Ιωακείμ (βασιλιάς)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλα πρόσωπα με το όνομα Ιωακείμ, δείτε: Ιωακείμ (αποσαφήνιση).
Ιωακείμ
Βασιλιάς του Ισραήλ (Ιούδα)
Jehoiakim-Eliakim.png
Περίοδος609–598 π.Χ.
ΠροκάτοχοςΙωάχαζ
ΔιάδοχοςΙεχονίας
ΓέννησηΙερουσαλήμ
Θάνατος598 π.Χ.
Ιερουσαλήμ
ΕπίγονοιΙεχονίας
ΟίκοςΟίκος του Δαβίδ
ΠατέραςΙωσίας
ΜητέραΖεβουδά
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Ιωακείμ (εβραϊκά: יְהוֹיָקִים‬ -Yəhōyāqîm; αγγλικά: Jehoiakim‎) είναι Βιβλικό πρόσωπο και φερόμενος ως ένας απο τους τελευταίους βασιλείς του Ιούδα και πιο συγκεκριμένα απο το 609 εως το 598 π.Χ. Ήταν ο δεύτερος γιος του βασιλιά Ιωσία και της Ζεβουδά.[1] Το αρχικό του όνομα ήταν Ελιακείμ.[2]

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον θάνατο του Ιωσία, ο μικρός αδελφός του Ιωακείμ, Ιωάχαζ, διαδέχθηκε ως βασιλιάς, αλλά μετά απο τρεις μήνες ο Φαραώ Νεχώ Β΄ της Αιγύπτου αιχμαλώτισε τον Βασιλιά Ιωάχαζ και έκανε βασιλιά τον 25χρονο Ελιακείμ. Όταν έγινε βασιλιάς, το όνομά του άλλαξε σε Ιωακείμ.[3]

Η βασιλεία του Ιωακείμ διήρκησε για 11 χρόνια, απο το 609 π.Χ. εώς το 598 π.Χ. όπου τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ιεχονίας.[4]

Βασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωακείμ διορίστηκε βασιλιάς από τον Νεχώ Β', βασιλιά της Αιγύπτου, το 609 π.Χ., μετά την επιστροφή του Νεχώ από τη μάχη στο Χαράν, τρεις μήνες αφότου σκότωσε τον βασιλιά Ιωσία στην Μεγιδδώ.[5] Ο Νεχώ εξόρισε τον μικρότερο αδερφό του Ιωακείμ, Ιωάχαζ, μετά από μια περίοδο τριών μηνών και τον πήγε στην Αίγυπτο, όπου πέθανε. Ο Ιωακείμ κυβέρνησε αρχικά ως υποτελής των Αιγυπτίων, καταβάλλοντας ένα μεγάλο φόρο τιμής. Για να ανεβάσει τα χρήματα «φορολογούσε τη χώρα και απαιτούσε αργυρό και χρυσό από τους ανθρώπους της σύμφωνα με τις εισφορές τους».[6]

Ωστόσο, αφού οι Αιγύπτιοι νικήθηκαν απο τους Βαβυλώνιους στη μάχη της Καρχεμισίας (αγγλικά: Battle of Carchemish‎) το 605 π.Χ.,[7] ο Ναβουχοδονόσορ Β' πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ και ο Ιωακείμ άλλαξε την υποταγή του απο τους Αιγύπιους στου Βαβυλώνιους ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Τους απέδωσε φόρο τιμής από το θησαυροφυλάκιο της Ιερουσαλήμ, μερικά εκθέματα ναού και παρέδωσε κάποιους από την βασιλική οικογένεια και τους ευγενείς ως ομήρους.[5]

Η ραββινική λογοτεχνία περιγράφει τον Ιωακείμ ως άγριο τύραννο που διέπραττε αμαρτίες και εγκλήματα. Εμφανίζεται ως σε σχέση αιμομιξίας με τη μητέρα του, τη νύφη του και τη μητριά του και πως είχε τη συνήθεια να δολοφονεί ανθρώπους, των οποίων τις συζύγους μετά βίαζε και των οποίων άρπαξε την περιουσία. Περιγράφεται επίσης ότι είχε κάνει τατουάζ στο σώμα του.[8]

Ο Ιωακείμ συνέχισε για τρία χρόνια ως υποτακτικός των Βαβυλωνίων, μέχρις που η αποτυχία της εισβολής τους στην Αίγυπτο το 601 π.Χ. υπονόμευε τον έλεγχο της περιοχής. Ο Ιωακείμ επέστρεψε την πίστη του στους Αιγυπτίους.[5] Στα τέλη του 598 π.Χ., ο Βαβυλώνιος βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας Β' εισέβαλε στον Ιούδα και επανέλαβε την πολιορκία στην Ιερουσαλήμ, η οποία διήρκεσε τρεις μήνες. Ο Ιωακείμ πέθανε πριν τελειώσει η πολιορκία.[9]

Ο Ιερεμίας προφήτευσε ότι θα πεθάνει χωρίς σωστή κηδεία λέγοντας τα εξής λόγια "Αλλοίμονον στον άνδρα, αυτόν! Δεν θα τον θρηνήσουν με κοπετούς λέγοντες, ω αδελφέ! Ούτε θα κλαύσουν δι' αυτόν λέγοντες, αλλοίμονον Κύριε! Θα ενταφιασθεί όπως ο όνος. Θα συρθή και θα ριφθή πέραν από την πύλην της Ιερουσαλήμ.".[10] (Ιερ. 22:18-19)

Ο Ιώσηπος Φλάβιος έγραψε ότι ο Ναβουχοδονόσορ είχε σκοτώσει τον Ιωακείμ μαζί με υψηλόβαθμους αξιωματικούς του και κατόπιν διέταξε το σώμα του Ιωακείμ "να ριχτεί έξω απο τα τείχη, χωρίς καμία ταφή".[11]

Τον διαδέχθηκε ο γιος του Ιεχονίας.[4] Μετά από τρεις μήνες, σύμφωνα με τον Ιώσηπο, ο Ναβουχοδονόσορ εξόρισε τον Ιεχονία φοβούμενος ότι θα εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του επαναστατώντας και εγκατέστησε στη θέση του τον βασιλιά Σεδεκία, τον μικρότερο αδερφό του Ιωακείμ. Ο Ιεχονίας και μεγάλο μέρος του πληθυσμού του Ιούδα εξορίστηκαν στη Βαβυλώνα.[12]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Bible Gateway passage: 1 Chronicles 3:15 - New King James Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  2. «Ιωακείμ (Βασιλιάς του Ιούδα) — ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς». wol.jw.org. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  3. «2 Βασιλέων 23 — ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς». wol.jw.org. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  4. 4,0 4,1 «Bible Gateway passage: 2 Kings 24:6 - New International Version». Bible Gateway. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  5. 5,0 5,1 5,2 «The Journal of Hebrew Scriptures» (PDF). 
  6. «oremus Bible Browser : 2 Kings 23:35–23:35». bible.oremus.org. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  7. «THE BABYLONIAN CHRONICLE AND THE ANCIENT CALENDAR OF THE KINGDOM OF JUDAH». web.archive.org. 23 Σεπτεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  8. «JEHOIAKIM - JewishEncyclopedia.com». www.jewishencyclopedia.com. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  9. Cohn-Sherbok, Dan. (1996). The Hebrew Bible. London: Cassell. ISBN 0-304-33702-1. 33161575. 
  10. «ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΙΕΡΕΜΙΑΣ ΚΕΦ. 22». users.sch.gr. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  11. «Supplementum Epigraphicum GraecumSenatusconsulta. Decrees concerning the Jews in Josephus' Antiquities». Supplementum Epigraphicum Graecum. Ανακτήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 2020. 
  12. Geoffrey Wigoder, The Illustrated Dictionary & Concordance of the Bible, Sterling Publishing Company, Inc. (2006)