Κάστρο της Ρεντίνας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°39′22.86″N 23°37′22.04″E / 40.6563500°N 23.6227889°E / 40.6563500; 23.6227889

Το κάστρο της Ρεντίνας
Το Κάστρο της Ρεντίνας που περιβάλλει τον βυζαντινό οικισμό.

Το Κάστρο της Ρεντίνας βρίσκεται επάνω στην κορυφή ενός λόφου, δίπλα στο Ρήχειο ποταμό, στην δυτική είσοδο των Στενών της Ρεντίνας ή Μακεδονικών Τεμπών. Κατοικήθηκε συνεχώς από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, οπότε εγκαταλείφθηκε γιατί είχε υποβαθμιστεί πια η στρατηγική σημασία του και οι Τούρκοι επέλεξαν για τόπο εγκαταστάσεώς τους τη γειτονική Βόλβη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μεταβυζαντινός ναός Αγίας Μαρίνας στη Ρεντίνα, στους πρόποδες του λόφου.

Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στο λόφο μαρτυρούνται από ευρήματα της νεολιθικής εποχής. Η κατοίκηση συνεχίζεται αδιάλειπτα ως την ύστερη αρχαιότητα. Τότε, και συγκεκριμένα περί το 450 μ.Χ πραγματοποιείται η πρώτη οχύρωση.[1] Αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565) ενισχύει τις οχυρώσεις και επανιδρύει το κάστρο- πρόκειται για το φρούριο Αρτεμίσιον που αναφέρει ο Προκόπιος. Από το 570 οι Σλάβοι διασχίζουν το Δούναβη προς νότον και καθ'όλη τη διάρκεια του 7ου αιώνα, δεν αρκούνται πλέον σε επιδρομές, αλλά εγκαθίστανται σε μεγάλες ομάδες στην ερημωμένη ύπαιθρο. Δημιουργούν νησίδες πληθυσμού, τις Σκλαβηνίες οι οποίες έχουν δική τους οργάνωση και ηγεσία. Την κοιλάδα του Ρήχιου επικοίζει το βαρβαρικό φύλο των Ρηγχίνων, οι οποίοι όμως πιθανότατα ήταν βλάχικης καταγωγής και συμπαρασύρθηκαν από την κάθοδο των Σλάβων, καθώς αναφέρονται επανειλημμένα και ως "Βλαχορηγχίνοι".

Επόμενος σταθμός στην ιστορία της Ρεντίνας, ο οποίος φανερώνει και την ουσιαστική καμπή στη ζωή του κάστρου, είναι η ανακήρυξή της σε έδρα επισκοπής περί το 900 (σύμφωνα με τη Νεαρά ΧVI του Λέοντος Σοφού (886-907)). Ο επίσκοπος Λητής ονομάζεται πλέον "Λητής και Ρεντίνης" και εγκαθίσταται στη Ρεντίνα, καθώς η Λητή έχει παρακμάσει και εγκαταλειφτεί μετά τις επιδρομές και τις επακόλουθες μετακινήσεις πληθυσμών. Κατά το 10ο αιώνα τα τείχη επισκευάζονται, πύργοι επανακτίζονται εκ βάθρων, δημιουργείται το υπόσκαφο κλιμακοστάσιο και ανοικοδομείται ο κύριος όγκος των κατοικιών και των δημοσίων κτιρίων.

Το κάστρο ακολουθεί την ιστορική πορεία της Μακεδονίας κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Το 1204 καταλαμβάνεται από τους Φράγκους σταυροφόρους ιππότες και θα αποτελέσει ένα από τα δυναμάρια του φράγκικου Βασιλείου της Θεσσαλονίκης ως πριν το 1224, οπότε και περνά στα χέρια του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Μετά τη μάχη της Κλοκοτίνιτζας (1230) ο γιος του Θεόδωρου, Ιωάννης Δούκας Κομνηνός ανακηρύσσει εαυτόν δεσπότη Θεσσαλονίκης. Η φρουρά του θα εγκαταλείψει τη Ρεντίνα, μόλις πληροφορηθεί πως καταφθάνει στην περιοχή μεγάλο εκστρατευτικό σώμα της Νίκαιας με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Ιωάννη Βατάτζη. Ο Βατάτζης εισήλθε στο κάστρο και διανυκτέρευσε εκεί (1242).[2]

Ακριβώς έναν αιώνα αργότερα (1342), κατά το δεύτερο βυζαντινό εμφύλιο, το φρούριο καταλαμβάνει ο Ιωάννης Καντακουζηνός και εγκαθιστά φρουρά. Ακολούθως εκπολιορκεί το κάστρο ο Συργής, κεφαλή των Σερρών, συλλαμβάνει αιχμαλώτους τους στρατιώτες και τους άρχοντες του κάστρου που συνεργάστηκαν με τον Καντακουζηνό, τους φυλακίζει και τους βασανίζει. Κατά την παλαιολόγεια περίοδο ο οικισμός γνωρίζει ανάπτυξη, χτίζονται και επισκευάζονται οχυρώσεις, καθώς και ο μικρός ναός με τρούλο, ερείπια του οποίου σώζονται σήμερα. Το κάστρο αποτελεί πλέον, εκτός από έδρα επισκοπής και έδρα κατεπανικίου (Κατεπανίκιον Ρεντίνας) και αναφέρεται συχνά στα αρχεία των αγιορείτικων μονών (13ος-14ος αι.).

Η Ρεντίνα πέφτει διαδοχικά στους Σέρβους (π.1345), στους Έλληνες (1371), στους Τούρκους (1383), ξανά στους Έλληνες(1402) και οριστικά στους Οθωμανούς (πριν το 1423). Με την τελική κατάκτηση από τους Τούρκους αρχίζει η παρακμή του κάστρου που θα οδηγήσει στην οριστική εγκατάλειψη του. Στην περιοχή εγκαθίστανται Γιουρούκοι νομάδες και το διοικητικό κέντρο μετατοπίζεται στο Μπεσίκι (σημερινή Βόλβη). Λίγα νομίσματα του 16ου αιώνα υποδηλώνουν ένδειξη κατοίκησης, το 17ο αιώνα όμως, είναι σίγουρο πως πυκνή βλάστηση έχει καταλάβει ως τελευταίος κατακτητής το κάστρο.[3] Στα Στενά της Ρεντίνας, στις 15 Ιουνίου 1821, έλαβε χώρα μεταξύ των Μακεδόνων Επαναστατών και του Οθωμανικού Στρατού, η Μάχη της Ρεντίνας.

Αρχαιολογικές ανασκαφές και ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ανασκαφές στο οχυρωμένο Βυζαντινό οικισμό της Μυγδονικής Ρεντίνας ξεκίνησαν το 1976 από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με την εποπτεία της Ενάτης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και με επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Ν.Κ. Μουτσόπουλου και συνεχίζονται έως και σήμερα. Η ολοκλήρωση των αρχαιολογικών στρωματογραφικών τομών σε διάφορα σημεία της δυτικής πλευράς του λόφου, απέδωσε στα κατώτατα στρώματα άφθονα εργαλεία και άλλα αντικείμενα νεολιθικής εποχής, αρχαϊκά ειδώλια και όστρακα αγγείων που χρονολογήθηκαν από την κλασική μέχρι την ρωμαϊκή και την παλαιοχριστιανική εποχή. Στο σύνολο των ευρημάτων συγκαταλέγονται τουλάχιστον 2.000 ελληνικά νομίσματα, 400 αγγεία εξαιρετικής τέχνης, καθώς και ελληνικές επιγραφές.

Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται βυζαντινοί σκύφοι και όστρακα αγγείων του 10ου έως και του 14ου αιώνα, αργυρά περιδέραια και άλλα κοσμήματα χρυσά και αργυρά, βυζαντινό θωράκιο Λάρνακας του 11ου αιώνα, επιγραφές που είχαν μεταγενέστερα χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικά υλικά. Επιπλέον, έχουν ανασκαφεί το μυστικό κλιμακοστάσιο που οδηγούσε από τον ακρόπυργο στις υπόγειες δεξαμενές και χρησίμευε ως κρυφή διαφυγή, ο παλαιολόγιος ναός, η βασιλική του 10ου αιώνα, κατοικίες και εργαστήρια του οικισμού, ναΐσκος και νεκροταφείο στο έξω των τειχών τμήμα του οικισμού, παλαιοχριστιανικό λουτρό, διάφορα ταφικά συγκροτήματα ενώ στην Βασιλική του 10ου αιώνα διασώθηκαν και τεμάχια από τοιχογραφίες. Επίσης, οι έρευνες τα τελευταία είκοσι χρόνια στον οχυρό Βυζαντινό οικισμό βοήθησαν στην αποκατάσταση του κοινωνικού και στρατηγικού ρόλου που διαδραματίζουν τα βυζαντινά κάστρα που διαφεντεύουν «Κλεισούρες», όπως και την καθημερινή ζωή σε ένα τέτοιο οχυρό οικισμό, στον οποίο ακόμα και τα σκεύη καθημερινής χρήσεως καθόλου δεν υστερούν σε ποιότητα από τα αντίστοιχα των αστικών βυζαντινών κέντρων.

Στόχος είναι η δυνατότητα επίσκεψης του χώρου σε ένα ευρύτερο κοινό και διδαχής από την αποκατάσταση του μοναδικού μέχρι σήμερα στο Βορειοελλαδικό χώρο Βυζαντινού οικισμού, που βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό δρόμο επικοινωνίας Ανατολής και Δύσης, στην αρχαία Εγνατία Οδό, που κέντρο ζωής και δράσης τόσο από την 3η χιλιετία έως τον 7ο αιώνα μ.Χ. αλλά και από τον 9 έως τον 15ο μ.Χ. αιώνα ως βυζαντινό οχυρωμένο πόλισμα.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ν.Κ.Μουτσόπουλος (2001), σελ. 42.
  2. Γεώργιος Ακροπολίτης.
  3. Ν.Κ.Μουτσόπουλος (2001), σελ. 49.
  4. Σουγλέ Βασιλική (2010), σελ. 14.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]