Ιωάννης Θεόδωρος της Βαυαρίας, επίσκοπος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιωάννης Θεόδωρος της Βαυαρίας, επίσκοπος
Jean Theodore de Baviere.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση3  Σεπτεμβρίου 1703[1]
Μόναχο
Θάνατος27  Ιανουαρίου 1763[1]
Λιέγη
Χώρα πολιτογράφησηςΓερμανία
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακαθολικός ιερέας (από 1730)
Οικογένεια
ΓονείςΜαξιμιλιανός Β' και Theresa Kunegunda Sobieska
ΑδέλφιαMaria Anna von Bayern
Κλήμης Αύγουστος της Βαυαρίας, αρχιεπίσκοπος
Joseph Ferdinand of Bavaria
Emmanuel-François-Joseph de Bavière
Philipp Moritz von Bayern
Κάρολος Ζ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Φερδινάνδος Μαρία Ιννοκέντιος της Βαυαρίας, στρατηγός
ΟικογένειαΟίκος του Βίττελσμπαχ
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμακαρδινάλιος (από 1743)
prince-bishop of Liège (1744–1763)
bishop of Regensburg
καθολικός επίσκοπος (από 1730)
diocesan bishop
Θυρεός
Armoiries Bavière-Palatinat.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ιωάννης-Θεόδωρος, γερμ. Johann-Theodor (3 Σεπτεμβρίου 1703 - 27 Ιανουαρίου 1763) από τον Οίκο του Βίττελσμπαχ ήταν καρδινάλιος, πρίγκιπας-επίσκοπος του Ρέγκενσμπουργκ, του Φράιζινγκ και της Λιέγης.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν ο τέταρτος επιζήσας γιος του Μαξιμιλιανού Β΄ εκλέκτορα της Βαυαρίας και της Τερέζας-Κουνιγούνδης Σομπιέσκι, κόρης του Ιωάννη Γ΄ της Πολωνίας. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Ίνγκολστατ στη Βαυαρίας και στο Πανεπιστήμιο της Σιένα[2].

Εκλέχθηκε επίσκοπος του Ρέγκενσμπουργκ από το Σύλλογο του καθεδρικού το 1719, 15 ετών[2]. Η παπική επιβεβαίωση ήλθε δύο έτη μετά[2]. Επίσης εκλέχθηκε βοηθός-επίσκοπος του Φράιζινγκ από το Σύλλογο του καθεδρικού το 1723[2] και τρία έτη έλαβε την παπική έγκριση, με την άδεια να κρατήσει και την προηγούμενη θέση του[2].

Χειροτονήθηκε υποδιάκονος το 1724[2] και ιερέας το 1730[2]. Το 1730 έλαβε παπική άδεια να χειροτονηθεί επίσκοπος πριν την επιτρεπόμενη ηλικία (ήταν μόνο 27 ετών). Η τελετή έγινε στο καθεδρικό του Μύνστερ από τον τριτότοκο αδελφό του Κλήμη-Αύγουστο αρχιεπίσκοπο της Κολωνίας και δύο επισκόπους[2].

Το 1743 έγινε καρδινάλιος-ιερέας από τον πάπα Βενέδικτο ΙΔ΄, αλλά το όνομά του κρατήθηκε in pectore (στο στήθος, στην καρδιά) και δεν ανακοινώθηκε πριν το 1746[2], οπότε έλαβε τη θέση του καρδιναλίου στο Σαν Λορέντσο ιν Πανίσπερνα της Ρώμης[2]. Το 1744 εκλέχθηκε πρίγκιπας-επίσκοπος της Λιέγης από τον σύλλογο του καθεδρικού[2] και ο πάπας το ενέκρινε 20 ημέρες μετά, με την άδεια να κρατήσει και τις προηγούμενες επισκοπές[2].

Δεν συμμετείχε στο Σύλλογο των καρδιναλίων (Conclave) του 1758. Ήταν ο τελευταίος επίσκοπος της Λιέγης από τον Οίκο των Βίττελσμπαχ. Το 1761 απεβίωσε ο αδελφός του και διεκδίκησε την αρχιεπισκοπή της Κολωνίας, αλλά ο πάπας Κλήμης Η΄ απέρριψε το αίτημα, διότι είχε μερικές αμφιβολίες για την ηθική του συμπεριφορά.

Ήταν γνωστός ως σπουδαίος κυνηγός, προστάτης της μουσικής -έπεζε βιολοντσέλο- και του θεάτρου. Διατηρούσε μία εξαίρετη Αυλή στη Λιέγη. Λέγεται ότι είχε σχέσεις με διάφορες γυναίκες· ήταν αγαπητός στην επισκοπή. Υπέφερε από άσθμα και φυματίωση και ο ιατρός του ισχυριζόταν ότι προέρχονται από ατμούς άνθρακα. Πήγαινε στη Γερμανία τακτικά διακοπές για να βελτιωθεί η υγεία του, όμως αυτή δεν έφτιαξε.

Απεβίωσε το 1763 στη Λιέγη (τώρα στο Βέλγιο) και τάφηκε στον καθεδρικό του Αγ. Λάμπερτ της Λιέγης, ενώ η καρδιά του τοποθετήθηκε στο παρεκκλήσιο της Χάριτος στο ναό της Παναγίας του Άλτεττινγκ[2].

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • A. De Bryun, Anciennes houillères de la région liégeoises, Dricot, Liège, 1988. (ISBN 2-87095-056-X)