Ιωάννης Μόσχος (μοναχός)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γενικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωάννης Μόσχος (γεν. περίπου στα μέσα του 6ου αιώνα και εκοιμήθη στις αρχές 7ου αιώνα) ήταν Βυζαντινός μοναχός, ασκητής και περιηγητής, περισσότερο γνωστός ως ο συγγραφέας του έργου Λειμωνάριον (PG (του Migne) 87, 2852-3112). Το έργο αυτό συνέγραψε (ή ολοκλήρωσε) στη Ρώμη (κατ' άλλους στην Κωνσταντινούπολη), προς το τέλος του βίου του, στις αρχές του 7ου αιώνος. O Ιωάννης γεννήθηκε το 545/552 μ.Χ. πιθανότατα στη Δαμασκό της Συρίας, ενώ ως έτος κοιμήσεώς του θεωρείται το 619 μ.Χ., αν και αναφέρεται επίσης το 634 μ.Χ.. Μετά το πέρας των σπουδών του, ο Ιωάννης εκάρη μοναχός στη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου της Βηθλεέμ, αργότερα δε έζησε ως ερημίτης στην περιοχή της κοιλάδας του Ιορδάνου, και ακολούθως εμόνασε στη Μονή του Αγίου Σάββα στην Ιερουσαλήμ. Έζησε σε μία περίοδο κατά την οποία οι πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου που είχαν αποτελέσει κέντρα ακμής του ελληνορωμαϊκού κόσμου, όπως η Αντιόχεια, η Τύρος, η Σιδώνα και η Βηρυτός παρήκμαζαν οικονομικά και πολιτικά, και συρρικνώνονταν και ως προς την έκταση και ως προς τον πληθυσμό. Η Τύρος, η Σιδώνα και η Βηρυτός στα χρόνια του Ιωάννη, μεταμορφώνονταν σταδιακά από εμπορικά κέντρα σε μεγάλα ψαροχώρια[1]. Σε διάφορα σημεία, τα γραπτά του Ιωάννη απεικονίζουν την παρακμή και τη φθορά που περιέβαλλε τον άλλοτε ακμάζοντα κόσμο της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Beck H. G. "H βυζαντινή χιλιετία" εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990). Ο Ιωάννης, πιθανώς λόγω της εγκράτειάς του έλαβε το προσωνύμιο Ευκρατάς (=Εγκρατής), όμως ο Χρήστου υποστηρίζει ότι το παρωνύμιο προέρχεται από το αφέψημα "εύκρατον", το οποίο έπιναν οι μοναχοί σε μοναστήρι που ο Ιωάννης Μόσχος ίδρυσε στην Καρχηδόνα[2] - ο Μόσχος το 615/614 μ.Χ. έφυγε από την Αλεξάνδρεια λόγω της απειλής των Σασσανιδών Περσών, και πριν καταλήξει στη Ρώμη πιθανώς να ταξίδεψε στη Δυτική Αφρική.

Περί της σχέσεως του Λειμώνος με τις περιηγήσεις του Ιωάννου Μόσχου.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περίπου το 578 μ.Χ. ο Ιωάννης, συνοδευόμενος από τον μαθητή και αχώριστο σύντροφό του Σωφρόνιο τον Σοφιστή (τον μετέπειτα Πατριάρχη Ιεροσολύμων) ξεκίνησαν από τη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου της Βηθλεέμ, με σκοπό να συλλέξουν υλικό, διδαχές αγίων πατέρων και διηγήσεις από τον βίο μοναχών και ερημιτών ασκητών, που θα διέσωζε δείγματα και εκφάνσεις της σοφίας των πατέρων της ερήμου. Το ταξίδι ξεκινούσε σε μια βίαιη εποχή, σε μια μεταβατική περίοδο ρευστότητας, κατά την οποία ο κόσμος των ερημιτών πατέρων της Ανατολής κινδύνευε, λόγω των εθνο-πολιτισμικών ανακατατάξεων, με τους νομαδικούς πληθυσμούς της ερήμου να επιδίδονται σε όλο και συχνότερες επιδρομές, και με την απειλή των στρατευμάτων των Σασσανιδών Περσών υπό αύξηση. Οι δύο άνδρες σκόπευαν να κατευθυνθούν νοτιοανατολικά, διαμέσου των έρημων εκτάσεων της Ιουδαίας, με προορισμό την Αλεξάνδρεια. Στην διάρκεια της περιήγησής του στην Αίγυπτο. ο Ιωάννης έφθασε μέχρι την Μεγάλη Όαση της Λιβυκής Ερήμου της Αιγύπτου. Η Αίγυπτος όμως δεν υπήρξε ο τελικός προορισμός για τον συγγραφέα και τον μαθητή του. Η γεωπολιτική ρευστότητα της εποχής έμελλε να τους οδηγήσει σε μια περιπλάνηση σε όλη την έκταση του ανατολικού Βυζαντίου (Αίγυπτος, Συροπαλαιστίνη, Κύπρος, Κιλικία). Καρπός των ταξιδιών του Ιωάννη στην Ανατολή ήταν το έργο Λειμών ή Λειμωνάριον, έργο που γνώρισε ιδιαίτερη δημοφιλία κατά τη βυζαντινή περίοδο στην Ανατολή, ελληνόφωνη και μη, δημοφιλία που μαρτυρείται από τον μεγάλο αριθμό των χειρογράφων που διέσωσαν το κείμενο. Στην ενότητα υπό τον τίτλο "Τοπωνύμια" παρατίθενται ενδεικτικά κάποια τοπωνύμια τα οποία αναφέρει στον Λειμώνα ο συγγραφέας, μέσω των οποίων μπορούμε να προσανατολιστούμε αδρομερώς αναφορικά με τη γεωγραφική προέλευση των διηγήσεων του Λειμώνος.

Η εποχή της νεότητος.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκειμένου να πάρουμε μία γεύση της περιόδου κατά την οποία γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Ιωάννης, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε κάποια σύγχρονα ιστορικά γεγονότα. Το 545, πιθανό έτος γεννήσεως του συγγραφέα, Ιουδαίοι και Σαμαρείτες της Παλαιστίνης έστεψαν κατόπιν εκλογής ως βασιλιά τους κάποιον Ιουλιανό, και έστρεψαν τα όπλα τους εναντίον των χριστιανών της περιοχής, κυρίως δε, κατά των χριστιανών κατοίκων της Φλαβίας Νεάπολης (σημερινής Ναμπλούς). Ο 5ος και 6ος αιώνας ήταν για την Παλαιστίνη μια περίοδος έξαρσης των προστριβών ανάμεσα στους χριστιανούς από τη μια, και τους Σαμαρείτες και Ιουδαίους από την άλλη. Η στάση του 545 ήταν μία μόνο από τις εξεγέρσεις των Σαμαρειτών και Ιουδαίων της περιοχής, εξεγέρσεις που κατευθύνονταν όχι μόνο εναντίον των χριστιανών, αλλά και εναντίον της Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) διοίκησης. Η ένοπλη αυτή στάση συνοδεύθηκε από πλιάτσικα και από εμπρησμούς χριστιανικών ναών[3]. Ο Ιουστινιανός Α΄ στέλνει στρατό εναντίον τους, ο οποίος καταστέλλει αμείλικτα την στάση, ενώ ο Ιουλιανός αποκεφαλίζεται. Κατόπιν της καταστολής της στάσεως, η κοινότητα των Σαμαρειτών της Νεάπολης συρρικνώνεται, (περίπου δε ενενήντα χρόνια αργότερα, η πόλη έμελλε να πέσει στα χέρια των Αράβων). Ήταν η ίδια εποχή κατά την οποία σημειώνονται φιλονικείες και διχοστασίες λόγω διδασκαλιών τις οποίες ο Ωριγένης εξέθεσε στο έργο του που εκείνη την εποχή έγινε γνωστό ως τα Τρία Κεφάλαια. Ο Ιουστινιανός συγκαλεί τελικά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (5 Μαΐου έως 21 Ιουνίου 553), προκειμένου να ειρηνεύσει η Εκκλησία. Η Σύνοδος λαμβάνει χώρα στην Κωνσταντινούπολη και καταδικάζει τις εν λόγω διδασκαλίες του Ωριγένη ως αιρετικές, καθώς και το προαναφερθέν έργο του.

Η περίοδος από το 603/604 έως 619.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος 603 ή 604 βρίσκει τον Ιωάννη στην Παλαιστίνη. Υπό την απειλή όμως της εισβολής των Περσών αναγκάζεται να φύγει και να βρει καταφύγιο στην Αντιόχεια. Διαπιστώνοντας όμως την κυριαρχία των Περσών και σ' αυτήν την περιοχή, βρίσκει εκ νέου καταφύγιο στην Αλεξάνδρεια. Το 615/614, ξανά λόγω της απειλής των Περσών, οι Ιωάννης και Σωφρόνιος αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Αλεξάνδρεια, με κατάληξη τη Ρώμη[4], (κατ' άλλους την Κωνσταντινούπολη), όπου και εκοιμήθη ο Ιωάννης τον Σεπτέμβριο του 619. Ζώντας στη Ρώμη ο Ιωάννης συνέταξε ή ολοκλήρωσε τη συγγραφή του Λειμώνος. Όπως λέει ο ίδιος, η επιγραφή "Λειμών" εδόθη στο εν λόγω σύγγραμμα λόγω της τέρψεως και της ευωδίας και της ωφελείας που προσφέρει στους αναγνώστες του. Λίγο πριν την εκδημία του, παρέδωσε το βιβλίο στον Σωφρόνιο, παραγγέλνοντάς του να μην αφήσει το λείψανό του στη Ρώμη, αλλά να το μεταφέρει και να το θάψει στο όρος Σινά, κοντά στα λείψανα των εκεί αγίων πατέρων. Του παρήγγειλε επίσης, εάν αυτό καθίστατο αδύνατο λόγω της επελάσεως των βαρβάρων, τότε να τον θάψει στη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου, που ήταν και η μονή της μετανοίας του, όπερ και εγένετο.

Τοπωνύμια.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • PG 2856 A caput XII. "Αδελφός ηρώτησε τον αββάν Ολύμπιον τόν πρεσβύτερον της λαύρας του αββά Γερασίμου,...". Πρόκειται για τη σημερινή Ιερά Μονή του Αββά Γερασίμου, ιδρυθείσα αρχικώς το 455 από τον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη, καταγόμενο από τα Μύρα της Λυκίας. Βρισκόταν στην έρημο του Ιορδάνη (απείχε περίπου ένα μίλι από τον Ιορδάνη, όντας τοποθετημένη κοντά στην Ιεριχώ, και συγκεκριμένα στη ΝΑ κοιλάδα της Ιεριχούς, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ). Η μονή ήταν κτισμένη επάνω στο μοντέλο της λαύρας, σε μια περιοχή περίπου τετρακόσια (400) μέτρα κάτω από τη στάθμη της Μεσογείου Θάλασσας, γεγονός στο οποίο αποδίδεται ο αφόρητος καύσωνας που επικρατεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
  • P.G. 2856 C5-6. "Ο αββάς Πολυχρόνιος διηγήσατο ημίν, λέγων, ότι Εις την λαύραν των Πυργίων του Ιορδάνου,...". Πρόκειται για τον ποταμό Ιορδάνη της Παλαιστίνης. Η αναφερόμενη Μονή του Πύργου ή των Πυργίων, κατά τον επίσκοπο Κορυτσάς Ευλόγιο Κουριλά, ιδρύθηκε στον Ιορδάνη της Παλαιστίνης, καθ' υπόδειξιν του αγίου Σάβα, μετά τη νέα Λαύρα, όμως κατεστράφη κατά την επιδρομή των Περσών. Πιθανότατα οι μετανάστες γενόμενοι, κατόπιν της επιδρομής των Περσών, μοναχοί βρήκαν καταφύγιο στο Άγιον Όρος, όπου ίδρυσαν την αρχαία Μονή του Πύργου (επίσης γνωστή ως Μονή του Πύργου του Βασιλείου), η οποία πανηγύριζε κατά την εορτή της Μεταμορφώσεως. Αποχρώσα ένδειξη του ότι η αρχαία αυτή αγιορείτικη Μονή ιδρύθηκε από μετανάστες μοναχούς της Παλαιστίνης, αποτελεί το ότι αυτή εδιοικείτο σύμφωνα με το ιδιόρρυθμο σύστημα της Λαύρας του Αγίου Σάβα της Παλαιστίνης. Η αγιορείτικη Μονή του Πύργου χρησίμευσε αργότερα ως νεώρειον της Μονής Χελανδαρίου[5]
  • PG 2889 B 1-2. "Eν Αντιοχεία τη μεγάλη παραγενόμενος, ήκουσά τινος των πρεσβυτέρων της Εκκλησίας διηγουμένου,...". Πρόκειται για την Αντιόχεια τη Μεγάλη, αλλιώς γνωστή και ως Αντιόχεια η επί Δάφνη και Αντιόχεια επί Ορόντου. Η σύγχρονη Αντιόχεια (Antakya) βρίσκεται στην επαρχία Χατάι της νότιας Τουρκίας, δυτικά του Χαλεπίου, βόρεια της Λατάκειας και νοτιοανατολικά της Ισσούς. Η αρχαία πόλη ιδρύθηκε το 300 π.Χ. από τον Σέλευκο Α΄ Νικάτορα, μετά τη νίκη του επί του Αντιγόνου του Μονοφθάλμου στη μάχη της Ιψού (301 π.Χ.). Υπήρξε η τρἰτη μεγαλύτερη μητρόπολη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και για ένα μικρό διάστημα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας επἰ Ιουλιανού του Αποστάτη. Ο Ιωάννης Μόσχος την πρωτοεπισκέφθηκε το 590 μ.Χ., όταν ήδη είχε αρχίσει η περἰοδος της παρακμής της.
  • P.G. 2892 C13-15. "Διηγήσατο ημίν ο αββάς Βασίλειος ο πρεσβύτερος της μονής των Βυζαντίων, λέγων, ότι Όντος μου εν Θεουπόλει...". Πρόκειται για επωνυμία της Αντιόχειας. Η Αντιόχεια η επί Δάφνη ή αλλιώς Αντιόχεια η επί Ορόντου (βλ. και προηγούμενο υπόμνημα) όντας επί οκτώ αιώνες μια από τις ενδοξότερες πόλεις της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, απέκτησε τις επωνυμίες Αντιόχεια η Μεγάλη, "Καλή" και Θεούπολη. Το ότι η Αντιόχεια προσέλαβε την συγκεκριμένη επωνυμία δεν είναι βέβαια τυχαίο. Ενδεικτικά ας υπενθυμίσουμε ότι στις Πράξεις των Αποστόλων (11, 26) αναφέρεται ότι ήταν σ' αυτήν την πόλη που οι πιστεύσαντες στο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού ωνομάσθησαν για πρώτη φορά Χριστιανοί, καθώς και ότι στο εν λόγω βιβλίο είναι η δεύτερη σε αναφορές πόλη, ενδεικτικό της τεράστιας σημασίας της Αντιόχειας ως κέντρου ανάπτυξης του Χριστιανισμού στα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας. Άλλωστε, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, η Αντιόχεια κατέστη το τρίτο σε σπουδαιότητα χριστιανικό κέντρο μετά τη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια.
  • PG 2937c 2-4. "Παρεβάλομεν εις το μοναστήριον του αββά Θεοδοσίου εις τον Σκόπελον. Όρος δέ εστι μεταξύ Σελευκείας της ηπείρου, και Ρόσσου της Κιλικίας·". Η Σελεύκεια της Ηπείρου, είναι η Μοψουεστία της Κιλικίας (γνωστή και ως Σελεύκεια Κιλικίας και Σελεύκεια Πύραμος), βόρεια της Ταρσού. Η πόλη ήταν χτισμένη πλησίον του ποταμού που στην αρχαιότητα ήταν γνωστός ως Πύραμος, και που σήμερα τουρκιστί ονομάζεται Τζεϊχάν Νεχρἰ. Η πόλη βρισκόταν στην σημερινή επαρχία Αδάνων της Τουρκίας, και ογδονταένα (81) χρόνια μετά την κοίμηση του Ιωάννου επρόκειτο να πολιορκηθεί από τους Άραβες. Ο Ρόσσος ήταν ποταμός της Κιλικίας· πρόκειται για τον αρχαίο ποταμό Αγχιάλη, όπου και η ομώνυμη πόλη της αρχαιότητας (Αγχιάλη), κτισθείσα υπό του βασιλέως Σαρδαναπάλου, σύμφωνα με τον Στράβωνα.
  • P.G. 2949 B 1-4. "Διηγήσατο ημίν ο όσιος Πατήρ ημών ο αββάς Γεώργιος ο αρχιμανδρίτης της μονής του αγίου Πατρός ημών Θεοδοσίου της διακειμένης κατά την έρημον της αγίας Χριστού του Θεού ημών πόλεως,...". Πρόκειται για την αρχαία κοινοβιακή Μονή του Αγίου Αββά Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, που βρισκόταν στην έρημο της Βηθλεέμ, στον αρχαίο δρόμο που οδηγούσε από την έρημο του ποταμού Ιορδάνη στη Νεκρά Θάλασσα. Στη θέση της αρχαίας Μονής είναι κτισμένη και η σημερινή Ιερά Μονή του Αββά Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Η αρχαία Μονή, όπως δηλοί και η ονομασία της, ιδρύθηκε από τον αββά Θεοδόσιο τον 5ο αιώνα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Chadwick H. (1974-01-01). "John Moschus and His Friend Sophronius the Sophist". The Journal of Theological Studies XXV (1): 41-74.

Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, Ταξίδι στη Σκιά του Βυζαντίου, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 1999.

Χρήστου Π.Κ. Εκκλησιαστική Γραμματολογία, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2003.


  1. Ουίλιαμ Νταλρίμπλ, Ταξίδι στη Σκιά του Βυζαντίου, εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 1999.
  2. (Χρήστου, Π.Κ., Εκκλησιαστική Γραμματολογία, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 343)
  3. Μελετίου Μητροπολίτου Αθηνών, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιέννη, 1783, τόμος 2ος, σ. 89
  4. Στον κώδικα 94 της Μονής Καρακάλλου (17ου αι.), προτάσσεται του κειμένου του Λειμώνος ένας σὐντομος πρόλογος. Ο συντάκτης του προλόγου τούτου γράφει ωσάν ο Ιωάννης να είχε ήδη επισκεφθεί τη Ρώμη και ενωρίτερα, λέγοντας ότι από την Αλεξάνδρεια ο Ιωάννης γύρισε στη μεγαλόπολη των Ρωμαίων, μαζί με τον μαθητή του Σωφρόνιο, προσθέτει δε ότι κατά την επάνοδό τους στη Ρώμη επισκέφθηκαν διάφορα νησιά, χωρίς να δίνει περαιτέρω πληροφορίες (βλ. "Ιωάννου Μόσχου Πνευματικός Λειμών" από τη σειρά "Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών" σσ. 12-13). Εδώ τίθεται το ερώτημα εάν διά της φράσεως " την Ρωμαίων την μεγαλόπολιν", εννοεί την Κωνσταντινούπολη και όχι τη Ρώμη.
  5. Άθως. Μοναχικός Βίος και Πολίτευμα, υπό του Επισκόπου Κορυτσάς Ευλογίου Κουριλά ("La Croix" τ. 21, Αθήνα-Βοστώνη, Σεπτέμβριος 1947).