Κάστρο Ατζλούν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 32°19′30.75″N 35°43′38.21″E / 32.3252083°N 35.7272806°E / 32.3252083; 35.7272806

Κάστρο Ατζλούν
قلعة عجلون
Ατζλούν, Ιορδανία
Ajloun Castle.jpg
Το κάστρο Ατζλούν
ΤύποςΚάστρο

Το κάστρο Ατζλούν (αραβικά: قلعة عجلون‎) είναι μουσουλμανικό κάστρο του 12ου αιώνα, το οποίο βρίσκεται στη βορειοδυτική Ιορδανία. Είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου που ανήκει στην περιοχή τους όρους Ατζλούν, επίσης γνωστού ως Τζαμπάλ Αούφ μετά την κατάκτηση της περιοχής από μία φυλή βεδουίνων τον 12ο αιώνα. Από την ψηλή του θέση, το κάστρο φρουρούσε τρία ουάντι τα οποία κατέβαιναν προς την κοιλάδα της Ιορδανίας. Το κάστρο χτίστηκε από τους Αγιουβίδες τον 12ο αιώνα και επεκτάθηκε από τους Μαμελούκους τον 13ο αιώνα.

Το όνομα Ατζλούν προέρχεται από έναν Χριστιανό μοναχό που ζούσε στο συγκεκριμένο βουνό κατά τη Βυζαντινή περίοδο.[1] Το κάστρο στέκεται πάνω στα ερείπια ενός μοναστηριού, ίχνη του οποίου ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια αρχαιολογικών ανασκαφών.

Το κάστρο υπήρξε ο πυρήνας ενός οικισμού ο οποίος έχει εξελιχθεί στη σημερινή πόλη Ατζλούν. Το συνεχές αναπτυσσόμενο faubourg (προάστιο) του κάστρου οδήγησε στο δεύτερο όνομά του, Qalʻat ar-Rabad, δηλαδή «το κάστρο του faubourg» ή «το κάστρο με τα προάστια».[εκκρεμεί παραπομπή]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο Ατζλούν βρίσκεται στην τοποθεσία ενός παλιού μονατηριού. Ανακαινίστηκε ως οχυρό το 1184 από τον Ιζ αλ-Ντιν Ουσάμα, έναν από τους στρατηγούς του στρατού του σουλτάνου Σαλαντίν. Το κάστρο έλεγχε την κυκλοφορία κατά μήκος του δρόμου που ένωνε τη Δαμασκό με την Αίγυπτο.[2] Σύμφωνα με τον ιστορικό του Σαλαντίν, Μπάχα αντ-Ντιν ιμπν Σανταντ, το οχυρό χτίστηκε κυρίως για να βοηθήσει τις αρχές της Δαμασκού να ελέγχουν τις φυλές των βεδουίνων του Τζαμπάλ Αούφ. Αυτές οι φυλές απολάμβαναν αρκετή αυτονομία, κάτι που τους επέτρεπε να συμμαχούν με τους σταυροφόρους, και κάποια στιγμή είχαν στρατοπεδεύσει με εκατό σκηνές δίπλα στους Οσπιτάλιους Ιππότες στο κάστρο Μπελβουάρ στην αντίθετη πλευρά της κοιλάδας της Ιορδανίας.[3] Ως εκ τούτου, το κάστρο Ατζλούν είναι ένα από τα ελάχιστα μουσουλμανικά οχυρά που χτίστηκαν από τους Αγιουβίδες για να προστατέψουν το βασίλειό τους απέναντι στους σταυροφόρους επιδρομείς, οι οποίοι μπορούσαν να έρθουν από τις πόλεις Μπεϊσάν και Μπελβουάρ στα δυτικά και από την πόλη Αλ Καράκ στα νότια.

Από τη θέση του, το οχυρό κυριάρχησε σε μια μεγάλη έκταση της βόρειας κοιλάδας της Ιορδανίας, έλεγχε τα τρία κύρια μονοπάτια που οδηγούσαν σε αυτήν και προστάτευε τους δρόμους επικοινωνίας μεταξύ νότιας Ιορδανίας και Συρίας. Χτίστηκε για να συγκρατήσει την πρόοδο του Λατινικού Βασιλείου, το οποίο με την Αυτοκρατορία του Ούλτρεζορνταν είχε αποκτήσει θέση στην Υπεριορδανία, αλλά και ως απάντηση στο κάστρο Μπελβουάρ το οποίο βρισκόταν λίγα μίλια νότια της θάλασσας της Γαλιλαίας. Ένας άλλος σημαντικός στόχος του οχυρού ήταν να προστατεύει την ανάπτυξη και τον έλεγχο των μεταλλείων σιδήρου της Ατζλούν.

Αρχικό κτίριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αρχικό κτίριο του κάστρου είχε τέσσερις πύργους στις αντίστοιχες τέσσερις γωνίες του, οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος και μία διπλή πύλη. Στους ογκώδεις τείχους του υπήρχαν ενσωματωμένες σχισμές για βέλη και γύρω γύρω ήταν περικυκλωμένο από τάφρο πλάτους περίπου 16 μέτρων και βάθους περίπου 12-15 μέτρων.

Επέκταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Ουσάμα, το κάστρο επεκτάθηκε το 1214-15 μ.Χ. από τον Αϊμπάκ ιμπν Αμπντουλάχ, τον κυβερνήτη των Μαμελούκων. Ο Αμπντουλάχ πρόσθεσε έναν καινούριο πύργο στη νοτιοανατολική γωνία και έχτισε την πύλη.

Μετά την πτώση του Καράκ το 1187 μ.Χ. από τους Αγιουβίδες, το κάστρο έχασε την στρατιωτική του σημασία. Στα μέσα του 13ου αιώνα, το κάστρο παραχωρήθηκε στον Γουσέφ ιμπν Αγιούμπ, Βασιλιά Χαλεπίου και Δαμασκού, ο οποίος ανακαίνισε τον βορειοανατολικό πύργο και χρησιμοποίησε το κάστρο ως διοικητικό κέντρο.

Το 1260 μ.Χ., οι Μογγόλοι κατέστρεψαν μέρη του κάστρου, συμπεριλαμβανομένων και των επάλξεών του. Σύντομα μετά τη νίκη των Μαμελούκων έναντι των Μογγόλων στη μάχη του Αΐν Τζαλούτ, ο Σουλτάνος αντ-Ντάχερ Μπαϊμπάρς ανακαίνισε το κάστρο και καθάρισε την τάφρο. Το κάστρο χρησιμοποιήθηκε ως αποθήκη για καλλιέργειες και προμήθειες. Όταν ο Ιζ αντ-Ντιν Αϊμπάκ διορίστηκε κυβερνήτης, ανακαίνισε το κάστρο για ακόμη μία φορά, όπως φαίνεται από επιγραφή που βρέθηκε στο νοτιοδυτικό πύργο του κάστρου.

Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, ένα βοηθητικό σώμα στρατού αποτελούμενο από πενήντα στρατιώτες εγκαταστάθηκε μέσα στο κάστρο. Κατά το πρώτο τέταρτο του 17ου αιώνα, ο Πρίγκιπας Φαχρ-αλ-Ντιν II το χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια της μάχης ενανίον του Αχμάντ ιμπν Ταρμπέι. Προμήθευσε το κάστρο με ένα σώμα στρατού και τους παρείχει προμήθειες και πυρομαχικά. Το 1812, ο Ελβετός ταξιδιώτης Γιόχαν Λούντβιχ Μπέργκχαρτ βρήκε το κάστρο να κατοικείται από περίπου σαράντα άτομα.

Δύο μεγάλοι καταστροφικοί σεισμοί έπληξαν το κάστρο το 1837 και το 1927. Πρόσφατα, το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Ιορδανίας χρηματοδότησε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης και σταθεροποίησης των τειχών και ξανάχτισε τη γέφυρα πάνω από την τάφρο.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο Ατζλούν είναι ανοικτό για τους τουρίστες. Αρκετές περιοχές του μπορούν να εξερευνηθούν και οι τουρίστες στην Ιορδανία το επισκέπτονται συχνά. Μέσα στο κάστρο υπάρχει επίσης μουσείο με αρκετά ενδιαφέροντα αντικείμενα από τις διάφορες χρονικές περιόδους της περιοχής.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Maurice Gaudefroy-Demombynes (1923). La Syrie à l'époque des Mamelouks d'après les auteurs arabes. III. Paris: Bibliothèque archéologique et historique du Service des Antiquités et des Beaux-Arts en Syrie et au Liban. σελ. 66. 
  2. Matthew Teller (2002). The rough guide to JordanFree registration required (στα Αγγλικά). Rough Guides. σελ. 173. ISBN 9781858287409. 
  3. Joseph M. Delaville Le Roulx (1894). Cartulaire général de l'ordre des Hospitaliers de Saint-Jean de Jérusalem (1100-1301). I. Paris, σελ. 395-396. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Darwish, Nazmieh Rida Tawfiq (1990). Jordan. Plurigraf Narni. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]