Κάντορας
Ο όρος Κάντορας (γερμ. Kantor, λατ. Cantor, ελλ. Ψάλτης) σημαίνει εν γένει τον ψάλτη ή τον ηγέτη εκκλησιαστικής χορωδίας[1]. Στο πλαίσιο της ρωμαϊκής καθολικής λειτουργίας, περιγράφει τον σολίστ που ερμηνεύει τα σόλο μέρη των ψαλμών σε αντιδιαστολή με τα μέρη που εκτελούνται από τη χορωδία. Στις προτεσταντικές εκκλησίες, ο Κάντορας περιέγραφε τον μουσικό διευθυντή και η θέση του συνδύαζε συνήθως και εκπαιδευτικά καθήκοντα σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα που συνδεόταν με την εκκλησία. Στη Γερμανία, από την εποχή της Μεταρύθμισης, μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, οι Κάντορες των μεγάλων πόλεων είχαν μεγάλο κοινωνικό κύρος. Σπουδαίο παράδειγμα αποτελεί ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, ο οποίος διορίστηκε Κάντορας στη Λειψία το 1723. Παράλληλα με τη σύνθεση και διεύθυνση εκκλησιαστικής μουσικής, οι Κάντορες συμμετείχαν επίσης σε εκδηλώσεις κοσμικής μουσικής. Ενίοτε, και συνήθως έξω από σημαντικά κέντρα εκκλησιαστικής μουσικής, ο οργανίστας έφερε επίσης τον τίτλο του Κάντορα[2].
Στις εβραϊκές εκκλησίες, ο Κάντορας, αλλιώς και Χαζάν (εβρ. ḥazzan), περιγράφει τον εκπαιδευμένο ψάλτη που καθοδηγεί την προσευχή στη συναγωγή, και είναι δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον ραββίνο[3].
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]