκεκριμένου ατόμου. Τα πάθη, οι επιθυμίες και οι κινήσεις σχετίζονται στενά με τα συμφέροντα του ανθρώπου. Οι επιθυμίες είναι ένα ορισμένο στάδιο ωρίμανσης των αναγκών, που σχετίζονται με το στόχο, καθώς και το σχέδιο δράσης. Οι επιθυμίες είναι μια κινητήρια κατάσταση της προσωπικότητας, ενώ οι ανάγκες συσχετίζονται με το θέμα της ικανοποίησής τους. Οι επιθυμίες συνδέονται με τις συναισθηματικές προσδοκίες της βαρύτητας προς το αντικείμενο της επιθυμίας.

Το πάθος εκφράζεται στην συναισθηματική επίμονη επιθυμία για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, ενώ η ανάγκη του πάθους κυριαρχεί και ελέγχει τη ζωή ενός ατόμου. Το πάθος ενσωματώνει συναισθηματικά και βολικά κίνητρα. Το πάθος μπορεί να είναι αρνητικό ή θετικό και εξαρτάται από τις προσδοκίες ενός ατόμου. Τα περισσότερα αρνητικά πάθη οδηγούν στην υποβάθμιση της προσωπικότητας και συχνά προκαλούν εγκληματική συμπεριφορά. Η πλήρης απουσία παθών θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη θαμπάδα. Η τέχνη και η επιστήμη οφείλουν το πάθος στις ανακαλύψεις. Η ακόλουθη αλληλουχία έχει καθοριστεί σε μια σειρά από ενστικτώδεις κινήσεις: πόθος για φαγητό, ενδεικτική συμπεριφορά, έλξη της μητέρας, δίψα, σεξουαλική ορμή, ενδεικτική συμπεριφορά. Οι ανθρώπινες κινήσεις καθορίζονται από την κοινωνική ζωή. Η κοινωνικοποίηση ενός ατόμου ορίζει τις κινήσεις του. Η αποδυνάμωση των ψυχικών διεργασιών προκαλεί αύξηση των ενστικτώδους ώθησης. Για παράδειγμα, οι αχαλίνωτες σεξουαλικές κινήσεις καταλαμβάνουν μια ορισμένη θέση στη δομή του εγκλήματος.

Το προσωπικό κίνητρο είναι είτε συνειδητό είτε υποσυνείδητο. Το συνειδητό κίνητρο της συμπεριφοράς της προσωπικότητας σχετίζεται άμεσα με τις προθέσεις. Πρόθεση είναι ή συνειδητή απόφαση για επίτευξη συγκεκριμένου στόχου με σαφή εικόνα των μέσων, καθώς και των μέσων δράσης. Οι προθέσεις συνδυάζονται σε κίνητρα που οδηγούν σε δράση ή συνειδητό σχεδιασμό. Οι προθέσεις και οι ανάγκες έχουν δυναμικές ιδιότητες - δύναμη, ένταση. Οι προθέσεις καθοδηγούν τη συμπεριφορά ενός ατόμου και διασφαλίζουν επίσης την αυθαιρεσία των ενεργειών, ενεργούν ως μια συνειδητή πράξη συμπεριφοράς. Το σκεπτικό της πρόθεσης είναι το κίνητρο.

Στην ψυχολογία μια επείγουσα βασική ανάγκη είναι η ικανοποίηση, που συνήθως έχει τις ρίζες της σε κάποια ψυχολογική ένταση, ανικανότητα ή μειονέκτημα, ή ανισορροπία (πχ. πείνα ή δίψα) που αναγκάζει τον οργανισμό σε δράση. Μερικοί ερευνητές χρησιμοποιούν γενικά τη λέξη "ανάγκη", άλλοι όμως διαχωρίζουν την ανάγκη ως μια στερημένη κατάσταση από την επείγουσα βασική, εξαναγκαστική ανάγκη ως τις ψυχολογικές εκδηλώσεις (πχ. ένταση και ανησυχία ή δραστηριότητα προς κάποιο σκοπό). Οι ψυχολόγοι επίσης διακρίνουν μεταξύ επειγουσών βασικών αναγκών που είναι έμφυτες και άμεσα συνδεδεμένες με βασικές ανάγκες φυσιολογίας (πχ. φαγητό, αέρας και νερό) και επειγουσών βασικών αναγκών που είναι επίκτητες (πχ. εθισμός στα ναρκωτικά). Ανάμεσα στις άλλες επείγουσες βασικές ανάγκες ή απλές ανάγκες που προτάθηκαν είναι η επίτευξη, η δραστηριότητα, η στοργή, η ένταξη, η περιέργεια, η εξερεύνηση, η χειραγώγηση, η μητρότητα, η αποφυγή του πόνου, το σεξ και ο ύπνος.

Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι το αντικείμενο της μελέτης των κινήτρων είναι ο εντοπισμός των αιτιών που οδηγούν σε συγκεκριμένη κάθε φορά συμπεριφορά ή δράση. Τέτοιες αιτίες μπορεί να είναι εσωτερικές ή εξωτερικές δυνάμεις, ανάλογα με τον τόπο στον οποίο εντοπίζονται, μπορεί να είναι συναισθήματα, ορμές, επιθυμίες, ή ακόμη στόχοι και επιδιώξεις, ή ερεθισμοί διαφόρων τύπων. Επίσης, συχνά συνυπάρχουν πολλές αιτίες ταυτοχρόνως. Τέλος, οι αιτίες μπορεί να είναι εύκολο να συνειδητοποιηθούν και να αναφερθούν από το άτομο.

Μια ενδιαφέρουσα ερώτηση είναι «γιατί οι δισεκατομμυριούχοι δουλεύουν ακόμα και αναζητούν περισσότερα χρήματα; Δεν τους φτάνουν;» Σύμφωνα με την εφημερίδα Financial Times «οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να καταταχθούν σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη είναι άνθρωποι σαν τον ιδρυτή της Amazon, Jeff Bezos και τον αρχηγό του Facebook, τον Zuckerberg: είναι αφεντικά και επιχειρηματίες. Το κίνητρό τους είναι ξεκάθαρο ποιοι είναι: είναι η εργασία τους, και δεν υπάρχει τέλος: ένα δισεκατομμύριο δολάρια είναι απλώς ένα όριο που πρέπει να ξεπεράσουν προς τα πέντε δισεκατομμύρια και μετά στα δέκα δισεκατομμύρια». Ο Antonio García Martínez, επιχειρηματίας, συγγραφέας της διάσημης αυτοβιογραφίας του, Chaos Monkeys: Obscene Fortune and Random Failure in Silicon Valley" (Μαϊμούδες χάους: σκανδαλώδης προκλητικός πλούτος και τυχαία αποτυχία στο Silicon Valley), είπε στους The New York Times: «Ποτέ δεν υπάρχει (γι' αυτούς) τελικό σημείο. Άνθρωποι που φτάνουν στο σημείο αυτό, που το ποσόν των χρημάτων τους απλώς δεν έχει πλέον σημασία, δεν σταματούν άπαξ και φτάσουν εκεί. Οι άνθρωποι λένε "γιατί δεν καλλιεργείς κάποιο χόμπι, ή να κάνεις κάποια φιλανθρωπία;" Αλλά απλώς δεν μπορούν να σταματήσουν. Αντλούν υπερβατικό νόημα από τον καπιταλισμό. Χωρίς τα λεφτά τους, τι άλλο θα είχαν;"». Και τη δεύτερη κατηγορία, αυτούς που δεν προσδιορίζονται μόνο από τη δουλειά και τον πλούτο τους, που απλώς έφτασαν σ' ένα σημείο που δεν υπάρχει ανάγκη να εργάζονται πλέον. «Ένα στοιχείο από την τεράστια έρευνα είναι ότι η σχέση μεταξύ της αμοιβής τους και της ικανοποίησης που αντλούν από τη δουλειά τους είναι αδύναμο, στην καλύτερη περίπτωση. Πολλές άλλες μελέτες δείχνουν ότι παράγοντες όπως ενδιαφέρουσα δουλειά, η καλή ηγεσία, οι ευχάριστοι διευθυντές κινητοποιούν τους ανθρώπους. Με λίγα λόγια, σκέφτονται: "χρειαζόμαστε να νιώθουμε ότι κάνουμε κάτι χρήσιμο κι έχουμε μια θέση στον κόσμο"».

Στην πρώτη κατηγορία φαίνεται να είναι οι εθισμένοι, στη δεύτεροι ανήκουν αυτοί που ενδιαφέρονται να κάνουν κάτι χρήσιμο. Ο εθισμός και το ενδιαφέρον είναι και τα δύο πολύ σπουδαία κίνητρα.

Θεωρητικές θέσεις πηγών κινήτρων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1) Η Συμπεριφοριστική  θέση δίνει έμφαση στα περιβαλλοντικά γεγονότα, ιδιαίτερα τις θετικές ή αρνητικές συνέπειες μιας συμπεριφοράς. Θεωρεί ως πηγή κινήτρων την εξωτερική ενίσχυση. Σημαντικές επιδράσεις γίνονται μέσω των ενισχυτών, των αμοιβών και των τιμωριών. Επίσης οι φυσιολογικές ανάγκες έχουν την ιδιότητα να μπορούν να κινητοποιήσουν τη συμπεριφορά.

Υπάρχουν τελικά αίτια στη συμπεριφορά. Τα αίτια αυτά δεν είναι άλλα από την ευχαρίστηση ή τον πόνο. Αυτά είναι οι έσχατοι προσδιοριστές της συμπεριφοράς τόσο στα ζώα όσο και στον άνθρωπο. Ορμές ή βιολογικά κίνητρα δημιουργούν ανάγκες. Η ικανοποίηση των αναγκών λειτουργεί ως πρωταρχική ενίσχυση, ενίσχυση, ελατήρια ή κίνητρα που προκαλούνται κυρίως από εξωτερικά αίτια, π.χ. την αμοιβή, τη δύναμη της συνήθειας, που είναι η σπουδαιότερη ενδιάμεση μεταβλητή.

2) Η Ανθρωπιστική θέση (Rogers, Maslow) εστιάζει στη δύναμη της ανάγκης για ανάπτυξη και αυτονομία. Θεωρεί ότι πηγή κινήτρων είναι η εσωτερική ενίσχυση. Σημαντικές επιδράσεις γίνονται μέσω της ανάγκης για αυτο-εκτίμηση και αυτο-εκπλήρωση. Ο όρος που συνήθως εκφράζει την προσπάθεια αυτή είναι το «κίνητρο για αυτοπραγμάτωση». Απ' αυτό απορρέουν δύο άλλες ανάγκες, η ανάγκη για θετική κρίση ή εκτίμηση από τους άλλους και η ανάγκη για αυτοεκτίμηση. Δέχονται όμως ότι μια συμπεριφορά πρέπει να προσφέρει «ικανοποίηση» σε μια βασική ανάγκη. Η έννοια της βασικής ανάγκης τοποθετείται μεταξύ των ενστίκτων, που σημαίνουν προκαθορισμένη συμπεριφορά, και των μαθημένων κινήτρων, που τονίζουν τις περιβαλλοντικές επιδράσεις.

3) Η θέση της Κοινωνικής μάθησης συνδυάζει και τη δύναμη των συνεπειών μιας συμπεριφοράς και τον ρόλο της σκέψης και των προσδοκιών. Θεωρεί ότι πηγή κινήτρων, εκτός από την εσωτερική ενίσχυση, είναι και η εξωτερική ενίσχυση, όπως η προσωπική αξία, πλεονεκτήματα, μελλοντικά οφέλη και τη δυνατότητα αποφυγής της τιμωρίας.

4) Η Γνωστική θέση τονίζει τον ρόλο της σκέψης και των πεποιθήσεων. Θεωρεί ότι πηγή κινήτρων είναι η εσωτερική ενίσχυση. Σημαντικές επιδράσεις γίνονται μέσω των πεποιθήσεων, της απόδοσης επιτυχίας ή αποτυχίας και των προσδοκιών.

Κατ' άλλη πηγή, μεταξύ όλων των θεωριών, μπορούμε να τονίσουμε τρεις μεγάλους συγγραφείς:

1) Τον Maslow και την ιεραρχία των αναγκών: Για τον Abraham Maslow, το κίνητρο μπορεί να οριστεί ως η ώθηση που ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Αυτές οι ανάγκες διανέμονται ιεραρχικά με τη μορφή μιας πυραμίδας, ξεκινώντας από τις πιο βασικές ανάγκες, όπως το φαγητό και το ποτό, οξυγόνο, νερό, ξεκούραση, για την επίτευξη υψηλότερων αναγκών αυτο-εκπλήρωσης όπως να επιτυγχάνει κάποιος στόχους, να είναι ικανός και να αναγνωρίζονται τα επιτεύγματά του, να αγαπά και να αγαπιέται, να έχει φίλους, ασφάλεια, άνεση, απελευθέρωση από το φόβο, αρμονία, τάξη, ομορφιά, κλπ.

2) Το κίνητρο σύμφωνα με τον McClelland: επιβεβαιώνει ότι το κίνητρο ενός ατόμου ορίζεται από την αναζήτηση ή την ικανοποίηση τριών βασικών αναγκών: α) Ανάγκη για επίτευγμα, β) Ανάγκη για παροχή ενέργειας, γ) Ανάγκη σύνδεσης.

3) Η θεωρία του κινήτρου-υγιεινής του Herzberg: στο κίνητρο εργασίας δηλώνει ότι οι παράγοντες που ενθαρρύνουν ένα άτομο και τον διατηρούν προσανατολισμένο να είναι παραγωγικοί είναι οι εξής: α) Παράγοντες κινήτρου: να αυξήσει την ικανοποίηση του ατόμου, β) Παράγοντες υγιεινής: κρατήστε το άτομο μακριά από δυσαρέσκεια.

Σε άλλη, πολύ πιο εκτενή, ενδελεχή, επιστημονική, τεκμηριωμένη και την πιο έγκυρη πηγή, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΕΚΠΑ (στον παραπομπή βλ. "uol", σημαίνει University of Athens, το ΕΚΠΑ στα Αγγλικά) βρίσκονται όλες οι παραπάνω και άλλες οπτικές γωνίες πηγών κινήτρων, από πολλούς διάσημους ψυχολόγους, όπως ο Φρόιντ (Sigmund Freud), ο G. Jung, W. Sheldon, W. McDougall, G. Allport, Murray, Maslow, κλπ., που δεν γράφονται εδώ.

Η σημασία και συνέπειες του κινήτρου στο Δίκαιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως αναφέρεται στο λήμμα Δόλος, Δίκη, δικαιοπραξία και Σύμβαση, ολόκληρο το δικαιικό σύστημα της Ελλάδας περιρρέεται από την "υποκειμενική υπόσταση" άδικης πράξης που συνιστά ποινικό αδίκημα (έγκλημα) ή, αν δεν πρόκειται για έγκλημα, αδικοπραξία, άδικη πράξη. Η υποκειμενική υπόσταση, που αναλύεται με παραπομπές στο λήμμα Δόλος σημαίνει "υπαιτιότητα", ότι κάποιος "φταίει" (είναι υπαίτιος), που σημαίνει δύο μόνο περιπτώσεις: α) πράττει με δόλο, πρόθεση, β) πράττει με αμέλεια, που σημαίνει "απροσεξία", "έλλειψη προσοχής που όφειλε να επιδείξει".

Εφόσον θα συζητηθεί η σημασία και ο ρόλος του κινήτρου στο δίκαιο, γίνεται η παραδοχή ότι υπήρξε άδικη πράξη και υπήρξε και υπαιτιότητα, ώστε να εξεταστεί το κίνητρο της υπαιτιότητας.

Αναφέρεται ως παράδειγμα η ανθρωποκτονία για να είναι το παράδειγμα πιο εύκολο: Σε ανθρωποκτονία από πρόθεση ενδιαφέρει τον νόμο ποιο ήταν το κίνητρο που ώθησε κάποιον να έχει αυτή την πρόθεση να σκοτώσει. Αν η τέλεση του εγκλήματος έγινε "εν βρασμώ ψυχικής ορμής", βρέθηκε σε υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματός του, περιέρχεται σε κατάσταση βρασμού (συγχύσεως), και τότε η ποινή μειώνεται. Ας αναφερθεί τι σημαίνει βρασμός ψυχικής ορμής σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο: "δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φθάσει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή τη δυνατότητα στάθμισης των αιτιών που κινούν την πράξη ή απωθούν από αυτήν".[2]

Αν ο δράστης βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, η ποινή θα είναι ισόβια,[3] αν ήταν σε βρασμό ψυχικής ορμής, η ποινή θα είναι από 5-15 χρόνια.[4] (Όχι μέχρι 20 χρόνια, όπως γράφεται στο ίντερνετ, ο νόμος τροποποιήθηκε τον Ιούλιο του 2019.) Αν μάλιστα "στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη", τότε αυτό συνιστά ελαφρυντικό παράγοντα σε ήδη πιο ελαφρά ποινή[5] και σε τέτοια περίπτωση είναι πολύ πιθανό η ποινή να ελαττωθεί σε 5 χρόνια μόνο φυλάκισης.

Ήδη αναφέρθηκε μια περίπτωση κινήτρου, βρασμός ψυχικής ορμής όπως εξειδικεύθηκε, που αναγνωρίζει το δίκαιο ως λόγο μείωσης της ποινής, "αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση συναισθήματος σε σημείου αποκλεισμού κάθε σκέψης". Και ήδη αναφέρθηκε και μία από τις ελαφρυντικές περιστάσεις, που έχει απόλυτη σχέση με το κίνητρο, που ο νόμος αναγνωρίζει, ο δράστης στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη. Ο θυμός είναι το κίνητρο στη δεύτερη περίπτωση, επίσης η βίαιη θλίψη.

Από το ίδιο άρθρο των ελαφρυντικών περιστατικών φαίνεται ποια άλλα κίνητρα αναγνωρίζει ο νόμος, όχι για να μείνει ο δράστης ατιμώρητος, αλλά για να μειωθεί η ποινή του:

Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: το ότι στην πράξη του (ο δράστης) ωθήθηκε από α) μη ταπεινά αίτια ή β) από μεγάλη ένδεια (φτώχεια) ή γ) υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή δ) υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή ε) με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Τα υπόλοιπα δεν πρόκειται για κίνητρα.[6]

Τα κίνητρα που ενδιαφέρουν τον νόμο επομένως είναι τα παραπάνω, μη ταπεινά αίτια, μεγάλη φτώχεια, σοβαρή απειλή, υπακοή που οφείλεται, σχέση εξάρτησης, αυτή είναι συνήθως σχέση εργασίας, όταν ο εργοδότης διατάζει τον εργαζόμενο να τελέσει ποινικό αδίκημα. Δεν απαλλάσσεται ο δράστης, μειώνεται η ποινή του.

Στα πολιτικά Δικαστήρια, ένα είδος άδικης πράξης, δηλαδή αδικοπραξίας, που δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, είναι η περίπτωση του άρθρου 919 του Αστικού Κώδικα,[7] συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (ουσιαστικά ανήθικη). Η ανηθικότητα δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, αλλά το δίκαιο δεν την παραβλέπει, σε περίπτωση τέτοιας συμπεριφοράς το θύμα αποζημιώνεται σε χρήμα. Για να υπάρχει η αδικοπραξία αυτή απαιτείται δόλος πρώτου βαθμού, δηλαδή πρόθεση. Το κίνητρο δεν ενδιαφέρει καθόλου εδώ, συμπεριλαμβανομένου και του θυμού. Ο θυμός λοιπόν ως κίνητρο δεν ενδιαφέρει τον νόμο εκτός από το ποινικό δίκαιο και μόνο αυτό.

Η "δικαιολογημένη αγανάκτηση" απαλλάσσει από κάθε ποινή τον δράστη ελαφράς σωματικής βλάβης.[8] Όπως ορίζεται στον νόμο, δικαιολογημένη αγανάκτηση πρέπει να προήλθε "εξαιτίας μιας αμέσως προηγούμενης πράξης που τέλεσε ο παθών εναντίον του ή ενώπιόν του και που ήταν ιδιαίτερα σκληρή ή βάναυση". Και πάλι ο θυμός αναγνωρίζεται σε τέτοιο βαθμό, που ο δράστης είναι αθώος.

Σε περίπτωση σχιζοφρένειας, όταν κάποιος πάσχει από μανία καταδίωξης τόσο έντονα, που πιστεύει ότι οι άλλοι θα τον σκοτώσουν, κι ο μόνος τρόπος να σώσει τη ζωή του είναι να τους σκοτώσει αυτός πρώτος (και τους σκοτώνει), κηρύσσεται αθώος από το Δικαστήριο (αν έγινε δίκη, αλλιώς η ποινική δίωξη παύει) και εισάγεται σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Στις περιπτώσεις αυτές ο δράστης δεν καταλαβαίνει ότι πράττει άδικα (ανίκανος για καταλογισμό ευθυνών από τις πράξεις του). Εδώ το κίνητρο είναι το ένστικτο αυτοσυντήρησης, το οποίο ο νόμος αναγνωρίζει.

Το ίδιο ένστικτο, της αυτοσυντήρησης, αναγνωρίζεται από τον νόμο και σε περίπτωση νόμιμης άμυνας. Νόμιμη είναι η άμυνα όταν κάποιος χρησιμοποίησε το ηπιότερο μέτρο για να σταματήσει τον δράστη-επιτιθέμενο, επιπλέον τα αγαθά που διακυβεύθηκαν ήταν ίσης βαρύτητας. Αν κάποιος προσπαθήσει να κλέψει τα χρήματα κάποιου (όσα κι αν είναι) η άμυνά του δεν μπορεί να φτάσει στο σημείο να τον σκοτώσει, ακόμα κι αν ήταν ο μόνος τρόπος να τον σταματήσει, διότι τα χρήματα είναι υποδεέστερης σημασίας από την ανθρώπινη ζωή (που αφαίρεσε). Υπάρχουν δύο μόνο περιπτώσεις νόμιμης άμυνας στην οποία κάποιος σκοτώνει τον επιτιθέμενο αλλά δεν διώκεται: α) αν ο επιτιθέμενος είχε πρόθεση να τον σκοτώσει, και β) αν ο επιτιθέμενος είχε πρόθεση να τον/την βιάσει. Αν στις περιπτώσεις αυτές σκοτώσει τον επιτιθέμενο, χωρίς να υπήρχε ηπιότερο μέσο να τον σταματήσει, η ανθρωποκτονία δεν ήταν άδικη πράξη, δεν διώκεται.

Το ίδιο ένστικτο, της αυτοσυντήρησης, αναγνωρίζεται από καθηγητές Πανεπιστημίου, με ερμηνεία των νόμων, και σε μια απίθανη περίπτωση: Ένα πλοίο βυθίζεται, οι άνθρωποι πνίγονται, κάποιος ναυαγός, ο Α, βρίσκει ένα σωσίβιο και σώζεται, χωρίς αυτό είναι βέβαιο ότι θα πνιγεί. Ένας άλλος ναυαγός, ο Β, που δεν βρίσκει τίποτα για να κρατηθεί στη ζωή, χτυπάει τον Α, του κλέβει το σωσίβιο για να σωθεί εκείνος, γνωρίζοντας ότι ο Α θα πνιγεί, και πράγματι πνίγεται. Ο ναυαγός Β δεν διώκεται. "Ο θάνατός σου η ζωή μου", και ο νόμος δεν μπορεί να το αγνοήσει.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. https://gr.encyclopedia-titanica.com/significado-de-motivaci-n.  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  2. «Άρειος Πάγος απόφαση 657/2010, έννοια βρασμού ψυχής». 
  3. Ποινικός Κώδικας, άρθρο 299, ανθρωποκτονία με πρόθεση. «lawspot». CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  4. Άρθρο 45 Ποινικού Κώδικα. «Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών». 
  5. Ποινικός Κώδικας, άρθρο 84, ελαφρυντικές περιστάσεις. «lawspot». CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  6. Ποινικός Κώδικας, ελαφρυντικές περιστάσεις, άρθρο 84. «lawspot». CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  7. Αστικός Κώδικας, άρθρο 919, απαιτείται πρόθεση. «lawspot». CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)
  8. Ποινικός Κώδικας, άρθρο 308, σωματική βλάβη, περίπτωση 4. «lawspot». CS1 maint: Πολλαπλές ονομασίες: authors list (link)