Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ιστορία των Γιαννιτσών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Υδατογραφία της πόλης των Γιαννιτσών από τον Έντουαρντ Λίαρ (13 Σεπτεμβρίου 1848), φυλασσόμενη στην Βιβλιοθήκη Χάουτον του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

Η περιοχή των Γιαννιτσών τεκμηριώνει αδιάλειπτη ανθρώπινη παρουσία που εκτείνεται σε χρονικό βάθος άνω των 9.000 ετών, σύμφωνα με τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα. Τα ευρήματα που έχουν εντοπιστεί στην ευρύτερη περιοχή χρονολογούνται ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική Περίοδο, καταδεικνύοντας την πρώιμη εγκατάσταση και οργάνωση ανθρώπινων κοινοτήτων. Ως προς την ίδια την πόλη, η ιστορική της διαδρομή υπερβαίνει τα 1.000 χρόνια, με την ίδρυσή της να τοποθετείται στη Μέση Βυζαντινή Περίοδο, βάσει αρχαιολογικών τεκμηρίων που έχουν ανασκαφεί τόσο εντός όσο και εκτός του αστικού ιστού.

Η περίοδος της ακμής των Γιαννιτσών ανάγεται στα τέλη του 14ου αιώνα, κατά την Οθωμανική περίοδο, μετά την κατάκτησή τους από τον στρατιωτικό ηγέτη Εβρενός Μπέη, ενεργώντας για λογαριασμό του σουλτάνου Μουράτ Α΄. Με την πάροδο των χρόνων, η πόλη αναδείχθηκε σε σημαντικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο, ενώ κατά τη περίοδο της λεγόμενης Pax Ottomana (16oς–17ος αιώνας), εξελίχθηκε σε αξιόλογο οικονομικό, εμπορικό και πνευματικό πόλο, διαδραματίζοντας εξέχοντα ρόλο στην οθωμανική Μακεδονία και στην ευρύτερη επικράτεια της Ρούμελης.

Νεολιθικός Οικισμός Γιαννιτσών

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Χάρτης του Bασιλείου της Μακεδονίας, όπου, μεταξύ άλλων, απεικονίζεται η περιοχή της Βοττιαίας με τις κώμες της.

Κατά την Προϊστορική Περίοδο, τα σημερινά Γιαννιτσά ήταν μια περιοχή που παρουσίαζε έντονη γεωμορφολογική αστάθεια, καθώς δεν διέθετε σταθερές ακτογραμμές και χαρακτηριζόταν από ποικίλες φυσικές διαμορφώσεις. Το τοπικό φυσικό ανάγλυφο ήταν κυρίως ορεινό και, σε συνδυασμό με τη συνένωση διαφόρων ποταμών και ρεμάτων, το τοπίο δεν είχε ακόμη αποκτήσει σαφή και μόνιμη μορφή. Σύμφωνα με αρχαιολογικά δεδομένα, η περιοχή κατοικείται ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική Περίοδο (τέλη 7ης – αρχές 6ης χιλιετίας π.Χ.).[1] Στη νότια παρυφή της σύγχρονης πόλης, στη συνοικία της Παλιάς Αγοράς, έχει εντοπιστεί και ερευνηθεί νεολιθικός οικισμός της περιόδου αυτής, ο οποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των αρχαιότερων νεολιθικών εγκαταστάσεων στην Ευρώπη. Οι κάτοικοι διέμεναν σε πασσαλόπηκτα οικήματα, κατασκευασμένα από πλέγματα λεπτών κλαδιών ή καλαμιών και επιχρισμένα με πηλό· τύπος δόμησης που απαντά και στην ευρύτερη περιοχή της λίμνης της Καστοριάς.[2]

Περί το 6500 π.Χ. συγκροτήθηκε ο πρώτος οργανωμένος οικισμός στην περιοχή των Γιαννιτσών, γεγονός που αποδίδεται τόσο στη στρατηγική γεωγραφική θέση όσο και στο ευνοϊκό φυσικό περιβάλλον, το οποίο παρείχε άφθονους υδάτινους πόρους και γόνιμα εδάφη.[3] Τα ορεινά τμήματα καλύπτονταν από έλατα και αγριόπευκα, ενώ στους πρόποδες φύονταν δρύες και πουρνάρια. Παράλληλα, οι λόφοι ήταν κατάφυτοι με οξιές και βελανιδιές. Τα ρέματα και οι ποταμοί της περιοχής κατέληγαν στον Θερμαϊκό Κόλπο, ο οποίος κατά τη Νεολιθική Εποχή εκτεινόταν έως τον σημερινό κάμπο των Γιαννιτσών. Ο νεολιθικός οικισμός καταλάμβανε και το νοτιοανατολικό τμήμα της σύγχρονης πόλης, στην περιοχή της Παλιάς Αγοράς, όπου διακρίνονται τρεις κύριες φάσεις κατοίκησης: η Αρχαιότερη, η Μέση και η Νεότερη Νεολιθική. Οι ανασκαφικές έρευνες έχουν αποδώσει σημαντικό αριθμό ευρημάτων, μεταξύ των οποίων 700 πήλινα νεολιθικά ειδώλια, λίθινη σφραγίδα με επιγραφή και πλήθος λίθινων και οστέινων εργαλείων.

Η κατοίκηση της περιοχής συνεχίστηκε και κατά την Εποχή του Χαλκού, όπως τεκμηριώνεται από κεραμικά όστρακα της περιόδου, καθώς και στην Εποχή του Σιδήρου. Από εκείνη την περίοδο χρονολογείται νεκροταφείο με ανδρικές, γυναικείες και μία παιδική ταφή, το οποίο εντοπίζεται στην έξοδο της πόλης προς την Έδεσσα. Το νεκροταφείο αποκαλύφθηκε το 1971 και εμπλούτισε σημαντικά τη γνώση για την προϊστορική και πρώιμη ιστορική εξέλιξη της περιοχής.

Πρώτοι κάτοικοι του νεολιθικού οικισμού των Γιαννιτσών και της ευρύτερης περιοχής θεωρούνται οι Βοττιαίοι, ελληνικό φύλο που, σύμφωνα με αρχαίες γραπτές πηγές, καταγόταν από την Κρήτη. Κατά τη μυθική παράδοση, ήταν είτε απόγονοι Αθηναίων που διασώθηκαν από τον Μινώταυρο είτε απόγονοι Μινωιτών που συμμετείχαν σε εκστρατεία προς τη Σικελία. Οι Βοττιαίοι ανέπτυξαν οικονομία βασισμένη στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Καλλιεργούσαν κυρίως σιτηρά, συνέλεγαν άγριους καρπούς, εκτρέφαν οικόσιτα ζώα, όπως πρόβατα και χοίρους, και συμπλήρωναν τη διατροφή τους με το κυνήγι. Η πληθώρα και η ποιότητα των κεραμικών ευρημάτων μαρτυρούν έναν ανεπτυγμένο και ακμαίο πολιτισμό, ο οποίος δεν παρουσιάζει ενδείξεις παρακμής. Η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν ονομάστηκε «Βοττιαία» και οριζόταν από τις όχθες των ποταμών Αξιού και Αλιάκμονα.

Άλλοι Νεολιθικοί οικισμοί

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Χάλκινο ταφικό κράνος με χρυσά επιθήματα από το νεκροταφείο του Αρχοντικού (540–530 π.Χ.), στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας.

Πέραν του οικισμού των Γιαννιτσών, νεολιθικές εγκαταστάσεις έχουν εντοπιστεί και στις περιοχές των σημερινών χωριών Πενταπλάτανο, Αμπελείες, Δαμιανό, Αρχοντικό και Αγροσυκιά. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στις περιοχές αυτές αποκάλυψαν κατάλοιπα πασσαλόπηκτων νεολιθικών οικιών, καθώς και πλούσιο υλικό πολιτισμού, όπως γραπτή και εμπίεστη κεραμική, λίθινα και οστέινα εργαλεία, κοσμήματα, πήλινα ειδώλια, οστά ήμερων και άγριων ζώων, καθώς και σπόρους δημητριακών (μονόκοκκο και δίκοκκο σιτάρι, κριθάρι, κεχρί) και οσπρίων (φακή, ρόβι, λαθούρι). Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει ο αρχαίος οικισμός του Πενταπλατάνου, ο οποίος ταυτίζεται με την πόλη Τύρισσα, η οποία γνώρισε ακμή σε μεταγενέστερες ιστορικές περιόδους. Αντίστοιχα, ο αρχαίος οικισμός του Αρχοντικού κατέχει εξέχουσα θέση στην αρχαιολογική έρευνα, καθώς τα ευρήματα περιλαμβάνουν κατάλοιπα οικιών της Κλασικής και Ελληνιστικής Περιόδου, υπόγειους λαξευτούς διθαλάμους, τάφους με κτερίσματα, χρυσά κοσμήματα και χάλκινες πανοπλίες.

Βυζαντινή περίοδος

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την δεκαετία του 2000, ο αρχαιολόγος Παύλος Χρυσοστόμου (1954–2024), έπειτα από ανασκαφές στην συνοικία «Παλιά Αγορά» στο νότιο τμήμα της πόλης των Γιαννιτσών, έφερε στο φως ερείπια ενός βυζαντινού οικισμού, ανατρέποντας έτσι την μέχρι τότε διαδεδομένη επιστημονική άποψη πως η πόλη ιδρύθηκε από τους Οθωμανούς. Ο ανακαλυφθέντας οικισμός ταυτίζεται με την πολίχνη Βαρδάριον, η οποία αναφέρεται πρώτη φορά τον 11ο αιώνα από ιστορικούς των Κομνηνών. Η πολίχνη αυτή φέρεται, αν και δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς, να κατοικούνταν από Βαρδαριώτες, εξ ου και το όνομα, ένα εξελληνισμένο και εκχριστιανισμένο φύλο ουγγρικής καταγωγής, το οποίο είχαν εγκαταστήσει οι Βυζαντινοί στην περιοχή για να αντιμετωπίσουν τις σλαβικές επιδρομές. Από τον 9ο αιώνα περίπου μαρτυρείται και επισκοπή Βαρδαριωτών, η οποία υπαγόταν στην Μητρόπολη Θεσσαλονίκης· ωστόσο παραμένει άγνωστο ποια ήταν η έδρα της και αν το Βαρδάριον είχε αυτή την ιδιότητα. Σύμφωνα με τα ευρήματα που έχουν βρεθεί, όπως επιγραφές, σκεύη, γλυπτά και νομίσματα, αποδεικνύεται πως το Βαρδάριον ήταν ακμαίος οικισμός με αξιόλογο πολιτισμό, και αυτό δικαιολογείται λόγω της εγγύτητάς του στην Εγνατία Οδό.

Το γεγονός πως τα Γιαννιτσά κατοικούνταν πριν την οθωμανική εισβολή αναφέρεται και σε έναν θρύλο, το οποίο αναφέρει ο Οθωμανός περιηγητής Εβλιγιά Τσελεπή όταν επισκέφθηκε την πόλη το 1668. Συγκεκριμένα κάνει λόγο για τα «δύο κάστρα των Γιαννιτσών», στο ένα εκ των οποίων έμενε ο συνοριακός διοικητής της πόλης και χτίστηκε από δύο αδέρφια, γιοι του βασιλιά Φιλίππου Ε΄. Συμπληρώνει πως τα κάστρα κληρονομούνταν από τον ένα βασιλιά στον άλλον έως ότου το έτος 764 (1362 – 1363) τα κατέκτησε ο Γαζή Εβρενός και έκτοτε έγιναν η κατοικία των πολέμαρχων του σουλτάνου Μουράτ Α΄. Ο Εβλιγιά αναφέρει πως το κάστρο σώζεται ακόμη και δικαιολογεί τις πολλές φθορές του σε επίθεση που έγινε κάποτε από τους Έλληνες για να το πάρουν πίσω.

Σύμφωνα με μια τοπική παράδοση που καταγράφηκε στις αρχές του 20ου αιώνα δια στόματος των χριστιανών κατοίκων, τα Γιαννιτσά είναι «πόλη παλιά, ιδρυμένη την εποχή των Ενετών» και το κέντρο της βρισκόταν στην περιοχή του Κάτω Μαχαλά.

Ύστερη Τουρκοκρατία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

To έτος 1831, η πόλη των Γιαννιτσών είχε πληθυσμό 6.811 Μουσουλμάνους και 4.766 Χριστιανούς. Ο χριστιανικός πληθυσμός των Γιαννιτσών είχε αυξηθεί αρκετά σε σχέση με το παρελθόν. Στην κοινότητα είχαν βρει καταφύγιο κάτοικοι της Μοσχόπολης στα τέλη του 18ου αιώνα μετά τις καταστροφές της πόλης από τους Τουρκαλβανούς, κάτοικοι της Νάουσας που ήθελαν να γλιτώσουν από τα τουρκικά αντίποινα της επανάστασης του 1822, καθώς και άτομα από τα περίχωρα και τις γειτονικές περιοχές, που αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Παράλληλα, μεγάλο μέρος του τουρκικού πληθυσμού συρρικνώθηκε δραματικά, και αυτό λόγω επιδημιών χολέρας που εκδηλώθηκαν το 1839. Αυτή η κατάσταση, ωστόσο, προκάλεσε την οικονομική παρακμή ολόκληρης της περιοχής, καθώς δεν υπήρχε εργατικό δυναμικό για τις καλλιέργειες καπνού και βαμβακιού του κάμπου.

Τον Σεπτέμβριο του 1848, επισκέφθηκε τα Γιαννιτσά ο Άγγλος συγγραφέας, καλλιτέχνης και περιηγητής Έντουαρντ Λίαρ, ο οποίος έδωσε μια εκτενή και γλαφυρή περιγραφή των εντυπώσεών του στο βιβλίο Journals of a landscape painter in Albania, &c. (1851).[4] Παρακάτω παρατίθεται η πρώτη παράγραφος σε ελεύθερη μετάφραση:

Τα Γιαννιτσά βρίσκονται κοντά στη θέση της αρχαίας Πέλλας, γενέτειρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου· στις μέρες μας αποτελούν ένα όμορφο δείγμα μακεδονικού αστικού τοπίου. Είναι χτισμένο μέσα σε άλση πλούσιας βλάστησης, πάνω από τα οποία υψώνονται λαμπεροί λευκοί μιναρέδες, ενώ εδώ κι εκεί διακρίνονται ένας με δύο τρούλοι τζαμιών, καθώς και μερικά ψηλά σκούρα κυπαρίσσια. Αυτά είναι τα πιο χαρακτηριστικά του στοιχεία. Όλα τα μικρά βρώμικα σπίτια, που με μια πρώτη γνωριμία εξοικειώνεσαι, κρύβονται πίσω από τα δέντρα, έτσι ώστε η διαφορά σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που πραγματικά είναι, να είναι τεράστια. Ωστόσο, όταν (αφού ολοκλήρωσα την ζωγραφιά μου) μπήκα στην πόλη, τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο εντυπωσιακό και χαρακτηριστικό από την εσωτερική εικόνα του οικισμού, αν και η ποιητικότητα και η μεγαλοπρέπεια χάνονται. Μονοπάτια πλούσια σε βλάστηση και με ανώμαλο έδαφος, που ζωντανεύουν με κάθε είδους ενδυμασίες, περιβάλλουν την είσοδο και οδηγούν σε στενά δρομάκια, πλαισιωμένα από ξύλινα διώροφα σπίτια, με εξώστες και ανοιχτές σκεπές, τα πλατιά κεραμίδια των οποίων προσφέρουν σκιά σε ομάδες Τούρκων και Ελλήνων που ξαπλώνουν και καπνίζουν στον πάνω όροφο, ενώ άλλοι περιπλανώνται ή στέκονται στις πόρτες των καταστημάτων από κάτω. Στα πεζούλια βρίσκονται κοπάδια χηνών, και τα υπόλοιπα δρομάκια είναι εξίσου γεμάτα από κατσίκες και βουβάλια, όσο και από Τούρκους και Χριστιανούς.

Ανέγερση εκκλησίας και σχολείου

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1858, οι χριστιανοί κάτοικοι των Γιαννιτσών, αξιοποιώντας τη θέσπιση του Χατ-ι Χουμαγιούν, σουλτανικού διατάγματος που κατοχύρωνε τη θρησκευτική ελευθερία και την ισονομία των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπέβαλαν αίτημα για την ανέγερση χριστιανικού ναού στην πόλη. Το αίτημα διαβιβάστηκε στον Σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ μέσω του Οικουμενικού Πατριάρχη Κύριλλου Ζ΄. Ο Σουλτάνος εξέδωσε τον Ιανουάριο σχετικό φιρμάνι, με το οποίο παρεχόταν άδεια ανέγερσης της εκκλησίας υπό συγκεκριμένους όρους: το οικοδόμημα έπρεπε να ανεγερθεί σε ιδιόκτητο οικόπεδο και να χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά με υλικά και χρήματα των Ελλήνων κατοίκων, χωρίς τη συμμετοχή άλλων εθνοτικών ομάδων. Στο κείμενο του φιρμανιού αναφέρεται ρητά:

Με την άφιξη της παρούσης αυτοκρατορικής μου διαταγής, ας γίνει γνωστό ότι υπεβλήθη αίτηση με επίσημο έγγραφο εκ μέρους του Έλληνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και των εξαρτημάτων της, ότι επειδή οι Έλληνες αυτοκρατορικοί μου υπήκοοι που διαμένουν στη συνοικία «Βαρός» της κωμοπόλεως των Γενιτσών δεν έχουν ιερά για την εκτέλεση των ιεροτελεστιών τους, ικετεύουν και εκλιπαρούν να τους παραχωρηθεί η υψηλή μου άδεια να χτίσουν και να οικοδομήσουν μια εκκλησία…

Σύμφωνα με το Εκκλησιαστικό Κτηματολόγιο, η εκκλησία ανεγέρθηκε «διά συνδρομών των Ελληνορθοδόξων» σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από την οικογένεια Χατζηδημητρίου, καθώς και από γειτονικές οικογένειες. Η τοπική κοινωνία συμμετείχε συλλογικά στην ανέγερση, προσφέροντας οικονομική και υλική συνδρομή. Παρά το γεγονός ότι το φιρμάνι προειδοποιούσε τις οθωμανικές αρχές και τους μουσουλμάνους θρησκευτικούς και κοινοτικούς παράγοντες να μην παρεμποδίσουν το έργο, η τοπική παράδοση αναφέρει ότι τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού αντέδρασε έντονα, κόβοντας την παροχή νερού στις ελληνικές συνοικίες. Ως αποτέλεσμα, για την ανέγερση του ναού χρησιμοποιήθηκε κρασί αντί για νερό.

Παράλληλα με την εκκλησία, ανεγέρθηκαν ένα διώροφο πέτρινο κτίριο, το οποίο προορίστηκε για την στέγαση του νέου ελληνικού σχολείου, καθώς και ευρύχωρο οίκημα που ορίστηκε ως πρεσβυτέριο και χώρος φιλοξενίας του Μητροπολίτη Βοδενών κατά τις επισκέψεις του στην πόλη. Σύμφωνα με τον Βασίλειο Ζώτο Μολοσσό, τόσο η εκκλησία όσο και το σχολείο οικοδομήθηκαν με οικονομική ενίσχυση του εθνικού ευεργέτη βαρόνου Σίμωνα Σίνα.

Η ακριβής χρονολογία ολοκλήρωσης των οικοδομικών εργασιών και των εγκαινίων της εκκλησίας δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένη. Ο Γεώργιος Χατζηκυριακού, ο οποίος επισκέφθηκε τα Γιαννιτσά το 1906, αναφέρει ότι η εκκλησία και το σχολικό κτίριο ανεγέρθηκαν το 1867. Ωστόσο, επικρατέστερη θεωρείται η χρονολογία του 1860, η οποία επιβεβαιώνεται τόσο από την τοπική παράδοση όσο και από δημοσίευμα της εφημερίδας Duvanski Lebed του Βελιγραδίου, με ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 1860, όπου σημειώνεται ότι «οι κάτοικοι της κωμοπόλεως Γιαννιτσά μόλις ηδυνήθησαν και ανήγειρον εκκλησίαν». Η ίδια χρονολόγηση ενισχύεται και από ιδιόχειρες σημειώσεις του ιερομόναχου Αθανασίου, ανακαινιστή του ναού του Αγίου Αθανασίου στο Πηλορύγι, ο οποίος καταγράφει ότι από το 1860 οι κάτοικοι των Γιαννιτσών έπαψαν να εκκλησιάζονται εκεί, γεγονός που οδήγησε σε αισθητή μείωση των εσόδων του ναού ήδη από τα μέσα Μαΐου του ίδιου έτους.

Πορεία της ελληνορθόδοξης κοινότητας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ενορία των Γιαννιτσών είχε στην κυριότητά της, εκτός από το ναό, το σχολείο και το μητροπολιτικό μέγαρο, «οἰκία», την οποία αρχικά ενοικίαζε και αργότερα πωλήθηκε, «ἀλώνιον», κήπο και «κησλὰ χειμαδιόν», δηλαδή χειμερινό βοσκότοπο. Ο τελευταίος βρισκόταν έξω από την πόλη, στον δρόμο για το Πηλορύγι και, σύμφωνα με το Εκκλησιαστικό Κτηματολόγιο, «ἐδωρήθη υπὸ τοῦ κατακτητοῦ Γεννιτσών». Στα ακίνητα του ναού καταγράφεται επίσης «Μαγαζεῖον καὶ Κρεοπωλείον» σε ένα οικόπεδο το οποίο είχε δωρήσει η οικογένεια Μπόσκου, καθώς αναφέρεται, ενώ τα κτίρια «έκτίσθησαν διὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων». Τα έσοδα από την εκμετάλλευση των παραπάνω ακινήτων που αναφέρονται ως περιουσιακά στοιχεία της ενορίας, έμπαιναν στο ταμείο του ναού και εξυπηρετούσαν στην πληρωμή των φόρων προς το κράτος, στη συντήρηση του σχολείου και στη μισθοδοσία των δασκάλων.

Έκτοτε, η οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη της ελληνορθόδοξης κοινότητας κατέστησε επιτακτική τη μόνιμη παρουσία θρησκευτικής ηγεσίας, γεγονός που οδήγησε στον ορισμό Αρχιερατικού Επιτρόπου στα Γιαννιτσά. Κεντρικό θεσμικό ρόλο στη διοίκηση της κοινότητας, παράλληλα με τον Αρχιερατικό Επίτροπο, κατείχε η Δημογεροντία. Το σώμα αυτό απαρτιζόταν από έξι διακεκριμένα μέλη της τοπικής κοινωνίας, η θητεία των οποίων ήταν διετής. Σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της, μετά το πέρας της διετίας επιβαλλόταν η ανανέωση τουλάχιστον του ημίσεος των μελών της. Για την εκλογή στο αξίωμα του Δημογέροντα, οι υποψήφιοι όφειλαν να πληρούν σωρευτικά τις εξής προϋποθέσεις:

  • Να διακρίνονται για το ήθος και την κοινωνική τους προσφορά.
  • Να πρεσβεύουν το χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα.
  • Να κατέχουν την ιδιότητα του Οθωμανού υπηκόου.
  • Να έχουν συμπληρώσει το 40ό έτος της ηλικίας τους.
  • Να διαθέτουν ακίνητη περιουσία.
  • Να είναι εγκατεστημένοι στην κοινότητα για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών

Υπό την προεδρία του Αρχιερατικού Επιτρόπου, η Δημογεροντία λειτουργούσε ως το επίσημο όργανο εκπροσώπησης του ελληνικού πληθυσμού έναντι της οθωμανικής διοίκησης και συγκεκριμένα του Καϊμακάμη. Το σχήμα αυτό είχε την ευθύνη για τον συντονισμό και την εποπτεία της εκκλησιαστικής, εκπαιδευτικής και πνευματικής ζωής της κοινότητας, διασφαλίζοντας τη συνοχή και την οργάνωση των μελών της.

Ουνιτική κοινότητα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη δεκαετία του 1850, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του οθωμανικού κράτους και της βελτίωσης της θέσης των χριστιανικών κοινοτήτων, παρατηρείται η εισαγωγή της Ουνίας στον μακεδονικό χώρο. Η Ουνία, ως εκκλησιαστική ένωση με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, διατηρούσε στοιχεία της ορθόδοξης λειτουργικής και εκκλησιαστικής παράδοσης, επιδιώκοντας την προσέλκυση ορθόδοξων πληθυσμών υπό το παπικό πρωτείο. Η κίνηση αυτή βρήκε απήχηση σε αστικά και αγροτικά κέντρα της Κεντρικής Μακεδονίας, όπως η Θεσσαλονίκη, το Κιλκίς[5] και οικισμοί όπως τα Κύμινα.[6] Καθοριστικό ρόλο στη διάδοση της Ουνίας διαδραμάτισε το γαλλικό μοναχικό τάγμα των Λαζαριστών (Congregatio Missionis), το οποίο είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη[7] ήδη από τον 18ο αιώνα.

Περί το 1859, Ουνίτες ιεραπόστολοι δραστηριοποιήθηκαν και στην περιοχή των Γιαννιτσών, γεγονός που τεκμηριώνεται σε επιστολή του Μητροπολίτη Βοδενών Νικοδήμου Α΄ προς τον σχολάρχη της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, με ημερομηνία 7 Αυγούστου 1859. Στην επιστολή αυτή ο ιεράρχης εκφράζει την έντονη ανησυχία του για το φαινόμενο του προσηλυτισμού, χαρακτηρίζοντας τους προσχωρήσαντες στην Ουνία ως πρόσωπα που «προσήλθαν εἰς τὸν κρημνὸν τῆς ἀπωλείας», αποδίδοντας στο ζήτημα σαφείς θεολογικές και ποιμαντικές διαστάσεις.

Το 1862 διαμορφώθηκε ο πρώτος οργανωμένος πυρήνας Ουνιτών στην πόλη των Γιαννιτσών. Οι δημογέροντες της ελληνορθόδοξης κοινότητας, σε αναφορά τους προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη —η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ανατολικός Αστήρ» της Κωνσταντινούπολης— απέδωσαν την ευθύνη για τη συγκρότηση της ομάδας στους Λαζαριστές της Θεσσαλονίκης, τους οποίους αποκάλεσαν «Παπιστάνους». Στην ίδια αναφορά καταγγέλλονται οι μέθοδοι προσηλυτισμού που, κατά τους συντάκτες, περιλάμβαναν υποσχέσεις περί παροχής ξένης προστασίας και οικονομικών προνομίων, όπως μειωμένες φορολογικές επιβαρύνσεις και ίδρυση προξενικών αρχών.

Ηγετική φυσιογνωμία της ουνιτικής κοινότητας των Γιαννιτσών υπήρξε ο ντόπιος ιερέας παπα-Δήμος, ο οποίος προσχώρησε στην Ουνία το 1861. Μαζί του συντάχθηκαν οι δύο γαμπροί του, καθώς και οι Κωνσταντίνος Τύπος και Τέντζας Κρίβαλης. Στην κίνηση αυτή προσχώρησαν κυρίως κάτοικοι από τον Τζουμρά μαχαλά, με τον συνολικό αριθμό των οικογενειών να ανέρχεται περίπου στις σαράντα. Ιδιαίτερη σημασία είχε η δραστηριότητα του ιερέα Στόγιαν Μόκρεβ από το Κιλκίς, ενός εκ των γαμπρών του παπα-Δήμου, ο οποίος διατηρούσε επαφές με Ευρωπαίους καθολικούς προξένους της Θεσσαλονίκης, εξασφαλίζοντας οικονομική ενίσχυση για την ουνιτική δράση. Παράλληλα, η προσωπική του δυσαρέσκεια έναντι του Μητροπολίτη Βοδενών Νικοδήμου, ο οποίος είχε εμπλακεί στη φυλάκισή του, φαίνεται ότι συνέβαλε στην απομάκρυνσή του από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τα χρονικά των Λαζαριστών, η προσχώρηση των ανωτέρω προσώπων στην Ουνία αποδιδόταν στη συγκριτική μελέτη της διδασκαλίας της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας και παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής. Στα ίδια κείμενα, η ιεραποστολική δραστηριότητα του τάγματος στην περιοχή χαρακτηρίζεται ως έργο αγάπης και πνευματικής μέριμνας.

  1. Χατζής 2003, σελ. 11
  2. Γιαννιτσά. Μια πόλη 8.500 χρόνων. Μια πόλη αγαπημένη, σελ. 15
  3. Γιαννιτσά. Μια πόλη 8.500 χρόνων. Μια πόλη αγαπημένη, σελ. 16
  4. Lear, Edward (1851). Journals of a landscape painter in Albania, &c (PDF). Λονδίνο: Richard Bentley. σελίδες 30–34.
  5. Αγγελόπουλος, Αθανάσιος Α. (1993). Αι ξέναι προπαγάνδαι εις την επαρχίαν Πολυάνης κατά την περίοδον 1870-1912 (Α΄ έκδοση). Θεσσαλονίκη: Ιδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. σελ. 86-87.
  6. Τουσίμης, Γεώργιος (1999). «Πληροφορίες για την Ουνία Γενιτσών». Φίλιππος (Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος») (22): 24-29.
  7. Μανίκας, Ιωάννης (2005). «Το τάγμα των Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη και η Ουνία. Νέα στοιχεία». Μακεδονικά (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών) 35: 215-223. https://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_35/ekd_pemk_35_Manikas.pdf.
  • Χατζής, Χρήστος (2003). Γιαννιτσά, Ιστορική Επισκόπηση. Γιαννιτσά. 
  • Γιαννιτσά. Μια πόλη 8.500 χρόνων. Μια πόλη αγαπημένη. Γιαννιτσά: Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Γιαννιτσών «Ο Φίλιππος». 2000.