Ιταλο-Γερμανικό Πρωτόκολλο του 1936

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Στις 23 Οκτωβρίου 1936 υπογράφηκε ένα πρωτόκολλο εννέα σημείων από τη Φασιστική Ιταλία και τη Ναζιστική Γερμανία στο Βερολίνο.[1][2] Ήταν η πρώτη ρητή έκφραση της ιταλο-γερμανικής προσέγγισης που ξεκίνησε νωρίτερα το ίδιο έτος. Υπεγράφη από τους υπουργούς Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο και Κόνσταντιν φον Νόιρατ.[1] Την ίδια ημέρα συνήφθη στο Βερολίνο το Σύμφωνο Αντικομιντέρν μεταξύ της Γερμανίας και της Ιαπωνίας.[3]

Η επίσκεψη του Τσιάνο στη Γερμανία ήταν το πρώτο διεθνές ταξίδι του υπό την ιδιότητα του υπουργού των Εξωτερικών.[4] Στις 21 Οκτωβρίου συνάντησε τον Κόνσταντιν φον Νόιρατ, με τον οποίο διαβουλεύθηκε για τις επόμενες δύο ημέρες.[5] Μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου, ο Τσιάνο συνάντησε τον Γερμανό Φύρερ Αδόλφο Χίτλερ στην κατοικία του στο Μπέρχτεσγκαντεν. Παρέδωσε στον Χίτλερ κλεμμένη αλληλογραφία του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου σε μια προσπάθεια να στρέψει τον Χίτλερ εναντίον των Βρετανών. Ο Χίτλερ επιβεβαίωσε ότι η Μεσόγειος Θάλασσα αποτελεί σφαίρα επιρροής της Ιταλίας και είπε στον Τσιάνο ότι η Γερμανία θα ήταν έτοιμη για πολεμικές επιχειρήσεις σε τρία χρόνια.[6]

Το πρωτόκολλο συντάχθηκε στα γερμανικά και τα ιταλικά σε παράλληλες στήλες, όμως το περιεχόμενό του δεν αποκαλύφθηκε εκείνη την εποχή.[3][2] Το κύριο επίκεντρο των συζητήσεων ήταν ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος, ο μόνος τομέας στον οποίο η Γερμανία και η Ιταλία συνεργάζονταν ενεργά.[4][7] Στο πρωτόκολλο, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να αρνηθούν την ανανέωση των Συνθηκών του Λοκάρνο, να ευθυγραμμίσουν τη στάση τους έναντι της Κοινωνίας των Εθνών (της οποίας μόνο η Ιταλία ήταν μέλος) και να συνεχίσουν την οικονομική συνεργασία στη λεκάνη του Δούναβη. Η Γερμανία συμφώνησε να αναγνωρίσει την κατάκτηση της Αιθιοπίας από την Ιταλία και η Ιταλία συμφώνησε να υποστηρίξει την αποκατάσταση των αφρικανικών αποικιών της Γερμανίας, που χάθηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.[8] Η Ιταλία αποδέχτηκε επίσης την Αυστρο-Γερμανική Συμφωνία της 11ης Ιουλίου του 1936, η οποία εξομάλυνε τις σχέσεις μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας.[4]

Σε δημόσιες δηλώσεις τους, τόσο η γερμανική όσο και η ιταλική κυβέρνηση παρουσίασαν τη διπλωματική επίσκεψη του Τσιάνο και τη συνεννόηση που επιτεύχθηκε ως πρόκληση για τη Δυτική ηγεμονία στην Ευρώπη. Η Völkischer Beobachter, η εφημερίδα του Ναζιστικού Κόμματος στη Γερμανία, τόνισε την ρήξη με την παραδοσιακή διπλωματική πρακτική, επικαλούμενη την ομιλία του Τσιάνο σε κάποια Χιτλερική Νεολαία. Την 1η Νοεμβρίου, σε ομιλία του στην Πιάτσα ντελ Ντουόμο στο Μιλάνο, ο Ιταλός πρωθυπουργός Μπενίτο Μουσολίνι αναφέρθηκε στην ιταλογερμανική σχέση χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τη λέξη «Άξονας»: «Οι συναντήσεις του Βερολίνου κατέληξαν σε μία συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών για συγκεκριμένα προβλήματα που είναι ιδιαίτερα έντονα αυτές τις ημέρες. Αλλά αυτή η συμφωνία... αυτός ο κάθετος άξονας Βερολίνου-Ρώμης δεν είναι ένα διάφραγμα, αλλά μάλλον ένας άξονας με τον οποίο μπορούν να συνεργαστούν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη που εμψυχώνονται από τη βούληση για συνεργασία και ειρήνη».[4] Το πρωτόκολλο έχει θεωρηθεί ως «μία κοινή κήρυξη πολέμου στο status quo», που αντιπροσωπεύεται κυρίως από την αντίθεση της Βρετανίας και της Γαλλίας στη γερμανική και ιταλική επεκτατικότητα.[9]

Κείμενο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολουθεί η απόδοση του Ιταλο-Γερμανικού Πρωτοκόλλου του 1936, όπως δημοσιεύτηκε από το Τυπογραφείο της Κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών:[3]

  1. Οι δύο Κυβερνήσεις, στις διαπραγματεύσεις για ένα Δυτικό Σύμφωνο, θα προχωρήσουν, όπως μέχρι τώρα, στη στενότερη επαφή μεταξύ τους.
  2. Όσο η Ιταλία παραμένει στην Κοινωνία των Εθνών, η ιταλική κυβέρνηση, στην πολιτική της εντός της Κοινωνίας των Εθνών, θα έχει πλήρως υπόψη τα κοινά συμφέροντα και των δύο χωρών και για το σκοπό αυτό θα διατηρεί επαφή με τη γερμανική κυβέρνηση. Επίσης, η ιταλική κυβέρνηση θα προβεί σε κάθε περίπτωση σε διαβουλεύσεις με τη γερμανική κυβέρνηση για το ζήτημα της συμμετοχής σε διάφορες δραστηριότητες της Κοινωνίας των Εθνών (συνέδρια, επιτροπές κλπ). Εάν η Ιταλία αποφασίσει να αποχωρήσει από την Κοινωνία των Εθνών, αυτό θα αντιπροσώπευε ένα νέο παράγοντα, ο οποίος θα απαλλάξει τη γερμανική κυβέρνηση από την προσφορά που έγινε σε αυτό το πλαίσιο στις προτάσεις της 7ης και της 31ης Μαρτίου. Και σε μια τέτοια περίπτωση, η Γερμανία και η Ιταλία θα συντονίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τη μελλοντική τους στάση απέναντι στην Κοινωνία των Εθνών.
  3. Οι δύο κυβερνήσεις αναγνωρίζουν ότι ο κομμουνισμός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί την ειρήνη και την ασφάλεια της Ευρώπης. Επιβεβαιώνουν την πρόθεσή τους να καταπολεμήσουν την κομμουνιστική προπαγάνδα με όλες τους τις δυνάμεις και να κατευθύνουν τις δικές τους ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση.
  4. Καθώς οι Εθνικιστές βρίσκονται στην κατοχή του μεγαλύτερου μέρους της Ισπανίας και καθώς η Γερμανία και η Ιταλία έχουν σημαντικά οικονομικά συμφέροντα εκεί, οι δύο κυβερνήσεις θα αναγνωρίσουν εκ των πραγμάτων την Ισπανική Εθνική Κυβέρνηση το συντομότερο δυνατό. Θα διατηρήσουν επαφή μεταξύ τους με σκοπό να ανακοινώσουν στη συνέχεια την εκ του δικαίου αναγνώριση. Όταν το ανακοινώσουν, οι δύο κυβερνήσεις θα επιβεβαιώσουν την αρχή της μη επέμβασης και του σεβασμού της ακεραιότητας και της εδαφικής ενότητας της Ισπανίας, των προτεκτοράτων της και των αποικιών της. Οι δύο κυβερνήσεις θα εξετάσουν από κοινού το ερώτημα του πότε, μετά την εκ των πραγμάτων αναγνώριση, θα ακυρωθεί το συμφωνηθέν εμπάργκο όπλων.
  5. Η ιταλική κυβέρνηση εκφράζει την ικανοποίησή της για την πολιτική εξομάλυνσης των γερμανο-αυστριακών σχέσεων, που εγκαινιάστηκε με τη Συμφωνία της 11ης Ιουλίου μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας. Η γερμανική και η ιταλική κυβέρνηση επιθυμούν να συνεχίσει η καρποφόρα αυτή πολιτική στο μέλλον.
  6. Πριν από οποιαδήποτε διεθνή διάσκεψη για οικονομικά και χρηματοπιστωτικά ζητήματα, η γερμανική και η ιταλική κυβέρνηση θα καταλήξουν σε συμφωνία εκ των προτέρων σχετικά με τη στάση τους και θα ακολουθήσουν, στο μέτρο του δυνατού, κοινή γραμμή σε αυτές τις διασκέψεις.
  7. Η ιταλική κυβέρνηση θα παράσχει διπλωματική υποστήριξη στις προσπάθειες της Γερμανίας να αποκτήσει αποικίες με σκοπό να εξασφαλίσει πηγή πρώτων υλών για την ίδια (τη Γερμανία). Η γερμανική και η ιταλική κυβέρνηση, εκτός από το ζήτημα των αποικιών, θα αγωνιστούν για τη διευκόλυνση της προμήθειας πρώτων υλών και για τις δύο χώρες.
  8. Η γερμανική και η ιταλική κυβέρνηση θα ενημερώνουν η μία την άλλη για τις βασικές αρχές που διέπουν τις εμπορικές πολιτικές τους στην περιοχή της λεκάνης του Δούναβη... Οι δύο κυβερνήσεις επιβεβαιώνουν την αντίθεσή τους, και στο μέλλον, σε όλες τις προσπάθειες να δημιουργηθούν στην περιοχή του Δούναβη, χωρίς την ταυτόχρονη συμμετοχή Γερμανίας και Ιταλίας, νέων οικονομικών οργανισμών...
  9. Με την ευκαιρία της γερμανικής αναγνώρισης της ενσωμάτωσης της Αβησσυνίας (Αιθιοπίας), η ιταλική κυβέρνηση δηλώνει ότι συμφωνεί με τη γερμανο-ιταλική εμπορική συνθήκη της 31ης Οκτωβρίου του 1925 και τη γερμανο-ιταλική συμφωνία εκκαθάρισης της 26ης Σεπτεμβρίου του 1934, μαζί με τις συμπληρωματικές συμφωνίες που συνήφθησαν μετέπειτα, επεκτείνοντας τις ιταλικές αποικίες και κτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Αβησσυνίας. Επιπλέον, θα συναφθούν σχετικά με τις αποικίες και τις κτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Αβησσυνίας, κατάλληλες συμφωνίες... για την ανταλλαγή εμπορευμάτων... Η ιταλική κυβέρνηση θα προωθήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τις προσπάθειες του γερμανικού εμπορίου και της βιομηχανίας να συμμετάσχει στην οικονομική εκμετάλλευση της Αβησσυνίας. Η ιταλική κυβέρνηση δηλώνει ότι είναι διατεθειμένη να ξεκινήσει αμέσως συνομιλίες για τη διαχείριση των παραχωρήσεων που είχαν αποκτήσει νόμιμα πριν από τις 3 Οκτωβρίου του 1935 Γερμανοί υπήκοοι του Ράιχ στην Αβησσυνία και να διεξάγει αυτές τις συνομιλίες με πολύ καλοπροαίρετο και φιλικό πνεύμα. Όσον αφορά τις παραχωρήσεις που συμφωνήθηκαν στη συνέχεια, η ιταλική κυβέρνηση επιφυλάσσεται των απόψεών της για κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Οι συνθήκες και οι συμφωνίες που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή των σημείων που απαριθμούνται ανωτέρω θα συναφθούν το συντομότερο δυνατό. Οι διαπραγματεύσεις επ΄ αυτού θα ανατεθούν στη γερμανική και ιταλική κυβερνητική επιτροπή για τη διευθέτηση των γερμανο-ιταλικών οικονομικών σχέσεων. Οι επιτροπές αυτές θα πραγματοποιήσουν την επόμενη κοινή τους σύνοδο το συντομότερο δυνατό.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Reinhard Stumpf, "From the Berlin–Rome Axis to the Military Agreement of the Tripartite Pact: The Sequence of Treaties from 1936 to 1942", in Germany and the Second World War, Vol. VI: The Global War – Widening of the Conflict into a World War and the Shift of the Initiative 1941–1943 (Clarendon Press, 2001), pp. 144–160, at 146.
  2. 2,0 2,1 D. C. Watt, "The Rome–Berlin Axis, 1936–1940: Myth and Reality", The Review of Politics, Vol. 22, No. 4 (1960), pp. 519–543, at 530. JSTOR 1405794
  3. 3,0 3,1 3,2 Documents on German Foreign Policy 1918–1945, Series C (1933–1937), The Third Reich: First Phase, Volume V (March 5–October 31, 1936) (Washington, DC: Government Printing Office, 1966), pp. 1136–1140, s.v. no. 624 ("German-Italian Protocol").
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Christian Goeschel, Mussolini and Hitler: The Forging of the Fascist Alliance (Yale University Press, 2018), pp. 69–70.
  5. Documents on German Foreign Policy 1918–1945, Series C (1933–1937), The Third Reich: First Phase, Volume V (March 5–October 31, 1936) (Washington, DC: Government Printing Office, 1966), pp. 1125–1130 (no. 618) and pp. 1132–1134 (nos. 620–622).
  6. H. James Burgwyn, Italian Foreign Policy in the Interwar Period, 1918–1940 (Praeger, 1997), pp. 151–152.
  7. Frederick R. Zuber, Italy, Austria and the Anschluss: Italian Involvement in Austrian Political and Diplomatic Affairs, 1928–1938, MA thesis (Rice University, 1973), pp. 79–81.
  8. G. Bruce Strang, In Dubious Battle: Mussolini's Mentalité and Italian Foreign Policy, 1936–1939, PhD diss. (McMaster University, 2000), p. 74.
  9. John Hiden, Germany and Europe, 1919–1939, 2nd ed. (Pearson, 1993 [1977]), pp. 186–187.