Ιστορία της τυπογραφίας στο νεοελληνικό κράτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η ιστορία της τυπογραφίας στο νεοελληνικό κράτος αρχίζει με την απελευθέρωση σημαντικού τμήματος της Ελλάδας και με την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος και τη δημιουργία της Ελληνικής Πολιτείας οπότε νέες γραφειοκρατικές και διοικητικές ανάγκες αύξησαν τη χρήση των τυπογραφείων, και πολλαπλασίασαν τυπογραφεία και τυπογράφους. Διατάγματα, προκηρύξεις, ανακοινώσεις, σχέδια νόμου αλλά κυρίως σχολικά εγχειρίδια και βιβλία που έπρεπε να τυπώνονται για τις ανάγκες της Παιδείας, ήταν τα πρώτα προϊόντα αυτών των τυπογραφείων.Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης από τον Καποδίστρια, η Τυπογραφία της Διοικήσεως, μετονομάστηκε σε Εθνική Τυπογραφία για να αλλάξει σε Βασιλική Τυπογραφία με την έλευση του Όθωνα.

Τυπογραφικά κέντρα, το Ναύπλιο, η Αίγινα, η Σύρος και η Ύδρα.

Διονύσιος Σολωμός «Ύμνος εις την ελευθερίαν». Από το τυπογραφείο του Δημ. Μεσθενέα στο Μεσολόγγι, 1825

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 και με εξοπλισμό τα 4 τυπογραφικά πιεστήρια που δώρισε στους Έλληνες το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, στήθηκε η Βασιλική Τυπογραφία σε ιδιόκτητο κτίριο επί της οδού Σταδίου. Παράλληλα οι ιδιώτες τυπογράφοι που αποφάσισαν να επιχειρήσουν σε αυτόν τον τομέα άρχισαν να μεταφέρονται σταδιακά και αυτοί στην Αθήνα. Μεγάλοι τυπογραφικοί οίκοι της εποχής, αυτός του Αντρέα Κορομηλά και του Κωνσταντίνου Γκαρμπολά, μονοπωλούν σχεδόν την έκδοση και πώληση των σχολικών βιβλίων και κατά συνέπεια και την αγοραστική μερίδα. Οι Έλληνες αρχίζουν να ακολουθούν κατά πόδας τις βελτιώσεις της τυπογραφικής τέχνης που πραγματοποιούνται σε Ευρώπη και Αμερική και εκσυγχρονίζουν κατά διαστήματα τον εξοπλισμό τους. Η παραγωγή βιβλίων αναπτύσσεται καθώς και η έκδοση βιβλίων και περιοδικών. Από το 1800 εξάλλου σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τυπογραφικό τομέα έρχονται η μία πίσω από την άλλη. Η διάδοση των εφημερίδων, με τις τεράστιες κυκλοφορίες που δημιούργησε, ανάγκασε τους επιστήμονες και τεχνικούς να βρουν λύσεις για να μπορέσει το απλό επίπεδο ξύλινο πιεστήριο, να ανταποκριθεί στην όλο και αυξανόμενη ζήτηση. Μια σειρά από μικρές και μεγάλες βελτιώσεις και καινοτομίες ακολούθησαν για να καταλήξουμε από τα μολύβδινα τυπογραφικά στοιχεία του 18ου στα pixel του 20ου. Η Ελλάδα, πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον για οτιδήποτε νέο, ενσωμάτωσε γρήγορα τις καινούριες τεχνικές έτσι ώστε να μπορέσει να συμβαδίσει με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Και επιτέλους, στο τέλος της δεκαετίας του 1980, θα δημιουργηθεί και η πρώτη ελληνική γραμματοσειρά από Έλληνα, 513 χρόνια μετά από τον Δημήτριο Δαμιλά.

Η Ελληνική Τυπογραφία επί Ιωάννη Καποδίστρια (1828-1833)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επίσημο όργανο των Εθνοσυνελεύσεων και της Διοίκησης, η Τυπογραφία της Διοικήσεως (1825-1827) εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, όπου μεταφέρθηκε και η έδρα της Διοίκησης και ονομάστηκε Εθνική Τυπογραφία (1828-1833). Ο κυβερνήτης Καποδίστριας μετακάλεσε από το Παρίσι τον Γεώργιο Αποστολίδη Κοσμητή για να την διευθύνει, με υποδιευθυντή το Παύλο Πατρίκιο. Η Εθνική Τυπογραφία της Αίγινας τύπωσε τη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδας το 1828-1830, την Αιγιναία, εφημερίδα «φιλολογική, επιστημονική και τεχνολογική» το 1831 και μερικά βιβλία για σχολική χρήση κυρίως. Τότε (1830) εκδίδεται και το πρώτο εν Ελλάδι βιβλίο μουσικής διδασκαλίας, η Συνοπτική γραμματική είτε (sic) στοιχειώδεις αρχαί της Μουσικής μετά προσαρμογής εις την κιθάραν του Νικολάου Φλογαΐτη.

To Εθνικό Τυπογραφείο στην Αίγινα.

Όταν η έδρα της κυβέρνησης μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, τον Σεπτέμβρη του 1830, την ακολούθησε και ένα τμήμα της Εθνικής Τυπογραφίας. Αυτό το τμήμα τύπωνε τη Γενική Εφημερίδα για το 1830-1832, που άλλαξε το τίτλο της σε Εθνική Εφημερίς το 1832-1833, που ξανά άλλαξε το τίτλο της σε Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1833-1834, το περιοδικό Αθηνά «ήτοι ανάλεκτα οικονομικά και περί εφευρέσεων» του Γεώργιου Χρυσίδη και 15 περίπου βιβλία.

Η Εθνική Τυπογραφία συγκεντρώνει τελικά και τα δυο τμήματά της στο Ναύπλιο το 1833 ενώ το 1834 μετακομίζει — οριστικά αυτή τη φορά — στην Αθήνα, και μετονομάζεται σε Βασιλική Τυπογραφία (1833-1862) σε κτίριο που χτίστηκε ειδικά για να στεγάσει τον εξοπλισμό. Από το τυπογραφείο της Εθνικής Τυπογραφίας στο Ναύπλιο εξεδόθη το 1831 το ποίημα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή «Δήμος και Ελένη», καθώς φυσικά και όλα τα διοικητικά έντυπα.

Ταυτόχρονα η ιδιωτική τυπογραφία στο Ναύπλιο αναπτύχθηκε πρώτα από όλους από τον περισσότερο ειδήμονα Κωνσταντίνο Τόμπρα, ο οποίος, σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Δημίδη, ίδρυσε το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο το 1828. Από το τυπογραφείο αυτό έχουν διασωθεί μόνον δύο εκδόσεις: η Αριθμητική του Διονυσίου Πύρρου και η Περίληψις του Ευαγγελίου του Νικηφόρου Νικητόπουλου. Η συνεργασία Τόμπρα–Δημίδη δεν μακροημέρευσε, και το 1829 έχουμε τη συνεργασία του Τόμπρα με τον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη και τον Γεώργιο Μελισταγή που κατέληξε στην ίδρυση τυπογραφείου που θα λειτουργήσει μέχρι το 1833. Το τυπογραφείο θα εκδώσει 12 τίτλους βιβλίων, από τους οποίους οι 10 είναι εκτέλεση παραγγελιών άλλων και όχι έκδοση δική τους. Δική τους έκδοση είναι το Συλλογή μαθημάτων ελληνικών εκ διαφόρων συγγραφέων συλλεχθέντων χάριν της νεολαίας παρά Κωνσταντίνου Τόμπρα το 1829, που θα επανεκδώσουν το 1832, ένα βιβλίο για τη σχολική αγορά που έκανε τα πρώτα της βήματα εκείνον τον καιρό.

Ωστόσο, η μακροβιότερη και ευτυχέστερη τυπογραφική συνεργασία είναι του Τόμπρα με τον Κ. Ιωαννίδη και η λειτουργία του τυπογραφικού οίκου «Ο Κάδμος». «Ο Κάδμος» θα ιδρυθεί το 1833, και θα κρατήσει ως το θάνατο του Τόμπρα το 1846. Από κει και πέρα ο Ιωαννίδης θα συνεχίσει μόνος, μέχρι και το δικό του θάνατο το 1879. Αυτή η τυπογραφία όντας ιδιαίτερα δραστήρια, τύπωσε βιβλιογραφικό κατάλογο των εκδόσεων της, λειτούργησε αναγνωστήριο για το κοινό και βιβλιοπωλείο με δυνατότητα παραγγελίας–παραλαβής βιβλίων, διεκπεραίωνε όλες τις τυπογραφικές ανάγκες του Δήμου Ναυπλιέων και των αρχών της Επαρχίας και του Νομού. Στο Ναύπλιο αυτά τα χρόνια λειτούργησαν 6 ακόμα — εκτός του Τόμπρα — τυπογραφεία ιδιωτικά που τύπωσαν 35 τίτλους βιβλίων, τα οποία από το 1836 θα μεταφερθούν στην Αθήνα.[1] Η ανάπτυξη της τυπογραφίας στο Ναύπλιο αντικατοπτρίζεται στους αριθμούς: συγκεκριμένα το 1828 τυπώνονται 2 μόνο βιβλία στο Ναύπλιο (ένα σχολικό, και ένα εκκλησιαστικό)και 1 εφημερίδα ενώ το 1833 οι εφημερίδες έχουν φτάσει στις 7 και τα βιβλία, τα 15 (εξαιρουμένων τα μονόφυλλα και τα της διοικήσεως).[2]

Στην Αίγινα η εκδοτική κίνηση δημιουργήθηκε χάρη στην ύπαρξη της Εθνικής Τυπογραφίας που παρακίνησε ιδιώτες τυπογράφους να ιδρύσουν δικά τους τυπογραφεία. Ένας από αυτούς είναι ο Αντρέας Κορομηλάς, που ξεκίνησε την τυπογραφική–εκδοτική δραστηριότητά του από την Αίγινα, αφού πρώτα έμαθε την τέχνη στην Εθνική Τυπογραφία, και μετά μετακόμισε στην Αθήνα για να αναδειχτεί ένας από τους ισχυρότερους τυπογράφους των επόμενων δεκαετιών. Πριν το τυπογραφείο μεταφερθεί στην Αθήνα το 1839, τύπωσε 29 τόμους, 14 έργων του Νεόφυτου Δούκα, και ακόμα 9 βιβλία διαφόρου περιεχομένου. Στην Αίγινα, δραστηριοποιείται και ο εκδότης της εφημερίδας Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος για το διάστημα 1828-1829, Παντελής Κ. Παντελής. Ο Παντελής είχε ξεκινήσει την εφημερίδα του από την Ύδρα, το 1827, και όταν μεταφέρθηκε στην Αίγινα, το 1828 ανέλαβε και κάποιες τυπογραφικές εργασίες για λογαριασμό της Διοίκησης, καθώς και την έκδοση 4 βιβλίων.

Αν και στην Ερμούπολη της Σύρου, το 1828 τυπώθηκαν 2 βιβλία, μια μαγειρική και μια μετάφραση της Φαίδρας του Ρακίνα, χωρίς όμως να αναφέρουν όνομα τυπογραφείου, το πρώτο επώνυμο τυπογραφείο που δραστηριοποιήθηκε εκείνη την εποχή ήταν του Σφοίνη, το 1830, ενός δασκάλου που ήρθε από τη Σάμο, και έστησε ένα μικρό τυπογραφείο στη σημερινή πλατεία Μιαούλη. Το τυπογραφείο του ήταν μικρότατο και το δούλευαν μόνο 2 άτομα, αυτός και ένας τυπογράφος από τη Χίο. Το 1831 προστέθηκε και το τυπογραφείο των Ν. Γραβινού και Ι. Γαρουφαλλή.[3] Από αυτό το τυπογραφείο θα προέλθει ένα από τα πρώτα σχολικά εγχειρίδια αριθμητικής, του Γεώργιου Παπά Σταματίου Χαρτουλάρη, το Απάνθισμα Αριθμητικής που εξεδόθη το 1831. Από το τυπογραφείο αυτό, όταν η επιχείρηση θα πουληθεί στον Ιωάννη Λεκάτη, θα προέλθει ο εξοπλισμός του πρώτου τυπογραφείου που θα λειτουργήσει στη Σάμο από το 1832.

Συνοπτικά η βιβλιοπαραγωγή στο ελληνικό κράτος (εκτός από μονόφυλλα και διοικητικού περιεχομένου) την περίοδο 1828-1833 ήταν η εξής:[2]

  • 1828: 21
  • 1829: 24
  • 1830: 14
  • 1831: 31
  • 1832: 21
  • 1833: 23

Στα εδάφη με Έλληνες που δεν ανήκουν τότε στο ελληνικό κράτος, τα Επτάνησα και συγκεκριμένα η Κεφαλλονιά, η Ζάκυνθος και η Κέρκυρα έχουν ήδη τυπογραφική παραγωγή ενώ και ομογενειακές τυπογραφικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στη Σμύρνη, στη Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη, στα Χανιά, στα Ιωάννινα και στη Σάμο.

Η ελληνική Τυπογραφία τα πρώτα χρόνια της βασιλείας (1834-1880)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωνική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την άφιξη του βασιλιά Όθωνα, και τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, χτίζεται στην οδό Σταδίου και Σανταρόζα, το κτίριο που θα στεγάσει την «Βασιλική Τυπογραφία και Λιθογραφία». Μέχρι το 1838 η βασιλική τυπογραφία διέθετε τα τρία βασικά τμήματα, της τυπογραφίας, λιθογραφίας και χυτηρείου τυπογραφικών στοιχείων. Το προσωπικό εκείνη την εποχή ήταν 37 άτομα και ο εξοπλισμός περιλάμβανε, 1 ταχυπιεστήριο, 3 ξύλινα πιεστήρια, 6 σιδερένια πιεστήρια, 1 ξύλινο στιλβώματος, 2 ξύλινα διορθώσεων, 8 λιθοτυπωτήρια και 4 χυτήρια στοιχείων. Πρώτος διευθυντής της λιθογραφίας υπήρξε ο Βαυαρός A.Forster, με πρώτο διευθυντή της τυπογραφίας τον Γ. Απ. Κοσμητή.[4]

Το κτίριο της Βασιλικής Τυπογραφίας

Τα ιδιωτικά τυπογραφεία ακολουθούν τη Βασιλική Τυπογραφία, στην πρωτεύουσα του νέου κράτους και εδώ επικεντρώνεται η εκδοτική παραγωγή.

Κατά τη περίοδο 1834-1838 υπάρχουν 11 τυπογραφεία σε όλο το ελληνικό κράτος ενώ μια δεκαετία αργότερα το 1848 υπάρχουν 30.

Όλα τα τυπογραφεία στην Αθήνα της περιόδου αυτής, επιζούν τυπώνοντας παραγγελίες πελατών τους - συγγραφέων, και όχι εκδίδοντας οι ίδιοι βιβλία για λογαριασμό τους. Όταν κάποτε εξέδιδαν οι ίδιοι ένα βιβλίο, έγραφαν οπωσδήποτε στο εξώφυλλο ότι τυπώθηκε «ιδίοις αναλώμασι». Άλλη μορφή παραγωγής βιβλίου ήταν με το σύστημα των συνδρομητών. Ο συγγραφέας αναλάμβανε να φέρει τους ανθρώπους που προαγόραζαν το βιβλίο και το παραλάμβαναν όταν εκδιδόταν. Μάλιστα αυτοί οι συνδρομητές που είχαν στην ουσία θέση χορηγών, συνήθως προβάλλονταν και ευχαριστούνταν στις τελευταίες σελίδες των βιβλίων. Οι συγγραφείς που όντας τυχεροί έβρισκαν χορηγούς, συνήθως πλούσιους Έλληνες του εξωτερικού, τύπωναν τα βιβλία τους απαλλαγμένοι από το οικονομικό άγχος. Στο καινούριο κράτος, αυτή τη κατάσταση θα την αλλάξει κυρίως η εμφάνιση του σχολικού βιβλίου και οι συνακόλουθες αλλαγές που θα φέρει στις αναγνωστικές συνήθειες των Έλλήνων.

Το σχολικό βιβλίο θα αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά των εκδόσεων των μεγάλων τυπογραφείων. Με τη σύσταση εκπαιδευτικού συστήματος από τον Καποδίστρια, αναδύθηκε μια καινούρια αγορά, που με τον σταθερά αυξανόμενο μέγεθός της αποτέλεσε πεδίο σκληρού ανταγωνισμού και δημιούργησε τη πρώτη, μεγάλη δομή συστηματική διακίνησης βιβλίων. Οι 5.000 χιλιάδες του 1830, έφτασαν τους 80.000 το 1879, και τους 150.000 γύρω στα 1887. Το κράτος αφού για μια μικρή περίοδο από το 1836 έως το 1838 το κράτος προσπάθησε να μονοπωλήσει την παραγωγή βιβλίων, αλλά εγκατέλειψε τη προσπάθεια και λόγω αδυναμίας παραγωγής αλλά κυρίως λόγω των πιέσεων των ιδιωτών τυπογράφων.[5] Σημαντικά τυπογραφεία της εποχής ήταν: του Άγγελου Αγγελίδη από το 1835 μέχρι το 1856, του Ράλλη από το 1835 έως το 1847, του Στυλιανού Κ. Βλαστού 1837-1900, και του Κ. Αντωνιάδη από το 1839 έως το 1893.

Πρώτος ωστόσο τυπογράφος στην Αθήνα είναι ο Γιώργος Πολυμέρης που εγκατάστησε τυπογραφείο στην Αθήνα το 1834 και το λειτούργησε μέχρι το 1838.[6]

Το 1838 από το τυπογραφείο του Νικόλαου Παπαδόπουλου τυπώνεται το πρώτο ελληνικό βιβλίο με εικόνες, τα «Άσματα Πολεμιστήρια», του Παναγιώτη Τσοπανάκου. Ο τυπογράφος -δουλεύοντας για το μεράκι της ψυχής του και όχι για το κέρδος, αφού όπως ομολογεί και ο ίδιος στη τελευταία σελίδα του βιβλίου, η δαπάνη για αυτήν την έκδοση ήταν υπέρογκη – έβαλε 1 σκίτσο του ποιητή και 3 εικόνες από τον αγώνα του 1821.[7]

Οι σημαντικότεροι τυπογράφοι του 19ου αιώνα πάντως είναι ο Ανδρέας Κορομηλάς, και ο Κωνσταντίνος Γκαρμπολάς. Ο Κορομηλάς άνοιξε το τυπογραφείο του το 1835 και το πρώτο βιβλίο του που βγήκε από τα αθηναϊκά πιεστήρια του ήταν η «Ανθολογία ή Συλλογή ασμάτων ηρωικών και ερωτικών», το 1835 μια επιλογή ποιημάτων του Ρήγα, του Βηλαρά, του Σολωμού καθώς και δημοτικών τραγουδιών.[8] Ο μεγαλύτερος αριθμός των εκδόσεων του Κορομηλά και των διαδόχων του, πάνω από 500 τίτλοι, είναι σχολικά βιβλία, συνταγμένα σύμφωνα με τα αναλυτικά προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας. Η καλή ποιότητα των εκδόσεων του και οι καλές του σχέσεις με τους ιθύνοντες βοήθησαν στη διακίνηση των βιβλίων του στα σχολεία αλλά και ξεσήκωσαν και πλήθος σχολίων εναντίον του. μετά το θάνατό του, το τυπογραφείο πέρασε στα χέρια της χήρας του και των παιδιών του, για να πουληθεί τελικά, στον ανερχόμενο αστέρα των εκδόσεων της εποχής, Ανέστη Κωνσταντινίδη το 1884, μαζί με το μεγάλο κτίριο που τη στέγαζε στην οδού Ερμού 1.

Ο άλλος μεγάλος τυπογράφος της εποχής ήταν ο Κωνσταντίνος Γκαρμπολάς, ξεκίνησε από το Βουκουρέστι ως έμπορος και βιβλιοπώλης, μεταφέρθηκε στη Βιέννη όπου εξέδωσε κάποια βιβλία και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, το 1838 και δημιούργησε τυπογραφικό κατάστημα. Ο Γκαρμπολάς ιδρύει ολοκληρωμένη τυπογραφική μονάδα, όπως εξάλλου και ο Κορομηλάς που περιλάμβανε εκτός από το τυπογραφείο, στοιχειοχυτήριο, βιβλιοδετείο και βιβλιοπωλείο. Εκδίδει συλλογές ελληνικών και γαλλικών βιβλίων, παλιών και νέων, εκδίδει τη δεκάτομη Εγκυκλοπαίδεια των ελληνικών μαθημάτων, σχολικά βιβλία κ.α. Παρόλα αυτά, η επιχείρησή του,-πάρα πολύ μεγάλη για τα ελληνικά δεδομένα- δεν ήταν κερδοφόρος και αντιμετώπιζε κατά καιρούς μεγάλες δυσκολίες. Το 1850 χάρις στο γιό του Κωνσταντίνου Γκαρμπολά, Μιλτιάδη η Θεσσαλονίκη θα αποκτήσει το πρώτο της ελληνικό τυπογραφείο. Το τυπογραφείο μέσα στους πρώτους μήνες θα εκδώσει 7 βιβλία. Το τυπογραφείο υπό την ιδιοκτησία του Μιλτιάδη Γκαρμπολά θα λειτουργήσει μόνο για ένα χρόνο και μετά θα το πουλήσει στον Κυριάκο Δαρζηλοβίτη, που θα το λειτουργήσει ως το 1867 όταν θα περάσει στα χέρια του Ν. Βαγλαμαλή και Συν., με την επωνυμία «Η Μακεδονία».[9]

Οψοκομιστής. Ελαιογραφία του Σπύρου Μαντζάκου.

Οι εξελίξεις της τυπογραφικής τέχνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοινό κτήμα των Ελλήνων τυπογράφων γίνεται σε αυτά τα χρόνια η ξυλογραφία και η στερεοτυπία. Η ξυλογραφία, με τη μέθοδο της ξυλογραφίας σε όρθιο ξύλο, ήταν ο τρόπος που τα βιβλία, τα περιοδικά και οι εφημερίδες κοσμούσαν τα προϊόντα τους με εικόνες, μέχρι το 1890 που θα εμφανιστεί η τσιγκογραφία. Αυτή η μέθοδος άρχισε να διδάσκεται στη Σχολή Καλών Τεχνών από το 1843 και πολλοί καλλιτέχνες - ξυλογράφοι, υπηρέτησαν την τυπογραφία τα επόμενα χρόνια. Όσο για τη στερεοτυπία, ο Ανδρέας Κορομηλάς είναι ο πρώτος που εισήγαγε αυτή τη μέθοδο στην Ελλάδα, από το Παρίσι και το τυπογραφείο των Ντιντό. Με τη μέθοδο αυτή, ο τυπογράφος μπορεί να έχει στη διάθεσή του, έτοιμες τις σελίδες για ανατύπωση βιβλίου χωρίς να χρειάζεται να ξανα-στοιχειοθετήσει το κείμενο από την αρχή. Το 1837 ανοίγει στην Αθήνα και το πρώτο στοιχειοχυτικό κατάστημα στην Ελλάδα από τον Κωνσταντίνο Μηλιάδη. Το 1859 μάλιστα, ο Μηλιάδης τιμάται με το αργυρό μετάλλιο Α' τάξης στην τυποχυτική διά διάφορα είδη κεφαλαίων και μικρών τύπων, ήτοι στοιχείων ελληνικών τε και ρωμαϊκών και διάφορα είδη καλλωπισμάτων τυπογραφικών, συζευκτικών και μεσοστίχων γραμμών, κ.λπ, του τυποχυτηρίου του. Ο Κύριος Κ. Μηλιάδης εξέχει των άλλων ομοτέχνων τουκατά την ευθυγραμμίαν και την τυπομετρικήν ακρίβειαν... [10]

Σε άλλες ελληνικές πόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Πειραιά, το 1838 σε μια πόλη μόλις 2000 κατοίκων, ο Ηλίας Χριστοφίδης, ιδρύει το πρώτο τυπογραφείο με την επωνυμία «Η Αγαθή Τύχη», και τον επόμενο χρόνο, το 1839 ξεκινάει την έκδοση ενός περιοδικού, τον «Παιδαγωγό», το πρώτο έντυπο της νεοελληνικής τυπογραφίας στον Πειραιά. Το έντυπο είχε ζωή μόνο λίγων μηνών, αλλά ο εκδότης-τυπογράφος συνέχισε τη λειτουργία του τυπογραφείου με την έκδοση βιβλίων, τα οποία τύπωνε για λογαριασμό των συγγραφέων ή των χορηγών των βιβλίων όπως εξάλλου γινόταν η βιβλιοπαραγωγή τότε.[11]

Στη Σύρο το 1834 μεταφέρεται στην Ερμούπολη η «Ελληνική Ιεραποστολική Εταιρεία της Αμερικής», του Ι.Ι. Ρόμπερτσον από την Αθήνα. Από το 1834 έως το 1838 θα τυπώσει στη Σύρο πάνω από 50 διαφορετικά βιβλία και στη συνέχεια η επιχείρηση θα πουληθεί στον εκδότη Παντελή Κ. Παντελή. Το 1835 εγκαθίσταται στη Σύρο και ο Γεώργιος Μελισταγής που είχε μάθει τη τέχνη δουλεύοντας με τον Τόμπρα και το Νικολαϊδη και συνεταιριζόμενος με τον Γ. Δημίδη δημιούργησε και αυτός τυπογραφείο ενώ το 1836 και ο Γ. Πολυμέρης άνοιξε τυπογραφείο στη Σύρο. Το 1856 ο Ρενιέρης Πρίντεζης θα λειτουργήσει τυπογραφείο εξοπλισμένο με τα πιο σύγχρονα μηχανήματα, το οποίο υπολογίζεται ότι εκτύπωσε μέχρι το 1900, 1200 περίπου βιβλία. Το 1862 η Σύρος απέκτησε και το πρώτο της λιθογραφείο, στο οποίο τυπώνονταν επισκεπτήρια, επικεφαλίδες γραμμάτων, καλλιγραφίες, χάρτες και τίτλοι μετοχών των ασφαλιστικών εταιρειών.[3]

Στην υπόλοιπη Ελλάδα, ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τη περίοδο 1828-1863 τυπώθηκαν: στο Ναύπλιο 150 τίτλοι, στη Πάτρα 100, στη Τρίπολη 25, στη Καλαμάτα 15, στη Κέρκυρα 800, στη Ζάκυνθο 300, στη Κεφαλλονιά 200.

Η ελληνική εκδοτική δραστηριότητα στη διασπορά μετρούσε: στη Βενετία 600 διαφορετικούς τίτλους για το ίδιο χρονικό διάστημα, στη Μάλτα 150, στο Παρίσι 125, στο Λονδίνο 90, Βιέννη 90, Βουκουρέστι 90, στην Οδησσό 40, στη Τεργέστη 30, Λειψία 30, Ιεροσόλυμα 25, Πέστη 20 και Μόναχο 20.[12]

Από το 1865 δημιουργούνται και οι πρώτοι σύλλογοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των ανθρώπων του Τύπου όπως τη Μετοχική Εταιρεία Εργατών Τυπογράφων ο «Γουτεμβέργιος», και ο «Εκατόγχειρ», ελληνική τυπογραφική εταιρεία.[13]

1880-1900[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1880 και επί των χρόνων του Χαρίλαου Τρικούπη γίνονται κάποιες αλλαγές στα εκδοτικά και όχι μόνο- πράγματα, που μας οδηγούν στους σημερινούς χρόνους. Ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος αναπτύσσεται, κυκλοφορούν καθημερινές πλέον εφημερίδες, εβδομαδιαία περιοδικά, και η βιβλιοεκδοτική δραστηριότητα έχει οριστικά επικεντρωθεί στην Αθήνα. Το κέντρο βάρους εξακολουθεί να είναι το σχολικό βιβλίο και οι τυπογραφικές επιχειρήσεις εκσυγχρονίζονται ακολουθώντας κατά πόδας τις τεχνολογικές εξελίξεις στο χώρο τους. Επίσης, τείνουν όλο και περισσότερο προς τον συγκεντρωτισμό, δηλαδή την ενσωμάτωση και την εκτέλεση όλων των σταδίων της έντυπης παραγωγής από τους ίδιους, από τον συγγραφέα μέχρι και τον βιβλιοπώλη- δημιουργώντας τους πρώτους, με τα μέτρα της εποχής, πραγματικά μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Οι τεχνικές εξακολουθούν να εξελίσσονται:

Η ξυλογραφία αντικαθίσταται σιγά-σιγά από τη τσιγκογραφία και τη φωτο-τσιγκογραφία. Εδώ η πλάκα ξύλου αντικαθίσταται από τη πλάκα τσίγκου, που έχει πιο μεγάλη αντοχή για πιο πολλά τυπώματα, και με τη κατάλληλη χρήση χημικών οξέων και τη διάβρωση της πλάκας τυπώνεται η εικόνα. Οι ξυλογράφοι γίνονται τώρα τσιγκογράφοι και αργότερα φωτο-τσιγκογράφοι, φωτογραφίζοντας πρώτα τα θέματα που θα αποτύπωναν μετά.[14]

Στο Εθνικό Τυπογραφείο, του οποίου η ονομασία κατοχυρώνεται με νόμο του 1887 επί Τρικούπη, ο εξηλεκτρισμός της χώρας ωθεί στην ανανέωση του εξοπλισμού. Τα παλιά χειροκίνητα πιεστήρια αντικαθίστανται με ηλεκτροκίνητα και αναπτύσσεται η λιθογραφία. Λειτουργεί γαλβανοπλαστείο, όπου κατασκευάζονται μεταλλικά καλούπια (μήτρες) για την παραγωγή ελληνικών και γαλλικών γραμμάτων και χυτήριο για τη χύτευση στοιχείων, διαστίχων και γραμμών.[15]

Το στοιχειοθετικό τμήμα των εκδόσεων Κωνσταντινίδη

Μετά τον Κορομηλά τη σκυτάλη θα πάρει ο Ανέστης Κωνσταντινίδης, ο οποίος είχε σπουδάσει τη τυπογραφική τέχνη στη Γερμανία. Ερχόμενος στην Αθήνα γύρω στο 1850 δούλεψε στην αρχή ως μεταφραστής και επιμελητής ξένων βιβλίων και από το 1860 διαδεχόμενος τον βιβλιοπώλη-εκδότη Εμμ. Γεωργίου αποκτά τον πρώτο δικό του εκδοτικό οίκο. Με την απόκτηση του οίκου των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά το 1884 θα παραλάβει το τελειότερο εξοπλισμό της εποχής, ατμοκίνητα μηχανικά πιεστήρια, χυτήρια, στερεοτυπία, βιβλιοδετείο, βιβλιοπωλείο και χαρτοπωλείο, και σχεδόν θα κυριαρχήσει στην αγορά. Το ίδιο έτος θα κυκλοφορήσει μια σειρά βιβλίων που θα τα ονομάσει «Βιβλία του Λαού» ή «Βιβλιοθήκη του Λαού», μυθιστορήματα και διηγήματα κυρίως γαλλικά που στοιχίζοντας φθηνά μπορούν να τέρψουν το λαό με αξιοπρέπεια. Ο Κωνσταντινίδης είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τις έγχρωμες λιθογραφίες για εικονογράφηση και εντός του κειμένου και όχι μόνο για το εξώφυλλο.[16] Αργότερα θα εμπλουτίσει τις σειρές του, εκδίδοντας συλλογές λεξικών, εκκλησιαστικών, ιστορικών και φιλολογικών βιβλίων, όλα εκλαϊκευμένα. Θα τυπώσει επίσης Βίους Αγίων, μαγειρική, ονειροκρίτης, οδηγούς καλής συμπεριφοράς, καζαμίες, δημιουργώντας έτσι όλη αυτή τη λαϊκή σειρά βιβλίων που θα φτάσει μέχρι και τις μέρες μας. Προς το τέλος της ζωής του, καταπιάνεται να εκδώσει ένα κορυφαίο έργο, που το θεωρεί το στολίδι του οίκου του. Το «λεξικό της Αρχαίας ελληνικής γλώσσας» των Lidell και Scott. Ωστόσο ο θάνατος του εκδότη, το 1901, θα ακυρώσει αυτή την έκδοση. Το βιβλίο θα εκδοθεί τελικά το 1907 από τον οίκο του Ι.Ν. Σιδέρη. Το 1875 στον Πειραιά διαφημίζεται μια ολοκληρωμένη εκτυπωτική εταιρεία, «Ο Ποσειδών», που περιλαμβάνει στις εγκαταστάσεις της δυο τυπογραφικά πιεστήρια, βιβλιοπωλείο, βιβλιοδετείο και χαρτοπωλείο, ενώ ταυτόχρονα εκδίδει και την ομώνυμη εφημερίδα, «Ο Ποσειδών». Από το 1880 και για τις επόμενες 2 δεκαετίες τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας εξυπηρετούν δύο τυπογραφεία και ένα χρωμολιθογραφείο (για εικόνες και χάρτες).[11]

20ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα τέλη του 19ου αιώνα ήδη οι τυπογραφικές εξελίξεις είναι ραγδαίες. Το ζητούμενο, η αύξηση της παραγωγής εντύπων με παράλληλη πτώση του κόστους, επιτυγχάνεται όλο και περισσότερο. Στην Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές παρακολουθούνται από κοντά, και υιοθετούνται πρόθυμα. Πρώτα από όλα, τα καινούρια περιστροφικά ή κυλινδρικά ταχυπιεστήρια εισάγονται και στην Ελλάδα, αρχής γενομένης από την εφημερίδα Ακρόπολις το 1888. Η Αθηναϊκή κοινωνία θα μείνει έκθαμβη από το τεράστιο μηχάνημα που θα φέρει ο Βλάσης Γαβριηλίδης, πράγμα που φαίνεται και από την ονομασία που του έδωσαν: μαμούθ.

Η εφεύρεση του Γερμανοαμερικανού Ότμαρ Μέργκεντάλερ (Ottmar Mergenthaller), (1884) η λινοτυπική μηχανή στοιχειοθεσίας, η οποία αυξάνει τη ταχύτητα και την ακρίβεια της στοιχειοθεσίας, θα πρώτο-χρησιμοποιηθεί από την εφημερίδα Εμπρός του Δημητρίου Καλαποθάκη, το 1900, ενώ θα ακολουθήσουν κατά πόδας και οι εφημερίδες Πρωινή, Εσπερινή, Σκριπ, και σιγά σιγά και όλες τις άλλες. Από το 1924 το ειδικευμένο στοιχειοχυτήριο του Εμμ. Καρπαθάκη θα παράξει γραμματοσειρές λινοτυπίας.[17] Το τυπογραφείο της Εστίας, Κ.Μάισνερ-Ν.Καργαδούρη, το 1894 θα εισάγει πρώτο τη τεχνική της τσιγκογραφίας –που θα αντικαταστήσει τη τεχνική της ξυλογραφίας- στην έντυπη παραγωγή εικόνων. Ταυτόχρονα, από το 1897 αρχίζει πάλι από το ίδιο τυπογραφείο να χρησιμοποιείται και η τεχνική της φωτολιθογραφίας. Εξαίρετο δείγμα αυτής της νέας τεχνικής είναι το λεύκωμα που θα εκδώσει το Τυπογραφείον της Εστίας, για λογαριασμό του Βλάση Γαβριηλίδη και της εφημερίδας του

Το λεύκωμα του Τυπογραφείου της Εστίας

Ακρόπολις, «Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς αγώνας του 1896, Πανελλήνιον Εικονογραφημένων Λεύκωμα». Το λεύκωμα, μεγάλου μεγέθους, με πλούσια και καλλιτεχνικού επιπέδου εικονογράφηση, περιείχε πλήθος διαφορετικών πληροφοριών για την Ελλάδα της εποχής εκείνης. Από το 1898 η εφημερίδα Εστία χρησιμοποιεί την έγχρωμη εκτύπωση για τα φύλλα της, ενώ το 1903, ο εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκη, εκδίδει παιδικό βιβλίο, πλήρως φωτολιθογραφημένο.

Το 1911, επί Ελευθερίου Βενιζέλου πλέον, οι αλλαγές στη δημόσια διοίκηση αγγίζουν και το Εθνικό Τυπογραφείο· εισάγεται η στιχοτυπία (λινοτυπία) και η μονοτυπία, παρά τις έντονες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1911 γίνεται υποχρεωτική η δημοσίευση των πολιτειακών πράξεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. [15]

Μεγάλοι τυπογραφικοί-εκδοτικοί οίκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τον Ανέστη Κωνσταντινίδη, ο Μιχαήλ Σαλίβερος θα μάθει στις επιχειρήσεις του Κορομηλά και του Κωνσταντινίδη τη τέχνη και το 1892 ιδρύει βιβλιοπωλείο πρώτα, εκδοτικό οίκο αργότερα, και τέλος το 1896 αποκτά το δικό του τυπογραφείο στην Αθήνα. Ο Σαλίβερος τυπώνει και διακινεί σχολικά κυρίως βιβλία, κατοχυρώνοντας πολλούς τίτλους ξένων σχολικών βιβλίων και συμπληρώνει το εκδοτικό του πρόγραμμα, τυπώνοντας χάρτες, εικόνες, τετράδια καλλιγραφίας, και άλλο εκπαιδευτικό υλικό. Δραστηριοποιείται και στο χώρο του ελληνικού θρησκευτικού –εκκλησιαστικού βιβλίου- εκδίδοντας την «Εκκλησιαστική Βιβλιοθήκη», που περιέχει λαϊκής κατανάλωσης, φτηνά, εκκλησιαστικά βιβλία. Το 1934, ένα χρόνο πριν το θάνατο του ιδιοκτήτη τους, ο εκδοτικός οίκος παίρνει τη μορφή ανώνυμης εταιρείας.

Ο Γεώργιος Φέξης, δημιούργησε τον εκδοτικό του οίκο το 1888, έχοντας δουλέψει ως πλανόδιος πωλητής λαϊκών βιβλιαριδίων και τυπογράφος. Δημιουργεί και αυτός σειρές βιβλιοθηκών και έτσι έχουμε τη «Κωμική Βιβλιοθήκη», τη «Λαϊκή Ιατρική Βιβλιοθήκη», τη «Πατριωτική Βιβλιοθήκη», και άλλες. Επίσης εκδίδει βιβλία ξένων γλωσσών, βιβλία Αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, βιβλία συναναστροφών (savoir vivre). Ο Φέξης, καινοτομώντας εισήγαγε την πληρωμή βιβλίων επί πιστώσει σε πολλές μικρές μηνιαίες δόσεις, κατορθώνοντας έτσι να προσεγγίσει και τα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα.

Ο Γεώργιος Κασδόνης το 1885 θα ανοίξει το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Θα συνεργαστεί με τον Ανέστη Κωνσταντινίδη για να πουλάει τα βιβλία του προνομιακά στο βιβλιοπωλείο του. Το 1892 θα συνεταιριστεί με τον Γερμανό τυπογράφο του Αντρέα Κορομηλά, Κάρολο Μάισνερ και μαζί θα λειτουργήσουν το τυπογραφείο της Εστίας. Μετά το θάνατο του Κασδόνη, το 1901, τη διεύθυνση του τυπογραφείου αναλαμβάνει ο Ιωάννης Κολλάρος, ο οποίος θα επεκτείνει τις δραστηριότητες του τυπογραφείου στον εκδοτικό τομέα. Το 1927 μάλιστα, θα ιδρύσει και το περίφημο περιοδικό Νέα Εστία, που θα εκδίδεται μέχρι τις μέρες μας.

Διαφημιστικό φυλλάδιο.jpg

Ο Δημήτριος Δημητράκος ίδρυσε κατ’αρχήν τον εκδοτικό του οίκο το 1895, στη γενέτειρά του, το Λαύριο, και το 1902 τον μετέφερε στην Αθήνα. Ο «Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δημητρίου Δημητράκου» έχει μείνει γνωστός στην ιστορία του βιβλίου, με το «Μεγάλο λεξικό όλης της ελληνικής γλώσσας», η πρώτη προσπάθεια, για μια διαχρονική σύνδεση της ελληνικής γλώσσας, σε εθνικά κρίσιμους καιρούς. Την ιδέα την συνέλαβε το 1919 ενώ η προσπάθεια άρχισε να υλοποιείται το 1936. Ο Δημητράκος ήταν ο πρώτος που εξέδωσε περιοδικό αποκλειστικά για το βιβλίο, το μηνιαίο «Η φωνή του βιβλίου».

Ο Κώστας Ελευθερουδάκης που άνοιξε το πρώτο «Διεθνές Βιβλιοπωλείο» στην Αθήνα το 1901, σε συνεργασία με τους Γερμανούς βιβλιοπώλες Κάρολο Μπεκ και Γουλιέλμο Μπαρτ. Το 1910 επέκτεινε τις δραστηριότητές του με τη δημιουργία εκδοτικού οίκου και το 1924 με τη λειτουργία και εργοστασίου γραφικών τεχνών, με διευθυντή πρώτα τον Μπεκ – ο Μπαρτ είχε ήδη αποχωρήσει από την εταιρεία- και αργότερα τον σημαντικό τυπογράφο της Κωνσταντινούπολης, Ι.Μ.Σκαζίκη. Ο εκδοτικός οίκος ασχολήθηκε με όλο το φάσμα της βιβλιοπαραγωγής εκδίδοντας γύρω στους 1500 τίτλους ελληνικών βιβλίων, ενώ παράλληλα διατηρούσε και δανειστική βιβλιοθήκη με μηνιαία συνδρομή. Αποκορύφωμα της εκδοτικής δραστηριότητάς του είναι το «Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη».

Οι τρεις αδερφοί Γεώργιος, Μιχαήλ και Κωνσταντίνος Πεχλιβανίδης, πρόσφυγες από την Αττάλεια της Τουρκίας, το 1926 αγοράζουν ένα παλιό λιθογραφείο και ασχολούνται με την εκτύπωση ετικετών εμπορικών προϊόντων. Αποφασίζουν να επενδύσουν στην επιμόρφωσή τους, και αφού οι Γεώργιος και Κωνσταντίνος σπουδάζουν την καινούρια τεχνική της έμμεσης εκτύπωσης (offset) στη Λειψία, φέρνουν στην Ελλάδα τα κυλινδρικά πιεστήρια της έμμεσης εκτύπωσης, και τον Γερμανό ειδικευμένο αρχιεργάτη, τον Ελβετό λιθογράφο Όττο Αλττόρφερ. Από το 1938 μπαίνουν στο χώρο των περιοδικών, με την εκτύπωση του «Θησαυρού» και το 1939 στο χώρο του παιδικού βιβλίου, με το «Χρυσολούλουδο» και τη «Κοκκινοσκουφίτσα». Από το 1942 έως το 1944, εν μέσω γερμανικής κατοχής, τύπωναν τα χαρτονομίσματα του ελληνικού κράτους, και από το 1945 ανοίγουν και το βιβλιοπωλείο τους με την επωνυμία «Ατλαντίς». Το 1955 εισάγουν από τη Γερμανία πρώτα πεντάχρωμο και μετά οκτάχρωμο ταχυπιεστήριο, και με τη τεχνική της βαθυτυπίας που είχαν ήδη τα προηγούμενα χρόνια εφαρμόσει, κατόρθωσαν να τυπώσουν πρώτοι, πολύχρωμα σχολικά βιβλία. Από το 1951 εκδίδουν το διάσημο περιοδικό «Κλασσικά Εικονογραφημένα», που επανεκδόθηκαν πολλές φορές, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία.

Το 1792 άνοιξε το τυπογραφείο του Νέστορα Ι. Ταρουσόπουλου, που είχε έρθει μόλις από τη Ζάκυνθο. Το τυπογραφείο γύρω στο 1893 μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο κτίριο στη Καστέλλα, πλήρως ανακαινισμένο σε εξοπλισμό. Το τυπογραφείο έχει μείνει θρυλικό στα εκδοτικά χρονικά μας για τις πολλές, καλές, τυπογραφικές εργασίες που έκανε. Εκεί τύπωνε ο Γιώργος Σεφέρης τις ποιητικές συλλογές του από τη δεκαετία του 1940 και μετά, εκεί ο εκεί ο Φώτης Κόντογλου τύπωσε τον «Μυστικό Κήπο» του, εκεί ο Οδυσσέας Ελύτης, το «Άξιον Εστί», εκεί δούλεψε ο χαράκτης Γιάννης Κεφαλληνός για την εικονογράφηση έργων του Πρεβελάκη και του Καζαντζάκη. Το τυπογραφείο έκλεισε το 1972.

Ένα άλλο σημαντικό τυπογραφείο της Αθήνας ήταν του Σταύρου Χρήστου. Ιδρύθηκε το 1920 από τον Χρήστου, αρχιτεχνίτη της εφημερίδας Καθημερινή, Σταύρο Χρήστου, που έφερε από τη Γερμανία σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό, για να λειτουργήσει το δικό του τυπογραφείο. Ο Χρήστου πέθανε αιφνιδίως το 1928 και το τυπογραφείο ανέλαβε αναγκαστικά η Γερμανίδα σύζυγός του, Γερτρούδη. Η καλή διοίκηση της γυναίκας του ανέπτυξαν τις εργασίες του τυπογραφείου και του προσέδωσαν φήμη για την ποιοτική δουλειά του. Η Γερτρούδη Χρήστου έκλεισε το τυπογραφείο τη περίοδο της Κατοχής για να μη βρεθεί εξαναγκασμένη να συνεργαστεί με τους Γερμανούς κατακτητές της χώρας και το ξανάνοιξε, ο γιος της πλέον, ο Χρήστος Χρήστου το 1945. Στο τυπογραφείο αυτό-από τα πρώτα που εφοδιάστηκε με μονοτυπική μηχανή- τυπώθηκαν ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα, η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, η «Ιλιάδα» του Ομήρου σε μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή, και το τελευταίο βιβλίο που κόσμησε με ξυλογραφίες ο Γιάννης Κεφαλληνός, το «Χρονικό μιας Πολιτείας» του Παντελή Πρεβελάκη. Ο πρόωρος θάνατος και του Χρήστου Χρήστου το 1974 διέκοψε οριστικά τη λειτουργία του τυπογραφείου.

Ο Ανδρέας Πουρνάρας, δημοσιογράφος, ίδρυσε το 1936 τον εκδοτικό οίκο «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων ‘’Πάπυρος’’», και εξέδωσε μια μνημειακού μεγέθους σειρά βιβλίων των Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, σε 450 τόμους. Αυτή η δουλειά βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1967. Ο γιος του Αντρέα Πουρνάρα, ο Γιάννης ίδρυσε το 1961 την ανώνυμη εταιρεία «Πάπυρος-Γραφικαί τέχναι», και τύπωσε τη 12τομη και κατόπιν 36τομή γαλλική εγκυκλοπαίδεια Λαρούς και αργότερα την 69 γαλλο-αγγλική εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα. Το 1970 ο εκδοτικός οίκος σημείωσε ακόμα μια μεγάλη επιτυχία, κυκλοφορώντας τη σειρά βιβλίων τσέπης, «Βίπερ» (ΒΙβλία ΠΕριπτέρου).

Το 1943 ο έμπειρος τυπογράφος Ι.Μ. Σκαζίκης ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Άλφα». Ο Σκαζίκης εξέδωσε πολλά έργα των Ελλήνων συγγραφέων, πραγματοποιώντας ποιοτικές, προσεγμένες, και καλλιτεχνικά άριστες, εκδόσεις.

Μεγάλα τυπογραφικά-εκδοτικά κατορθώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ευρωστία του εκδοτικού χώρου τη περίοδο του Μεσοπολέμου αντανακλάται και στα εκδοτικά επιχειρήματα της εποχής. Το Μεγάλο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη, η εγκυκλοπαίδεια Πυρσός και το Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Δημητράκου, αποτελούν σταθμό στην ελληνική εκδοτική και τυπογραφική ιστορία.

Το Λεξικό του Ελευθερουδάκη που ξεκίνησε το 1926 και ολοκληρώθηκε το 1934, 12 τόμοι, 10.000 σελίδες, 350.000 λήμματα, 30.000 εικόνες και 400 συγγραφείς.

Η Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια που ξεκίνησε το 1927 και ολοκληρώθηκε το 1931, 24 τόμοι, 23.000 σελίδες, 280.000 λήμματα, 35.000 εικόνες, 700 συγγραφείς.

Και στις δυο περιπτώσεις σχηματίστηκαν εκδοτικές ανώνυμες επιχειρήσεις για να χρηματοδοτήσουν και να υποστηρίξουν το έργο. Σύγχρονος υποδομές με εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, ειδικευμένοι τεχνίτες καλλιτέχνες, και η αφρόκρεμα των επιστημόνων της εποχής συγκεντρώθηκαν για να δημιουργήσουν αυτά τα δυο εκδοτικά κατορθώματα.[5]

Το Λεξικό του Δημητράκου, που αντιμετώπισε –για πρώτη φορά- την ελληνική γλώσσα στη διαχρονική συνέχειά της, υπό την καθοδήγηση του διάσημου γλωσσολόγου Γεώργιου Χατζιδάκι, και τη διεύθυνση του Ιωάννη Ζερβού και με τους καλύτερους επιστήμονες ιστορικούς, φιλόλογους και γλωσσολόγους σαν συνεργάτες, συγκέντρωσε και ταξινόμησε όλο το γλωσσικό πλούτο της ελληνικής. Το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης ξεκίνησε το 1933 και ολοκληρώθηκε το 1950, 9 τόμοι, 10.000 σελίδες, με τη συνεργασία 12 γλωσσολόγων και περίπου 100 άλλων επιστημόνων που αποδελτίωσαν 3000 Έλληνες συγγραφείς και 10.000 τόμους από τα έργα τους. Δηλαδή αποδελτιώθηκε το σύνολο της μακράς και πλούσιας ελληνικής συγγραφικής παράδοσης, νέες και αθησαύριστες σε παλαιά λεξικά λέξεις, όπως και λέξεις από επιγραφές και παπύρους με χαρακτηριστική λιτότητα και ακρίβεια. Προσδιόρισαν πέντε γλωσσικές περιόδους: αρχαία, μεταγενέστερη, μεσαιωνική, νεότερη (καθαρεύουσα) και δημοτική, επιδιώκοντας να ερμηνεύσουν όλες τις διαδοχικές σημασίες των λέξεων και να παραθέτουν τις συγγενείς έννοιες, τους λόγιους τύπους και τους νεολογισμούς. Το έργο βραβεύτηκε από την Ακαδημία των Αθηνών το 1953 και ο ίδιος ο Δημητράκος βραβεύτηκε με το παράσημο του Φοίνικος, το 1963 για τη προσφορά του στο Έθνος.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τη δεκαετία 1940-1950 έχει κυριαρχήσει πλέον η τεχνική της λινοτυπίας στη τυπογραφική παραγωγή, ενώ και η μονοτυπία (εξέλιξη της λινοτυπίας) έχει κάνει τα πρώτα σταθερά βήματα στην Ελλάδα. Η μονοτυπική μηχανή παραγωγής τυπογραφικών στοιχείων – εφεύρεση του Αμερικανού Τόλμπερτ Λάνστον το 1887, διαδόθηκε στην Ελλάδα από το 1955 και μετά. Πρώτο το Εθνικό Τυπογραφείο και το τυπογραφείο του Άγγελου Κλεισιούνη τη χρησιμοποίησαν.

Πιεστήριο όφσετ

Το 1960-1970 έχει κυριαρχήσει με τη σειρά της η μονοτυπία ενώ εισάγεται η φωτοστοιχειοθεσία που θα κυριαρχήσει την επόμενη δεκαετία του 1970-1980 μαζί με τη τεχνική της έμμεσης εκτύπωσης (offset) σε τετράχρωμα περιστροφικά πιεστήρια. Η τεχνική της φωτοστοιχειοθεσίας οφείλεται στις προόδους της φωτογραφικής τέχνης. Το 1938 επιδεικνύεται η πρώτη μηχανή φωτοστοιχειοθεσίας (φωτοσύνθεσης, όπως μετονομάστηκε στην Ελλάδα) στις ΗΠΑ. Τη δεκαετία 1944-1955 εισάγεται και η χρήση του Η/Υ στη στοιχειοθεσία και το 1864 έχουμε τη πρώτη υπερ-ταχεία μηχανή φωτοστοιχειοθεσίας. Από το 1965 η ηλεκτρονική φωτοστοιχειοθεσία είναι γεγονός. Η τεχνική ήρθε στην Ελλάδα στο τέλος της δεκαετίας του 1960 από τους Γ. και Α. Τσιβεριώτη, ιδιοκτήτες της «Στοιχειοθετικής ΕΠΕ».

Μάλιστα ο ζωγράφος-χαράκτης Τάκης Κατσουλίδης σχεδίασε από το 1989 και μετά, ελληνικές γραμματοσειρές φωτοστοιχειοθεσίας. Καρπός της επιστήμης της πληροφορικής αλλά και της συνεχούς εξέλιξης των ηλεκτρονικών υπολογιστών ήταν ηλεκτρονική επιτραπέζια έκδοση κειμένων (Desk Top publishing). Το επιτραπέζιο εκδοτικό σύστημα χρησιμοποιήθηκε στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Ο Γεώργιος Ραγιάς ίδρυσε το 1956 τον εκδοτικό οίκο Μέλισσα. Την ίδια χρονιά εκδίδει το έργο του ακαδημαϊκού Διονυσίου Α. Κόκκινου «Η Ελληνική επανάστασις», καθώς και τη πολύτομη «Παγκόσμια Ιστορία» της Ακαδημίας Τεχνών της ΕΣΣΔ, σε τεύχη. Από το 1970 ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με εκδόσεις ελληνικής ιστορίας και τέχνης. Τότε, σε συνεργασία με τον ιταλικό εκδοτικό οίκο Fabbri, εκδίδει τη σειρά «Οι Μεγάλοι Ζωγράφοι», σε 5 τόμους μεγάλου μεγέθους, με πρωτότυπα κείμενα και πλούσια εικονογράφηση. Ο εκδοτικός οίκος έχοντας ιδιόκτητο εργοστάσιο γραφικών τεχνών και τυπογραφείο, εκτελούσε όλη τη παραγωγική διαδικασία, αυτόνομα. Η σειρά «Μεγάλοι Ζωγράφοι», ακολουθήθηκε από τη σειρά «Έλληνες ζωγράφοι και γλύπτες» που ολοκληρώθηκε από το 1974 έως το 1981. Το 1979 ο εκδοτικός οίκος προσέθεσε και βιβλιοπωλείο στις δραστηριότητές του, ενώ παράλληλα συνεχίζει να εκδίδει ποιοτικές σειρές όπως την 8τομη «Ελληνική Παραδοσιακή αρχιτεκτονική», το τετράτομο «Λεξικό Ελλήνων καλλιτεχνών», το «Αιγαίο-επίκεντρο ελληνικού πολιτισμού», κ.α.. Η έκδοση «Ο Παρθενώνας και η ακτινοβολία του στα νεώτερα χρόνια» κέρδισε το 1994 το Διεθνές Βραβείο Αρχιτεκτονικού βιβλίου.

Η «Ανώνυμος Εταιρεία Ιστορικών Εκδόσεων Εκδοτική Αθηνών», ιδρύθηκε το 1968 από τη συνένωση της «Εκδοτικής Αθηνών» των Μπαστιά-Χριστόπουλο και της «Εκδοτικής Ελλάδος» των Χριστόπουλου-Γκεζερλή. Το 1969 ξεκινούν τη προετοιμασία του μνημειώδους 16τόμου έργου «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» που ολοκληρώθηκε το 1978 και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1980. Η εταιρεία έχει ειδικευτεί σε προσεγμένες ελληνοκεντρικές εκδόσεις, σε συνεργασία με ειδικευμένους επιστήμονες οι οποίες μάλιστα, διακινούνται από ξένους εκδοτικούς οίκους και στο εξωτερικό. Το 1985 η έκδοση «Πάτμος-Οι θησαυροί της Μονής» τιμήθηκε με το Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριες Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης του νέου ελληνισμού, (1499-1999), έκδοση της Βουλής των Ελλήνων,2000
  • «Το Ελληνικό Βιβλίο», αφιέρωμα της εφ. Καθημερινή, Αθήνα, 2001
  • «Ιστορία της Ελληνικής Τυπογραφίας», εφ. Καθημερινή, Αθήνα, 2001

Συμπληρωματικές Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ελένη Κεχαγιόχλου:Ελληνικό Βιβλίο μια ιστορία 539 χρόνων. [2]
  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου / Ιστορία της έκδοσης στην Ελλάδα [3]


Ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δρούλια Λουκία: Η ιστορία του Ελληνικού βιβλίου. προσεγγίσεις και σύγχρονες κατευθύνσεις της έρευνας-βιβλιογραφία των ελληνικών εργασιών (1965-2000). Εκδόσεις Κότινος, 2001.
  • Χρ. Γ. Καραμπλιάς: Οι εργάτες Τύπου και η ιστορία τους (Από το 1821 έως το 1975). Αθήνα 1976.
  • Τάκης Κατσουλίδης: Το σχέδιο του γράμματος. Η ελληνική γραφή. Καστανιώτης, Αθήνα 2000.
  • Σκιαδάς Νικόλαος: Το χρονικό της ελληνικής τυπογραφίας, 3 τόμοι, Gutenberg, Αθήνα 1976, 1981, 1982.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. οδός Αιγίνης: Το πρώτο Εθνικό Τυπογραφείο
  2. 2,0 2,1 Μπουτζουβή–Μπανιά, Αλέκα (1986). «Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833. Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής». Ο Ερανιστής (Όμιλος Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού) 18. doi:10.12681/er.289. 
  3. 3,0 3,1 dhalaris.wordpress.com/2013/01/14/τα-τυπογραφεία-στη-σύρο/
  4. Κατερίνα Κορρέ, Κατερίνα Μόμτσιου-Τοκατλίδη (Δεκέμβριος 1992). «Το παλαιό Εθνικό Τυπογραφείο στην Αθήνα. Οι μεταμορφώσεις ενός ιστορικού κτηρίου». Αρχαιολογία (45): 62–79. http://www.archaiologia.gr/wp-content/uploads/2011/06/45-3.pdf. 
  5. 5,0 5,1 Βάσιας Τσοκόπουλος. «Ιστορία της έκδοσης στην Ελλάδα 1830-1974: Μία Επισκόπηση». Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=node&cnode=596. Ανακτήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2014. 
  6. Καθημερινή, αφιέρωμα το Ελληνικό Βιβλίο, σελ.24. Αθήνα,2001
  7. Καθημερινή, αφιέρωμα το Ελληνικό Βιβλίο, σελ.26. Αθήνα,2001
  8. όπου παραπάνω, σελ.12
  9. Παν. Γ. Κόκκας «η οικογένεια Γκαρμπολά και η πρώτη εφημερίδα της Θεσσαλονίκης» σελ. 232
  10. «χάραξη και χύτευση των ελληνικών τυπογραφικών στοιχείων στον 19ο και 20ό αιώνα» του Κλήμη Μαστορίδη
  11. 11,0 11,1 Γιάννης Ε. Χατζημανωλάκης. «Η Τυπογραφία στο νεότερο Πειραιά». http://www.enosigraf.gr/01_istoria.html. Ανακτήθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2014. 
  12. οι αριθμοί δίνονται στρογγυλεμένοι από το βιβλίο Πεντακόσια χρόνια έντυπης παράδοσης του νέου ελληνισμού
  13. ό.π.σελ. 13
  14. καθημερινή,σελ.31
  15. 15,0 15,1 [1][νεκρός σύνδεσμος]
  16. Tο ελληνικό βιβλίο. Μια ιστορία 539 χρόνων. Ελένη Κεχαγιόγλου. Από το www.dimart.
  17. εφ. Καθημερινή, αφιέρωμα Ελληνικό Βιβλίο, Αθήνα,2001, σελ.53