Ιωάννης Μόσχος (μοναχός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ο Ιωάννης Μόσχος (γεν. περίπου στα μέσα του 6ου αιώνα και εκοιμήθη στις αρχές 7ου αιώνα) ήταν Βυζαντινός μοναχός, ασκητής και περιηγητής, περισσότερο γνωστός ως ο συγγραφέας του έργου Λειμωνάριον (PG (του Migne) 87, 2852-3112). Το έργο αυτό συνέγραψε (ή ολοκλήρωσε) στη Ρώμη (κατ' άλλους στην Κωνσταντινούπολη), προς το τέλος του βίου του, στις αρχές του 7ου αιώνος. O Ιωάννης γεννήθηκε το 545/552 μ.Χ. πιθανότατα στη Δαμασκό της Συρίας[1], ενώ ως έτος κοιμήσεώς του θεωρείται το 619 μ.Χ., αν και αναφέρεται επίσης το 634 μ.Χ.. Μετά το πέρας των σπουδών του, ο Ιωάννης εκάρη μοναχός στη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου της Βηθλεέμ, αργότερα δε έζησε ως ερημίτης στην περιοχή της κοιλάδας του Ιορδάνου, και ακολούθως εμόνασε στη Μονή του Αγίου Σάββα στην Ιερουσαλήμ. Έζησε σε μία περίοδο κατά την οποία οι περισσότερες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου, που είχαν αποτελέσει κέντρα ακμής του ελληνορωμαϊκού κόσμου, όπως η Αντιόχεια, η Τύρος, η Σιδώνα και η Βηρυτός παρήκμαζαν οικονομικά και πολιτικά, και συρρικνώνονταν και ως προς την έκταση και ως προς τον πληθυσμό[2]. Η Τύρος, η Σιδώνα και η Βηρυτός στα χρόνια του Ιωάννη, μεταμορφώνονταν σταδιακά από εμπορικά κέντρα σε μεγάλα ψαροχώρια[3]. Σε διάφορα σημεία, τα γραπτά του Ιωάννη απεικονίζουν την παρακμή και τη φθορά που περιέβαλλε τον άλλοτε ακμάζοντα κόσμο της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο Ιωάννης, πιθανώς λόγω της εγκράτειάς του έλαβε το προσωνύμιο Ευκρατάς (=Εγκρατής), όμως ο Χρήστου υποστηρίζει ότι το παρωνύμιο προέρχεται από το αφέψημα "εύκρατον", το οποίο έπιναν οι μοναχοί σε μοναστήρι που ο Ιωάννης Μόσχος ίδρυσε στην Καρχηδόνα[4] - ο Μόσχος το 615/614 μ.Χ. έφυγε από την Αλεξάνδρεια λόγω της απειλής των Σασσανιδών Περσών, και πριν καταλήξει στη Ρώμη πιθανώς να ταξίδεψε στη Δυτική Αφρική.

Ο "Λειμών" του Ιωάννου Μόσχου.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίπου το 578 μ.Χ. ο Ιωάννης, συνοδευόμενος από τον μαθητή και αχώριστο σύντροφό του Σωφρόνιο τον Σοφιστή (τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων) ξεκίνησαν από τη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου της Βηθλεέμ με προορισμό την Αλεξάνδρεια[5]. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ήδη από τότε υπήρχε στον νου των δύο ανδρών η σκέψη του να συλλέξουν υλικό, διδαχές αγίων πατέρων και διηγήσεις από τον βίο μοναχών και ερημιτών ασκητών, που θα διέσωζε δείγματα και εκφάνσεις της σοφίας των πατέρων της ερήμου[6]. Το ταξίδι ξεκινούσε σε μια βίαιη εποχή, σε μια μεταβατική περίοδο ρευστότητας, κατά την οποία ο κόσμος των ερημιτών πατέρων της Ανατολής και εν γένει των μοναχών των ανατολικών επαρχιών της αυτοκρατορίας κινδύνευε, λόγω των εθνο-πολιτισμικών ανακατατάξεων, με τους νομαδικούς πληθυσμούς της ερήμου να επιδίδονται σε όλο και συχνότερες επιδρομές, και με την απειλή των στρατευμάτων των Σασσανιδών Περσών υπό αύξηση[7]. Οι δύο άνδρες σκόπευαν να κατευθυνθούν νοτιοανατολικά, διαμέσου των έρημων εκτάσεων της Ιουδαίας, με προορισμό την Αλεξάνδρεια. Στην διάρκεια της περιήγησής του στην Αίγυπτο, ο Ιωάννης έφθασε μέχρι την Μεγάλη Όαση της Λιβυκής Ερήμου της Αιγύπτου[8]. Η Αίγυπτος όμως δεν υπήρξε ο τελικός προορισμός για τον συγγραφέα και τον μαθητή του. Η γεωπολιτική ρευστότητα της εποχής έμελλε να τους οδηγήσει σε μια περιπλάνηση σε όλη την έκταση του ανατολικού Βυζαντίου (Αίγυπτος, Συροπαλαιστίνη, Κύπρος, Κιλικία). Καρπός των ταξιδιών του Ιωάννη στην Ανατολή και της εφέσεώς του στο να συλλέγει ψυχωφελείς διηγήσεις, ήταν το έργο Λειμών ή Λειμωνάριο, έργο που γνώρισε ιδιαίτερη δημοφιλία κατά τη βυζαντινή περίοδο στην Ανατολή, ελληνόφωνη και μη, δημοφιλία που μαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των χειρογράφων που διέσωσαν το κείμενο[9]. Καθώς μάλιστα το έργο του Μόσχου αποτελείται από ιδιαίτερα ποικίλου περιεχομένου ανέκδοτα, αυτός που θα επιχειρούσε μια κριτική έκδοση του Λειμωναρίου, θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσει, όσον αφορά την πλειονότητα των χειρογράφων, το κάθε χειρόγραφο σαν μια ανεξάρτητη συλλογή διηγήσεων, σαν μια προσωπική συλλογή του εκάστοτε γραφέως. Με άλλα λόγια, συχνά είναι δυσδιάκριτο για κάποιες από τις διηγήσεις το εάν ανήκαν στην αρχική συλλογή του Μόσχου ή αν προστέθηκαν στη συλλογή από κάποιον γραφέα μεταγενέστερα.

Μέχρι το 1947 οι σύγχρονοι ιστορικοί άδιαφόρησαν για το περιεχόμενο του έργου[10]. Όμως το 1947 ο Norman Baynes συνέγραψε μία περιγραφή του έργου, παρατηρώντας στο τέλος του συγγράμματός του ότι οι ιστορικοί έχουν ανάρμοστα αγνοήσει τον Λειμώνα[11]. Φαίνεται ότι η εργασία αυτή και η παρατήρηση του κλεισίματος της συγγραφής, τράβηξαν το ενδιαφέρον μιας μερίδας ερευνητών, με αποτέλεσμα να δημοσιευθούν κάποιες αξιόλογες εργασίες[12].

Η εποχή της νεότητος.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκειμένου να πάρουμε μία γεύση της περιόδου κατά την οποία γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Ιωάννης, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε κάποια σύγχρονα ιστορικά γεγονότα. Τον Ιούνιο του 545, πιθανού έτους γεννήσεως του συγγραφέα, Ιουδαίοι και Σαμαρείτες της Παλαιστίνης έστεψαν κατόπιν εκλογής στην Παλαιστίνη ως βασιλιά τους κάποιον Ιουλιανό, και έστρεψαν τα όπλα τους εναντίον των χριστιανών της περιοχής[13], κυρίως δε, κατά των χριστιανών κατοίκων της Φλαβίας Νεάπολης (σημερινής Ναμπλούς). Ο 5ος και 6ος αιώνας ήταν για την Παλαιστίνη μια περίοδος έξαρσης των προστριβών ανάμεσα στους χριστιανούς από τη μια, και τους Σαμαρείτες και Ιουδαίους από την άλλη[14]. Η στάση του 545 ήταν μία μόνο από τις εξεγέρσεις των Σαμαρειτών και Ιουδαίων της περιοχής, εξεγέρσεις που κατευθύνονταν όχι μόνο εναντίον των χριστιανών, αλλά κυρίως εναντίον της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) διοίκησης. Η ένοπλη αυτή στάση συνοδεύθηκε από πλιάτσικα και από εμπρησμούς χριστιανικών ναών[15]. Ο Ιουστινιανός Α΄ στέλνει στρατό εναντίον τους, ο οποίος καταστέλλει αμείλικτα την στάση, ενώ ο Ιουλιανός αποκεφαλίζεται. Κατόπιν της καταστολής της στάσεως, η κοινότητα των Σαμαρειτών της Νεάπολης συρρικνώνεται, (περίπου δε ενενήντα χρόνια αργότερα, η πόλη έμελλε να πέσει στα χέρια των Αράβων). Δύο χρόνια πριν (543 ή 544), ο Ιουστινιανός στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να διευκολύνει την ένταξη των μονοφυσιτών στην Εκκλησία εκδίδει διάταγμα το οποίο καταδικάζει τα λεγόμενα τότε Τρία Κεφάλαια, έργα νεστοριανικής απόκλισης, των Θεοδώρου Μοψουεστίας, Θεοδωρήτου Κύρρου και Ίβα Εδέσσης[16][17]. Tο διάταγμα όμως αυτό αρνούνται να επικυρώσουν οι επίσκοποι της Δύσεως. Ο Ιουστινιανός συγκαλεί τελικά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (5 Μαΐου έως 21 Ιουνίου 553) στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να ειρηνεύσει η Εκκλησία. Η Σύνοδος λαμβάνει χώρα υπό την προεδρία του Ευτυχούς, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως[18]. Μετά από οκτώ συνεδρίες η Σύνοδος καταλήγει στην καταδίκη των Τριών Κεφαλαίων, (τα Τρία Κεφάλαια ήταν ο Θεόδωρος Μοψουεστίας, τα αντι-κυριλλικά έργα του Θεοδωρήτου Κύρρου καθώς και εκείνα που στρέφονται εναντίον της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, και η επιστολή του Ίβα Εδέσσης προς τον Μάρη τον Πέρση[19]) δια δεκατεσσάρων αναθεματισμών, επικυρώνοντας τη χριστολογική διδασκαλία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και ερμηνεύοντας τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας υπό το φως της Αλεξανδρινής θεολογίας[20]. Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο Μόσχος γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια σε μια εποχή κατά την οποία οι θρησκευτικές και θεολογικές διαφορές μπορούσαν να οδηγήσουν οι πρώτες σε ένοπλη βία μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, ενώ οι δεύτερες σε απειλητικές για την αυτοκρατορία τάσεις απόσχισης.

Μετά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο ο Ιάκωβος Βαραδαίος (έτος κοιμήσεως 578) έγινε επίσκοπος Εδέσσης. Ο Ιάκωβος χάρισε νέα πνοή στον Μονοφυσιτισμό, με αποτέλεσμα μετά τον θάνατό του, οι μονοφυσίτες να αποκαλέσουν εαυτούς «Ιακωβίτες». Η «Ιακωβιτική Εκκλησία» μονιμοποιήθηκε ως σχισματική μέχρι σήμερα, και σήμερα φέρει το όνομα «Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία της Αντιόχειας», έχει ως έδρα τη Δαμασκό, ενώ οι πιστοί της είναι γνωστοί ως «Συρο-ορθόδοξοι»[21] ή «Συρο-ϊακωβίτες». Το ότι μάλλον δεν υπήρξε ποτέ Συριακή εκδοχή του κειμένου του Λειμώνος οφείλεται προφανώς στον ζήλο του Μόσχου για την επικράτηση της χριστολογίας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που οπωσδήποτε τον κατέστησε δυσάρεστο και για τους Συρο-ορθοδόξους, αλλά και για τους Κόπτες αναγνώστες[22].

Στο κεφ. 38 του Λειμωναρίου βρίσκουμε μία αφήγηση που αφορά τον θάνατο του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄. Ο Αναστάσιος, ευρύτερα γνωστός ως Αναστάσιος Δίκορος, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας το 491[23]. Την εποχή εκείνη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Ευφήμιος, ο οποίος παρέμενε σταθερός στην αναγνώριση των κανόνων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και αρνιόταν να επικυρώσει τις έξι στον αριθμό συνόδους που καταφέρονταν εναντίον της. Ο Ευφήμιος, όταν μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ζήνωνος έμελλε να στεφθεί αυτοκράτορας ο Αναστάσιος, καθόσον τον υποψιαζόταν ως μονοφυσίτη και μανιχαϊστή, του ζήτησε έγγραφη ομολογία πίστεως στα ορθόδοξα δόγματα, με την οποία ο Αναστάσιος θα διαβεβαίωνε ότι δεν θα παρήκουε κανένα από τα της Εκκλησίας δόγματα. Πράγματι, ο μέλλων αυτοκράτορας παρέδωσε στον Ευφήμιο ιδιόχειρη γραφή με την οποία, ανάμεσα στα άλλα, υποσχόταν ότι θα εφύλαττε πάντα τα ωρισθέντα στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος[24]. Στα μέσα του 496 ο Αναστάσιος, έχοντας φανερά αποκλίνει προς την αίρεση του Ευτυχίου (προς τον Μονοφυσιτισμό), συνεκάλεσε σύνοδο, η οποία αναθεμάτισε την εν Χαλκηδόνι Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, και έτσι ο Αναστάσιος απαίτησε από τον Ευφήμιο να την καταδικάσει. Η άρνηση του Ευφημίου να αναγνωρίσει την αντι-χαλκιδόνεια προαναφερθείσα σύνοδο, είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να κατηγορηθεί ως αιρετικός, αλλά και να του καταλογισθεί ψευδώς έγκλημα, και να καθαιρεθεί[25]. Λίγο δε καιρό αργότερα ο Αναστάσιος τον εξόρισε στα Ευχάϊτα του Δυτικού Πόντου (πρόκειται για το σημερινό Τσόρουμ)[26].

Την ίδια χρονιά (496) Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εξελέγη ο Μακεδόνιος Β΄ (ιερός Μακεδόνιος Β΄), ο οποίος εκείνη την περίοδο φαίνεται ότι απολάμβανε της ευνοίας του Αναστασίου. Ο αυτοκράτορας όμως, από το 507 άρχισε να ασκεί πιέσεις και προς αυτόν, προκειμένου να αποκηρύξει την εν Χαλκηδόνι Σύνοδο. Επίσης απαιτούσε από τον Πατριάρχη να του δώσει την έγγραφη ομολογία πίστεως την οποία είχε δώσει στον προκάτοχό του Ευφήμιο, και την οποία ο Μακεδόνιος είχε στην κατοχή του[27]. Οι πιέσεις αυξήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο ιερός Μακεδόνιος να δεχθεί δολοφονική επίθεση με μαχαίρι[28] (ανάλογο περιστατικό είχε συμβεί και με τον Ευφήμιο). Τελικώς, ο Αναστάσιος τον καθἠρεσε το 511, και τον εξόρισε και αυτόν στα Ευχάϊτα. Στην προαναφερθείσα αφήγηση του Λειμωναρίου, μετά την καθαίρεση και εξορία των δύο Πατριαρχών, ο Αναστάσιος βλέπει καθ' ύπνους έναν λευκοντυμένο άνδρα ιστάμενον εμπρός του να διαβάζει από έναν γραμμένο κώδικα[29]. Ο λευκοντυμένος άνδρας διαβάζει το όνομα του αυτοκράτορα και τον πληροφορεί ότι λόγω της απιστίας του θα τον σβήσει δεκατέσσερεις φορές. Ύστερα δε από δύο ημέρες, ο Αναστάσιος, όντας έντρομος, με πολλές ταλαιπωρίες ξεψύχησε, λόγω των ασεβών του πράξεων απέναντι στην Εκκλησία. Ο Ιωάννης, προκειμένου να γράψει αυτήν την αφήγηση στηρίχθηκε στην αντίστοιχη αφήγηση του συμβάντος από τον σύγχρονό του Ιωάννη Μαλάλα[30]. Μάλιστα, σε μεγάλο μέρος της αφήγησης ο Μόσχος δεν διαφοροποιείται καν από την φρασεολογία του Μαλάλα. Παρά ταύτα, η διήγηση του Μόσχου συνδέει άμεσα την τιμωρία που ο Αναστάσιος υπέστη με την εξορία των δύο Πατριαρχών, στοιχείο που λείπει από την εκδοχή του Μαλάλα[31].

Η περίοδος από το 603/604 έως 619.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 603 ή 604 βρίσκει τον Ιωάννη στην Παλαιστίνη. Υπό την απειλή όμως της εισβολής των Περσών αναγκάζεται να φύγει και να βρει καταφύγιο στην Αντιόχεια. Διαπιστώνοντας όμως την κυριαρχία των Περσών και σ' αυτήν την περιοχή, βρίσκει εκ νέου καταφύγιο στην Αίγυπτο και βάζει τον εαυτό του στην υπηρεσία των πατριαρχών Ευλογίου (608), Θεοδώρου (609) και Ιωάννη του Ελεήμονος[32]. Το 615/614, ξανά λόγω της απειλής των Περσών, οι Ιωάννης και Σωφρόνιος αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αλεξάνδρεια, με κατάληξη τη Ρώμη[33], (κατ' άλλους την Κωνσταντινούπολη), όπου και εκοιμήθη ο Ιωάννης τον Σεπτέμβριο του 619. Ζώντας στη Ρώμη ο Ιωάννης συνέταξε ή ολοκλήρωσε τη συγγραφή του Λειμώνος. Όπως λέει ο ίδιος, η επιγραφή "Λειμών" εδόθη στο εν λόγω σύγγραμμα λόγω της τέρψεως και της ευωδίας και της ωφελείας που προσφέρει στους αναγνώστες του. Ο Μόσχος επέλεξε να χρησιμοποιήσει ανεπιτήδευτο και δημώδες ύφος στις διηγήσεις του[34], καθόσον θέλησε να απευθυνθεί και προς το λαϊκό και ολιγογράμματο αναγνωστικό κοινό της εποχής. Έτσι, ο Φώτιος αναφερόμενος στο ύφος του έργου γράφει : «Η δέ του λόγου ερμηνεία εις το ταπεινότερον του προτέρου και αμαθέστερον αποκλίνει»[35]. Καταπιανόμενος με την δραστηριότητα της συγγραφής, ο Μόσχος δεν εγκαινίαζε κάποιο νέο γραμματειακό είδος. Σίγουρα γνώριζε δύο προγενέστερα παρομοίου περιεχομένου πονήματα, που είχαν κυκλοφορήσει διακόσια χρόνια ενωρίτερα : την Λαυσαϊκή Ιστορία του Παλλαδίου και την συλλογή ανεκδότων που είναι γνωστή με τον τίτλο Historia Monachorum, έργα που είχαν καθιερώσει από καιρό το γραμματειακό είδος των ψυχωφελών διηγήσεων[36]. Άλλωστε, την εποχή του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, ο Κύριλος ο Σκυθοπολίτης, από τους πλέον καταξιωμένους συγγραφείς βίων αγίων του 6ου αι., είχε ζωντανέψει με τις τις αφηγήσεις του στιγμιότυπα ασκητικών άθλων των αγίων Ευθυμίου, Σάββα, Ιωάννη του Ησυχαστή, Κυριακού, Θεοδοσίου, Θεογνίου και Αβραμίου στην έρημο της Ιουδαίας.

Λίγο πριν από την εκδημία του, ο Μόσχος παρέδωσε το βιβλίο στον Σωφρόνιο, παραγγέλνοντάς του να μην αφήσει το λείψανό του στη Ρώμη, αλλά να το μεταφέρει και να το θάψει στο όρος Σινά, κοντά στα λείψανα των εκεί αγίων πατέρων. Του παρήγγειλε επίσης, εάν αυτό καθίστατο αδύνατο λόγω της επελάσεως των βαρβάρων, τότε να τον θάψει στη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου, που ήταν και η μονή της μετανοίας του, όπερ και εγένετο.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Chadwick H. (1974-01-01). "John Moschus and His Friend Sophronius the Sophist". The Journal of Theological Studies XXV (1): 41-74.

Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, Ταξίδι στη Σκιά του Βυζαντίου, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 1999.

Χρήστου Π.Κ. Εκκλησιαστική Γραμματολογία, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2003.


  1. Α. Γ. Μαρά, Χριστιανική Γραμματεία ΙΙ. Κείμενα και σημειώσεις, Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, σ.21.
  2. H. Kennedy, From Polis to Madina : Urban Change in Late Antique and Early Islamic Syria, Past and Present 106 (1985), σσ. 3-27.
  3. Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, Ταξίδι στη Σκιά του Βυζαντίου, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 1999, εφεξ. Νταλ..
  4. (Χρήστου, Π.Κ., Εκκλησιαστική Γραμματολογία, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 343)
  5. Π. Κ. Χρήστου, Ε. Γ. Μερετάκης "Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών" τ. 2, εκδ. "Γρηγόριος ο Παλαμάς", Θεσσαλονίκη 1987, (εφεξ. Χρήστ. Μερ.), σ. 5.
  6. Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, Ταξίδι στη Σκιά του Βυζαντίου, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 1999, σ. 26.
  7. Νταλ. σσ. 27-29.
  8. Χρήστ. Μερ. σ. 5
  9. E. Mioni, Il Pratum Spirituale gi Giovanni Mosco, Orientalia Christiana Periodica xvii (1951), σσ. 61-94.
  10. Chadwick H. (1974-01-01). "John Moschus and His Friend Sophronius the Sophist". The Journal of Theological Studies XXV (1): 41.
  11. N. Baynes, The Pratum Sprituale, Orientalia Christiana Periodica, xiii (1947), σσ. 404-14.
  12. H. Chadwick, John Moschus and His Friend Sophronius the Sophist, The Journal of Theological Studies, NEW SERIES, vOL. 25, No 1 (April 1974) σ. 41. Εφεξ. Chad..
  13. τω δέ Ιουνίω μηνί Σαμαρείται και Ιουδαίοι εν Παλαιστίνη βασιλέα Ιουλιανόν τινα έστεψαν. και κατά Χριστιανών όπλα κινήσαντες, αρπαγάς και φόνους και εμπυρισμούς κατά Χριστιανών ειργάσαντο. ("Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae. Theophanis Chronographia", Βόννη 1839, σ. 274 Α6-Β11).
  14. Οι προστριβές ανάμεσα σε Σαμαρίτες και Χριστιανούς εκδηλώνονταν κυρίως με αφορμή τη διεκδίκηση προσκυνημάτων και ιερών τόπων. Αυτού του είδους οι προστριβές είχαν ξεκινήσει ήδη από την εποχή του Θεοδοσίου Α΄. Κατ' αυτήν την περίοδο Χριστιανοί ερχόμενοι στη Νεάπολη (πρόκειται για την αρχαία Συχέμ, που δεν είναι άλλη από τη σημερινή Ναμπλούς), προσπάθησαν να εμποδίσουν τους Σαμαρίτες να τελούν τη λατρεία τους στο όρος Γαριζίν. Ανάλογες προστριβές σημειώθηκαν αργότερα λόγω της διεκδίκησης από τις δύο κοινότητες του ιερού τόπου του Φρέατος του Ιακώβ. Για τα παραπάνω γεγονότα και για ένα ιστορικό των συγκρούσεων που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή ανάμεσα σε Εβραίους και Χριστιανούς δες Elli Kohen, History of the Byzantine Jews. A Microcosmos in the Thousand Year Empire, εκδ. University Press of America, 2007, σσ. 23-32.
  15. Μελετίου Μητροπολίτου Αθηνών, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιέννη, 1783, τόμος 2ος, σ. 89
  16. Bacchus, Francis Joseph. «Catholic Encyclopedia». New Advent. Ανακτήθηκε στις 28 Απριλίου 2020. 
  17. Στην πραγματικότητα η έδικτος του 543 δια του όρου Κεφάλαια, αναφέρεται στο πρόσωπο του Θεοδώρου Μοψουεστίας, στα έργα του Θεοδωρήτου Κύρρου που φέρονται εναντίον του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και εναντίον της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, και στην επιστολή του Ίβα Εδέσσης που απευθύνεται στον Μάρη τον Πέρση (πρβλ. το άρθρο του Ι. Καρδάση με τίτλο Η Αγία Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος, σε ηλεκτρονική μορφή εδώ : https://fdathanasiou.wordpress.com/2014/07/30/%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AC%CF%83/ Αρχειοθετήθηκε 2018-11-09 στο Wayback Machine.
  18. «The Catholic Encyclopedia». New Advent. Ανακτήθηκε στις 28 Απριλίου 2020. 
  19. Πρβλ. την παραπομπή 17 παραπάνω.
  20. Ι. Καρδάση Η Αγία Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος, σε ηλεκτρονική μορφή εδώ : https://fdathanasiou.wordpress.com/2014/07/30/%CE%B7-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CE%84%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%82-%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B4%CE%AC%CF%83/ Αρχειοθετήθηκε 2018-11-09 στο Wayback Machine.
  21. Π. Ν. Τζουμέρκα, Εκκλησία Αντιοχείας, Συνοπτική Ιστορία, στον τόμ. Τιμητικός Τόμος Νικολάου Μποχλόγυρου, εκδ. Ίδρυμα Παιδαγωγικών Μελετών και Εφαρμογών, Θεσσαλονίκη, 2014 σ. 381. Ηλεκτρ διεύθ. https://www.researchgate.net/publication/271964860_Ekklesia_Antiocheias_Synoptike_Istoria
  22. Chad. σσ. 45-46.
  23. Παπαθανασίου, Μανώλης. «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες». ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΝ ΧΡΟΝΙΚΟΝ. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Μαΐου 2020. Ανακτήθηκε στις 21 Απριλίου 2020. 
  24. Μητροπολίτης Αθηνών, Μελέτιος (1783). Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος Β΄ (εφεξ. Μελ.). Βιέννη: Πολυζώης Λεμπανιτζιώτης. σελ. 54. 
  25. Μαθάς, Αρχιδιάκονος Ζαχαρίας (1837). Κατάλογος Ιστορικός των Πρώτων Επισκόπων, και των Εφεξής Πατριαρχών της εν Κωνσταντινουπόλει Αγίας και Μεγάλης Εκκλησίας. Ναύπλιο: Κ. Τόμπρας, Κ. Ιωαννίδης. σελ. 35. 
  26. «Οικουμενικόν Πατριαρχείον». 
  27. Μελ. σ. 58.
  28. Μ. Ι. Γεδεών Πατριαρχικοί Πίνακες, ηλεκτρονικά εδώ : https://www.ec-patr.org/list/index.php?lang=gr&id=50
  29. Μόσχου, Ιωάννου (1987). Πνευματικός Λειμών (εφεξ. Λειμών). Θεσσαλονίκη: Πατερικαί Εκδόσεις "Γρηγόριος ο Παλαμάς". σελ. 74-77. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών 
  30. Πρβλ. L. Dindorfius, Ioannis Malalae Chronographia, Βόννη 1831, L. XVI, σσ. 408-409.
  31. Μετά δύο ημέρας, αστραπής γενομένης μεγάλης και βροντής, πάνυ θροηθείς απέδωκε το πνεύμα εν θλίψει πολλή, ανθ' ων ησέβησεν εις την αγιωτάτην Χριστού του Θεού ημών Εκκλησίαν και τους ποιμένας αυτής εξώρισεν. (Λειμών σ. 76).
  32. Ι. Μόσχου, Πνευματικός Λειμών, Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1987, σ. 5, (εφεξ. Φιλοκ.).
  33. Στον κώδικα 94 της Μονής Καρακάλλου (17ου αι.), προτάσσεται του κειμένου του Λειμώνος ένας σὐντομος πρόλογος. Ο συντάκτης του προλόγου τούτου γράφει ωσάν ο Ιωάννης να είχε ήδη επισκεφθεί τη Ρώμη και ενωρίτερα, λέγοντας ότι από την Αλεξάνδρεια ο Ιωάννης γύρισε στη μεγαλόπολη των Ρωμαίων, μαζί με τον μαθητή του Σωφρόνιο, προσθέτει δε ότι κατά την επάνοδό τους στη Ρώμη επισκέφθηκαν διάφορα νησιά, χωρίς να δίνει περαιτέρω πληροφορίες (βλ. "Ιωάννου Μόσχου Πνευματικός Λειμών" από τη σειρά "Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών" σσ. 12-13). Εδώ τίθεται το ερώτημα εάν διά της φράσεως " την Ρωμαίων την μεγαλόπολιν", εννοεί την Κωνσταντινούπολη και όχι τη Ρώμη.
  34. Μ. Δετοράκη, Το Λειμωνάριον του Ιωάννη Μόσχου και η Θέση του στα Neograeca Medii Aevi (Πρακτικά του 7ου Διεθνούς Συνεδρίου neograeca Medii Aevi. Χαρτογραφώντας τη Δημώδη Λογοτεχνία (12ος-17ος αι.), Ηράκλειο 2017, σ. 27.
  35. Φωτίου, Βιβλιοθήκη, έκδ. R. Henry, Bibliotheque, II, Les Belles Lettres, 1962, ss. 96-97.
  36. Chad. σ. 47.