Ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η παρουσία της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα πριν από το 1204[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για μερίδα ιστορικών, κυρίως ρωμαιοκαθολικών οι απαρχές της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα (όχι μόνο της λατινικής) εντοπίζονται πριν την τέταρτη σταυροφορία του 1204. Υπήρχαν και λατινικές κοινότητες και οι φορείς του φιλενωτισμού. Ούτε οι αποφάσεις του αυτοκράτορα Λέοντα Γ' σχετικά με την αφαίρεση από τη ρωμαϊκή δικαιοδοσία των περιοχών του Ανατολικού Ιλλυρικού (το κυρίως σώμα της ελληνικής χερσονήσου και οι Κυκλάδες), της Σικελίας και της Καλαβρίας που δίνονταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ούτε το σχίσμα του 1054 μπόρεσαν να εξαφανίσουν τις καθολικές κοινότητες στον ελληνικό χώρο.[1] Λατινικές κοινότητες υπήρχαν σε αρκετά μέρη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στην ίδια την Κωνσταντινούπολη: επρόκειτο για θρησκευτικά κέντρα Βενετών, Γενοβέζων, Αμαλφιτών και άλλων Ευρωπαίων που είχαν εγκατασταθεί για εμπορικούς λόγους στην Ανατολή.[2]

Οι Καθολικές κοινότητες της Ελλάδος από το 1204 έως τον 16ο αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρχικές προθέσεις των Σταυροφόρων για την εκκλησιαστική διοργάνωση των υπό λατινική κατοχή περιοχών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1205 δεν υπήρχε λατινική επισκοπή ή ενοριακή δομή στις κατακτημένες περιοχές, αλλά ούτε και προτάσεις για κάτι τέτοιο. Κανένας ιερέας δεν μνημονεύεται στις τάξεις των κατακτητών που προελάμβαναν στις ελλαδικές περιοχές, κάτι που δείχνει πως παρέμειναν στην Κωνσταντινούπολη και δεν είχε πρόθεση για εκκλησιαστική οργάνωση και στελέχωση των περιοχών αυτών.[3] Επίσης η υφαρπαγή των λειψάνων και η μεταφορά τους στη δύση πιστοποιεί πως δεν υπήρχε η πρόθεση να δημιουργηθεί λατινική εκκλησία στην περιοχή.[4] Μόλις τον Νοέμβριο του 1205 ο Ιννοκέντιος ενέκρινε την ίδρυση της αρχιεπισκοπής Πατρών.[4] Μόνο μετά το 1205, όταν αυξήθηκε σημαντικά ο λατινικός εποικισμός στις πόλεις και στην ύπαιθρο της Ελλάδας, προέκυψε η ανάγκη δημιουργίας εκκλησιαστικών περιφερειών και επισκοπών. Τότε έχουμε δύο κύματα δημιουργίας επισκοπών: το πρώτο το 1206 και το δεύτερο το 1207-1209. Η πρώτη ομάδα προέκυψε ως απάντηση στους Λατίνους κοσμικούς κυβερνήτες και ήταν απότοκο του ιεραποστολικού ζήλου των Λατίνων κληρικών. Έτσι έχουμε τους Αντέλμο που εξελέγη από τους κληρικούς του Αγίου Αντρέα στην Πάτρα, ενώ ο Νιβελόν Σερισί εξελέγη αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Επίσης ο Μπεράρ έγινε αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ενώ την ίδια περίοδο εξελέγη αρχιεπίσκοπος στην Θήβα.[5] To δεύτερο κύμα οργανώθηκε από την ίδια την Εκκλησία. Το 1206 σε οδηγίες που έστειλε ο Ιννοκέντιος στον Μοροζίνι πως αν υπάρχει μια εξ ολοκλήρου Ελληνική επισκοπή εκεί να προτιμώνται Έλληνες που είχαν αναγνωρίσει τα παπικά πρωτεία, ενώ σε επισκοπές με μεικτό πληθυσμό να διορίζονται Λατίνοι. Για να διοριστεί νέος επίσκοπος έπρεπε ο προηγούμενος να έχει εγκαταλείψει την επισκοπή του ή να έχει αποδεχθεί το παπικό πρωτείο.[6] Στο δεύτερο μισό του 1208 συμπληρώθηκε ο επισκοπικός χάρτης της Θεσσαλίας από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τη Θήβα: Λάρισα, Δομοκός, Πύδνα, Λαμία, Καστοριά, Θερμοπύλες, Υπάτη, Δαύλεια, επίσης Άμφισσα και Μέγαρα. Όλα αυτά εξυπηρετούσαν συγκεντρώσεις λατινικών πληθυσμών ή φιλοδοξίες αρχόντων.[7]

Oι Έλληνες Ενωτικοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταξύ των Καθολικών της Ελλάδας συμπεριλαμβάνονται και οι Ενωτικοί, δηλαδή οι Βυζαντινοί εκείνοι που δέχθηκαν την ένωση με τη Ρώμη (μετά τις συνόδους Λυόν και Φερράρας-Φλωρεντίας) και ασπάστηκαν το λατινικό τυπικό, ενώ αρκετοί έγιναν και κληρικοί. Γνωστοί είναι οι καρδινάλιοι Βησσαρίωνας και Ισίδωρος, οι Δομηνικανοί μοναχοί Μάξιμος, Θεόδωρος, Ανδρέας Χρυσοβέργης και Μανουήλ Καλέκας, ο Δημήτριος Κυδώνης. Άλλοι κατέφυγαν στη Δύση και άλλοι στις βενετοκρατούμενες περιοχές.[8]

Αρχιεπισκοπικές και Μητροπολιτικές έδρες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αρχιεπισκοπή Θεσσαλονίκης (1204-1224, 1423-1430): Επισκοπή Κίτρους, Βέροιας, Καμπανίας, Βαρδαριωτών, Σερβίων, Πέτρας, Πλαταμώνος, Λαγκαδά, Αρδαμερίου, Σερρών, Κασσάνδρας.
  • Αρχιεπισκοπή Λάρισας (1208-1374): Επισκοπή Δημητριάδος, Αλμυρού, Γαρδικίου, Ζητουνίου, Εζερού, Δομενίκου.
  • Αρχιεπισκοπή Φιλίππων (1212-1224): Επισκοπή Ελευθερουπόλεως, Καισαρουπόλεως, Πολυστόλου, Βελικείας, Σμολαίνων.
  • Αρχιεπισκοπή Αθηνών (1204-1456): Επισκοπή Θερμοπυλών, Μεγάρων, Ευρίπου, Διαυλείας, Αυλώνος, Ωρεών, Καρύστου, Κορωνείας, Άνδρου, Σκύρου, Κέας, Σαλώνων.
  • Αρχιεπισκοπή Θηβών (1205-1450): Επισκοπή Ζαρατόβων, Καιστορλίου.
  • Αρχιεπισκοπή Νέων Πατρών (Υπάτη) (1323-1390): Επισκοπή Λειβαδιάς.
  • Αρχιεπισκοπή Παλαιών Πατρών (1024-1429): Επισκοπή Λακεδαιμονίας, Μεθώνης, Κορώνης, Ωλένης, Αμυκλείου, Ανδραβίδος, (Κεφαλληνίας, Ζακύνθου)
  • Αρχιεπικοπή Κορίνθου (1212-1404): Επισκοπή Άργους, Δαμαλά, Μονεμβασίας, Έλους, Ζεμενού, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου.
  • Αρχιεπισκοπή Κρήτης (1204-1669): Επισκοπή Σητείας, Αρίου, Μυλοποτάμου, Χερσονήσου, Ρεθύμνου (ή Καλαμώνος), Αρκαδίας, Κισσάμου, Ιεραπέτρας, Αγιάς.
  • Αρχιεπισκοπή Παροναξίας (1204-...): Επισκοπή Σύρου, Τήνου-Μυκόνου, Μήλου, Αγίας Ειρήνης (Σαντορίνης)
  • Αρχιεπισκοπή Κερκύρας (1284-...)
  • Αρχιεπισκοπή Ναυπάκτου (1307-1510)
  • Αρχιεπισκοπή Ρόδου (1308-1522)
  • Αρχιεπισκοπή Μυτιλήνης (1204-1461): Επισκοπή Μολύβου (Μηθύμνης), Χίου.[9]

Αν κρίνουμε από τη συμμετοχή των λατίνων ιεραρχών του Ελλαδικού χώρου στις εργασίας της Συνόδου του Τριδέντου, 10 μόνο, φαίνεται πως η κατάσταση της Λατινικής Εκκλησίας της περιόδου ήταν δυσχερής λόγω της τουρκικής κατάληψης των Κυκλάδων (1537-1538 Χαϊρεντίν Βαρβαρόσσα), οικονομικών δυσπραγειών, ή της αντιμετώπισης των επισκοπών ως φέουδων από τους Δούκες, της Τουρκικής καχυποψίας και της εις βάρος τους πολεμικής της Ορθόδοξης κοινότητας.[10]

Κυκλάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίοδο της Ενετοκρατίας, από το 1207 ιδρύθηκε η Λατινική Επισκοπή και ήταν ο της Ρόδου Πριμάτος του Αιγαίου. Μετά την πτώση της Ρόδου, το 1522 Πριμάτος του Αιγαίου γίνεται ο της Νάξου, διότι η έδρα του μεταφέρθηκε.Ο πρώτος Ενετός Δούκας της Νάξου Μάρκος Σανούδος ζήτησε από το Ιννοκέντιο Γ' το 1208 επίσκοπο στη Νάξο που απέστειλε και κτίστηκε Μητρόπολη στο φρούριο δίπλα στο ανάκτορό του. Το 1209 υπήχθηκε η επισκοπή αυτή στον τότε αρχιεπίσκοπο Αθηνών Βερνάρδο.[11] Η Σύνοδος του Τριδέντου υπήρξε καθοριστική στην ενίσχυση του λατινικού στοιχείου του Ελληνικού χώρου:οι Ιησουίτες πηγαίνουν στην Χίο το 1592, Δομινικανές μοναχές στη Σαντορίνη το 1596.[12] Σημαντική ήταν η δράση την ίδια περίοδο των Λατινικων θρησκευτικών αδελφοτήτων στον Κυκλαδικό χώρο ως φορέων θρησκευτικής και κοινωνικής οργάνωσης, τέτοιες ήταν στη Νάξο του Αγιωτάτου Σώματος του Χριστού, της Παναγίας του Ροζαρίου, της Υπαπαντής, στη Σύρο: της Θείας Ευχαριστίας, της Παναγίας του Ροζαρίου, του Τρίτου Τάγματος του Αγ. Φραγκίσκου, και άλλες στην Τήνο, στην Σαντορίνη, στη Μύκονο, στη Μήλο, στην Άνδρο, .[13] Γενικά οι ανήκοντες στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία είναι η μειοψηφία. Ο συνολικός αριθμός τους δεν πρέπει να ξεπερνά το 10% του πληθυσμού των μεγάλων νησιών, (το 1500 το 20% του συνολικού πληθυσμού των Κυκλάδων).[14] Η απομάκρυνση των ορθοδόξων επισκόπων από την περιοχή οφειλόταν στην εκκλησιολογική αντίληψη πως η Εκκλησία είναι μία , ενιαία και αδιαίρετη και συνεπώς αδιανόητη η συνύπαρξη δύο διαφορετικών επισκόπων στην ίδια περιοχή(επειδή οι Ορθόδοξοι θεωρούνταν σχισματικοί).[15]

Επτάνησα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κρήτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την πρώτη περίοδο της Βενετικής κατοχής της Κρήτης, ένα από τα προβλήματα που ανακύπτουν αφορά τη σχέση Βενετικών πολιτικών αρχών και λατίνου αρχιεπισκόπου του Χάνδακα σχετικά με τον καθορισμό των δικαιωμάτων του αρχιεπισκόπου και συγκεκριμένα τη δικαιοδοσία επί του κλήρου, και Ελληνικού και Λατινικού. Τελικά με βούλα του Κλήμη Δ' (1266) καθορίζεται να υπάγονται στον λατίνο αρχιεπίσκοπο οι Έλληνες κληρικοί του Χάνδακα, του Αγίου Μύρωνος και όλοι όσοι έφταναν στο νησί από αλλού. Αυτοί παρέμεναν ορθόδοξοι και δεν είχαν γίνει ουνίτες. Επίσης υποχρεωτικά κατέβαλαν ένα φόρο, το βιλλανάτικο.[16] Ο ανώτερος λατινικός κλήρος και ο κυρίως ο Αρχιεπίσκοπος ασχολείτο περισσότερο με τα οικονομικά ζητήματα και την εκμετάλλευση των φεούδων παρά με τα θρησκευτικά καθήκοντα [17] Μεταξύ 1574-1577 τα έσοδα της Λατινικής Αρχιεπισκοπής υπολογίζονταν σε 6.000 δουκάτα.[18] Υπάρχουν όμως και λατινικές επισκοπές (Σητείας) στην Κρήτη που λόγω των πενιχρών εισοδημάτων τους συνενώνονται με Παπικό διάταγμα.[19] με άλλες (Σητείας και Ιεράπετρας) Αξιόλογες περιουσίες είχαν και τα λατινικά μοναστήρια του νησιού.[20] Το 1321 υπογράφεται συμφωνία μεταξύ της Βενετικής πλευράς και της Κρητικής Αρχιεπισκοπής, η οποία καθόριζε οι μόνιμοι και διερχόμενοι από το νησί ορθόδοξοι ιερείς να υπάγονται στην πολιτική και εκκλησιαστική διοίκηση του Αρχιεπισκόπου.[21] Το 1402 η βενετική γερουσία αποφασίζει-ως ο απόλυτος ρυθμιστής των δικαιωμάτων του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου[22]- ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης να μην εκλέγει πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, αλλά απλώς να επικυρώνει την χειροτονία αυτών[23], δηλαδή επεδίωκε να ελαττώσει κάθε επιρροή επί των ορθοδόξων εκ μέρους της λατινικής εκκλησίας.[24] Μια ακόμα πρωτοβουλία περιορισμού από τις Βενετικές αρχές της δύναμης του Αρχιεπισκόπου ήταν η απαγόρευση ανάμειξής τους στο μετόχι της Μονής Ιωάννου Θεολόγου Πάτμου.[25] Υπήρχουν ναοί οι οποίοι ανήκαν απ ευθείας στη Λατινική Εκκλησία και ναοί οι οποίοι ανήκαν στη λατινική Επισκοπή Χανίων.[26] Λατινικά μοναχικά τάγματα δραστηριοποιούνται στην Κρήτη αρκετά νωρίς: οι Δομινικανοί υπήρξαν από τους πρώτους και έδωσαν και αρχιεπίσκοπο στο νησί από το τάγμα τους (Giovani Querini 1247-1252) [27] Οι Καπουτσίνοι μοναχοί φτάνουν στο νησί τη δεκαετία του 1530 ως ιερείς του ενετικού στόλου και μόνιμα διορίζονται στο νησί το 1566 από τον Πίο Ε'. Αν και η αποστολή τους στην Κρήτη έληξε σύντομα, το 1572, ήταν η πρώτη παρουσία καπουτσίνων εκτός Ιταλίας.[28] Αν μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα εκλείπουν από το νησί οι Καπουτσίνοι είναι γιατί ενισχύεται η παρουσία των Ιησουϊτών.[29] Παράλληλα δραστηριοποιούνται και λατινικές αδελφότητες από το β μισό του 15ου αιώνα με θρησκευτικό και κοινωνικό-φιλανθρωπικό έργο[30] Την προπαγάνδιση της λατινικής εκκλησίας θέλησαν να προωθήσουν προτάσεις εκ μέρους ιησουιτών ή βενετών ηγεμόνων στα τέλη του 16ου αιώνα, σχετικά με την ίδρυση εκκλησιαστικού Κολλεγίου ή σεμιναρίου στην Κρήτη, άσχετα αν δεν υλοποιήθηκαν στο τέλος.[31] Οι Λατίνοι στο νησί δεν πρέπει να ξεπέρασαν τις 4.000. Εκεί δραστηριοποιήθηκαν πολλοί ενωτικοί με δικό τους κλήρο ευνοημένοι από κληροδότημα του καρδινάλιου Βησσαρίωνα. Στα χρόνια 1467-1468 έγινε απόπειρα αναδιοργάνωσης της Καθολικής Εκκλησίας του νησιού με τρεις τοπικές συνόδους που συγκάλεσε ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Lando.[32] Την ψυχρότητα μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων δεν μπόρεσε να διαρρήξει ούτε η πνευματική ακτινοβολία του Αγίου Φραγκίσκου του οποίου ελάχιστες απεικονίσεις υπάρχουν σε ορθόδοξες εκκλησίες του νησιού: και είναι είτε προϊόν της περιορισμένης απήχησης των ενωτικών κηρυγμάτων ή ευλάβειας στον λατίνο ασκητή.[33] Από τα μέσα του 16ου αιώνα η Βενετία ακολουθεί νέα θρησκευτική πολιτική: παραχωρεί πλήρη αυτονομία στους ορθοδόξους και παύει να υποστηρίζει τους ενωτικούς του νησιού-δηλαδή τους εγκάθετους του Βατικανού, που επεδίωκαν την πλήρη εφαρμογή των όρων της Συνόδου της Φλωρεντίας, για χάρη των γενικότερων κρατικών της συμεφερόντων[34]

Οι Καθολικές κοινότητες της Ελλάδος από τον 17ο αιώνα έως το 1821[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυκλάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιόλογες καθολικές κοινότητες υπήρχαν εκτός της Σύρου όπου πλειονοψηφούσε, στη βενετοκρατούμενη Τήνο, στη Νάξο[35], στην Πάρο και στη Σαντορίνη. Στα υπόλοιπα νησιά, Μήλο, Κίμωλο, Σίφνο, Σίκινο, Φολέγανδρο, Μύκονο, Κέα, Κύθνο, Άνδρο[36]. Ίο, Σέριφο, οι καθολικές κοινότητες την περίοδο αυτή ήταν ολιγάριθμες ή εντελώς ανύπαρκτες.[37] Είναι χαρακτηριστικό στατιστικό στοιχείο για την περίοδο 1737-1817 είναι ο αριθμός του συνολικού αριθμού των βαπτισμένων της Λατινικής Εκκλησίας Άνδρου ο οποίος ανέρχεται σε 46 κι όχι όλων ντόπιων.[38] Το ρωμαιοκαθολικό στοιχείο τροφοδοτείτο από εποίκους εμπόρους και πειρατές, αλλά μετά τους γάμους τους με Ελληνίδες προσχωρούσαν στην Ορθοδοξία.[39] Επίσης η ανέγερση ναών και σχολείων μετά από προτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Σύνοδος 1593), συνέβαλε στην τόνωση της ορθοδοξίας στην περιοχή. Τέλος δεν έπαιξε μικρό ρόλο στην απόκρουση της ρωμαιοκαθολικής προπαγάνδας η δράση της Αγιοταφικής Αδελφότητας και της μονής του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου της Πάτμου. Από το 1625 ανακάμπτει η προσηλυτιστική δράση της Καθολικής Εκκλησίας στην περιοχή με την αναδιοργάνωση των καθολικών επισκοπών και την αποστολή μισιοναρίων.[40] Καθοριστικό ρόλο έπαιξε το Ποντιφίκιο Ελληνικό Κολλέγιο Αγίου Αθανασίου της Ρώμης με την προσηλυτιστική δράση των αποφοίτων του και τις εκλαϊκευτικές και άλλες εκδόσεις του οι οποίες διαδόθηκαν στον ελληνικό χώρο.[41] Η εναπομείναντες καθολικοί που συνυπήρχαν με τους πολυπληθέστερους ορθοδόξους αναζητούσαν στήριγμα από τη Ρώμη: ζητούσαν επίσκοπο ακόμα κι εκεί που ένας απλός επίσκοπος θα μπορούσε να καλύψει τις πνευματικές τους ανάγκες ακόμα κι εκεί όπου δεν υπήρχε ποίμνιο: έτσι το 1629 ο από Σίφνου Ιάκωβος Δελλαρόκας αναφέρει πως στη Μήλο δεν υπήρχε κανένας καθολικός, όμως εστάλη από τη Ρώμη ο από Βενετίας γηραιός Φραγκισκανός Michele de Bernardis στη Μήλο, αλλά μετά ένα έτος επέστρεψε απογοητευμένος.[42] Η περίοδος του β μισού του 17ου αι. χαρακτηρίζεται από εσωτερικές διαμάχες εντός της καθολικής κοινότητας των Κυκλάδων. οι διεκδικητές του αρχιεπισκοπικού θρόνου Νάξου και Πάρου μετά το θάνατο του Ραφαήλ Σκιατίνη (1657) ήταν αρκετοί: οι κυριότεροι ήταν οι Αντώνιος Γοζαδίνος και ο Φραντσέσκος Κομνηνός. Η Αγία Έδρα πληροφορούμενη αυτήν την έριδα, επέλεξε τον Συριανό Βαρθολαμαίο Πόλλα[43], πρόσωπο που οι Νάξιοι αμφισβήτησαν από την εκλογή του(ταπεινής κοινωνικής καταγωγής, κακόφημα νεανικά χρόνια) και καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του με δυσμενείς επιπτώσεις στην καθολική κοινότητα του νησιού.[44] Ο απόηχος των καταγγελιών (ανάθεση καθηκόντων σε ανυπόληπτα και ακατάλληλα πρόσωπα),έφθασε στο Βατικανό που τον κάλεσε να μείνει για κάποιο χρονικό διάστημα στη Βενετία και μετά να επιστρέψει όχι στην έδρα του μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση[45] Άλλο πρόβλημα ήταν οι δυσχερείς συνθήκες επιβίωσής τους των οποίων η μισθοδοσία δεν επαρκούσε για να καλύψει τις βιοποριστικές τους ανάγκες γι' αυτό και εγκατέλειπαν τις έδρες τους.[46] Η αιτούμενη βοήθεια από τη Ρώμη έφτανε καθυστερημένα γι΄αυτό δεν έλλειπαν λατίνοι ιεράρχες που κάλυπταν με προσωπικά έξοδά τους, όπως ο Χίώτης Ανδρέας Σοφιανός επίσκοπος Σαντορίνης.[47] Οι λατινικές κοινότητες των Κυκλάδων μετά την κατάλυση του Δουκάτου του Αιγαίου από τους Τούρκους θα στερηθούν της κρατικής υποστήριξης, θα αποδυναμωθούν μην αντέχοντας τους δυσμενείς δημογραφικούς συσχετισμούς.[48]

Πελοπόννησος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφέρονται στο β'μισό του 17ου αιώνα τέσσερις Φράγκικες εκκλησίες, από τις οποίες δύο είναι γνωστές: η επισκοπή Ωλένης και η αρχιεπισκοπή Κορίνθου. Πρόθεση των Λατίνων ήταν η πλήρης αποκοπή των Ορθοδόξων της Πελοποννήσου από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η υπαγωγή στη δύση θα γινόταν με τη στέρηση της δικής τους ακίνητης περιουσίας, την αύξηση του αριθμού των λατίνων ιερέων και να προβληθεί με την ανέγερση ναών και μονών.[49]

Κρήτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συχνές είναι οι αψιμαχίες μεταξύ ορθοδόξων και λατίνων: στα 1624 καπουκίνος μοναχός κατηγορεί την Ορθόδοξη Εκκλησία στο πρόσωπο του παριστάμενου εκεί επισκόπου της ότι απέρριπτε το καθαρτήριο αλλά προκαλεί την οργή Ενετών και Ορθοδόξων και αποχωρεί από το νησί.[50] Με το τέλος της Ενετοκρατίας παρήκμασαν οι καθολικές επισκοπές (ήδη από το 1645 ή και λίγο νωρίτερα [51]) κάτι που οδήγησε σε σχεδόν ολοσχερή εξαφάνιση του καθολικού στοιχείου από το νησί.[52] Μερικά από τα αίτια της παρακμής του λατινικού κλήρου καταγράφει ένας λατίνος επίσκοπος της εποχής εκείνης: η ολογανθρωπία του λατινικού κλήρου, και η συμπεριφορά του: παραμέληση τέλεση μυστηρίων, επέτρεπαν σε καθολικούς να βαπτίζονται κατά το ορθόδοξο τυπικό, παραμέληση χορήγησης τελευταίας μετάληψης σε ετοιμοθάνατους, κατάχρηση εκκλησιαστικών εσόδων, υπερήλικες ιερείς-αδύναμοι να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους, αδικαιολόγητη απουσία κληρικών από τις έδρες τους, μη υποστήριξη από τις Βενετικές αρχές που ακύρωναν τις πράξεις του λατίνου επισκόπου. Γι' αυτό δεν έλλειπαν οι εκκλήσεις προς τον Πάπα ή προς τον Βικάριο Σητείας και Ιεράπετρας για την κάλυψη των πνευματικών τους αναγκών.[53]

Επτάνησα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Καθολικοί εκεί δεν ήταν ντόπιοι αλλά ευκαιριακοί λόγω Βενετικής κατοχής. Έτσι στην Κέρκυρα: το έτος 1636: 1400 Καθολικοί, 1709: 900, 1720: 500, 1783: 3362, 1808: 1550. Η ελάττωση ήταν προϊόν της αποχώρησης κυρίως στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων.Στην Επισκοπή Κεφαληνίας-Ζακύνθου δεν ήταν παραπάνω από 2000.[52] Με την κατάλυση της Ενετοκρατίας (1797) και την αποκατάσταση από τους Ρώσους (1799) του Ορθόδοξου Μητροπολίτη στην Κέρκυρα η Ρώμη εκφράζει τη δυσαρεσκειά της λόγω της συρρίκνωσης των προνομίων της.[54]

Η δράση των μοναχικών ταγμάτων στον Ελληνικό χώρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την θρησκευτικότητα των λατινικού δόγματος κατοίκων των Κυκλάδων ενισχύει η ιεραποστολική δράση διαφόρων μοναχικών ταγμάτων όπως των Ιησουιτών οι οποίοι αρχίζουν να δρουν στη Νάξο περί το 1627. Μάλιστα ο Ορθόδοξος μητροπολίτης τους ζήτησε να κατηχεί και τους ορθοδόξους στους ναούς τους.[55] Ακόμα οι Ιησουίτες πηγαίνουν σε Σαντορίνη (1642), Τήνο (1670), οι Καπουκίνοι σε Χίο (1627), Σύρα (1633), Νάξο (1652), Μήλο (1661), οι Φραγκισκανοί στην Τήνο (1715). Επίσης οι Ουρσουλίνες στη Νάξο το 1670.[56]

Απόπειρες επέκτασης και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε περιοχές όπου δεν ζούσαν καθολικοί, όπως η Θεσσαλονίκη, έγινε η σκέψη ίδρυσης λατινικής επισκοπής στις αρχές του 17ου αι. με απώτερο στόχο την διείσδυση στο Άγιον Όρος.[57] Η επανεμφάνιση του Ρωμαιοκαθολικισμού στη Ρόδο δεν έχει ξεκάθαρες συνθήκες: άλλοι τη συνδέουν με την αξιοποίηση Ρωμαιοκαθολικών μισθοφόρων στον τουρκικό στόλο. Φραγκισκανός κληρικός ερχόταν από τη Σμύρνη με σκοπό την κάλυψη των θρησκευτικών τους αναγκών. Άλλοι τη συνδέουν με πρωτοβουλία των Ρωμαιοκαθολικών προξένων στη Ρόδο το 1717 και δυο χρόνια μετά ο Pietro da Matera ξεκινά ακολουθίες σε δικό του ναό. Άλλοι τον συνδέουν με διαταγή του Βατικανού και την αποστολή δύο Φραγκισκανών μοναχών ή με την αποστολή αντιπροσώπου της Propaganda Fidei το 1720.[58]

Ελληνική Επανάσταση 1821-1827[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αριθμητική και οργανωτική κατάσταση των Καθολικών στον Ελλαδικό χώρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ρωμαιοκαθολικοί αποτελούσαν τη μόνη ετερόδοξη θρησκευτική μειονότητα της Ελληνικής επικράτειας[59] ο δε αριθμός των Καθολικών των ελληνικών νησιών το 1821 δεν είναι ακριβής: 16.000 για τον Hofmann και 11.000 για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και τον Ιωάννη Φιλήμωνα[60]. Όταν εκδηλώθηκε η Ελληνική επανάσταση υπήρχαν στις Κυκλάδες τρεις Λατίνοι επίσκοποι: (Τήνου-Μυκόνου, Σύρου και Θήρας) και ο αρχιεπίσκοπος Νάξου, ο οποίος είχε διαδεχθεί εκείνον της Ρόδου, κατά τον 16ο αιώνα, μετά την άλωσή της από τους Τούρκους. Επίσης και στη Χίο υπήρχε Λατίνος επίσκοπος.[61]

Προσκλήσεις των επαναστατημένων Ελλήνων προς την καθολική κοινότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το πρώτο κιόλας έτος της Ελληνικής Επανάστασης συντάχθηκαν ιδιαίτερες εκκλήσεις προς τους Έλληνες Ρωμαιοκαθολικούς του Αιγαίου. Στις 20 Απριλίου 1821 οι Υδραίοι απευθύνουν προκήρυξη Προς τους Δυτικούς Χριστιανούς στην οποία προβάλλονταν η κοινή δουλεία που υφίσταντο και η οποία διαπνεόταν από πνεύμα ανεξιθρησκείας. Στις 23 Απριλίου από την Τήνο εκδίδεται το Προκήρυγμα του Ελληνικού στόλου με την προτροπή για σεβασμό των ομοπίστων και ομογενών. Πιθανώς συντάκτης και των δύο ο Νεόφυτος Βάμβας και για το περιεχόμενό τους επαινείται από τον Κοραή.[62] Στα πλαίσια αυτής της κινητοποίησης και ευαισθητοποίησης των οπαδών του Λατινικού δόγματος εντάσσεται και η προβολή ενός πλαστού αφοριστικού κειμένου του Πάπα σε βάρος όλων εκείνων που θα επεδείκνυαν αδιαφορία μπροστά στις εις βάρος των χριστιανικών πληθυσμών θηριωδίες των Τούρκων. Τέτοιες αναφορές του παπικού αφορισμού έχουμε από τους Μανώλη Τομπάζη σε επιστολή του στον μητροπολίτη Σαντορίνης και του έπαρχου Τήνου Εμμανουήλ Σπυρίδωνος προς του Καθολικούς της Σύρου.[62] Τέλος ο Δημήτριος Υψηλάντης πληροφορούμενος την άρνηση των ρωμαιοκαθολικών κατοίκων της Σαντορίνης να συμμετάσχουν στην Επανάσταση και να συμβάλουν οικονομικά στις ανάγκες του ελληνικού στόλου, προέτρεψε στενό του συνεργάτη να τους πείσει με κάθε τρόπο επικαλούμενος τον πατριωτισμό τους και τα χριστιανικά τους φρονήματα.[63] Ο πληρεξούσιος της Νάξου Μιχαήλ Μαρκοπολίτης μεταβιβάζει την πρόσκληση της Α΄Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου προς τους προκρίτους της ρωμαιοκαθολικής κοινότητας να ενωθούν με τους επαναστατημένους συμπατριώτες τους. Η πρόσκληση αυτή εντασσόταν στην αποτελεσματικότερη οργάνωση των νησιών του Αιγαίου για την καλύτερη διεξαγωγή του αγώνα.[64]

Η στάση των Ρωμαιοκαθολικών του Αιγαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κοινότητες των Ρωμαιοκαθολικών έσπευσαν να αποστασιοποιηθούν από τις επαναστατικές κινήσεις των ορθοδόξων Ελλήνων. Στη Σύρο, μεταξύ της 20ης Απριλίου, οπότε εστάλη η πρόσκληση των Υδραίων και στις 10 Μαΐου 1821, οπότε οι πρόκριτοι της Σύρου υπέβαλαν αίτημα προς τον προξενικό πράκτορα της Γαλλίας Natale Vuccino για να ενταχθεί υπό Γαλλική προστασία το νησί τους, πρέπει να έλαβε χώρα σύσκεψη των κοινοτικών και εκκλησιαστικών αρχών του νησιού.[65] Στην Τήνο αρχικώς αρκετοί ρωμαιοκαθολικοί αυθορμήτως έλαβαν μέρος στη συνέλευση των εξεγερμένων κατοίκων του νησιού, αλλά μετά από πρόσκληση που έστειλαν στον ρωμαιοκαθολικό επίσκοπο κι αφού εκείνος απάντησε αρνητικά, υπαναχώρησαν. Στη Νάξο η συμμετοχή των καθολικών του νησιού υπαγορεύθηκε από την αποφυγή αντιποίνων σε βάρος τους. Τέλος για τη Σαντορίνη οι καθολικοί εκδήλωσαν την αποχή τους από την επανάσταση και την υπαγωγή τους στη γαλλική προστασία επιλέγοντας να υψώσουν στους ναούς τους τη γαλλική σημαία.[66]

Η πρώτη φιλοτουρκική ενέργεια ήταν αυτή των ρωμαιοκαθολικών της Νάξου η οποία εκδηλώθηκε τον Μάιο του 1821. Σύσσωμη η καθολική κοινότητα του νησιού, με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Veggetti, επιχείρησε να αποσπάσει όσο το δυνατόν πιο πολλούς από τους 110 αιχμαλώτους Τούρκους από τα χέρια των επαναστατών, οι οποίοι τους είχαν συλλάβει για να τους θανατώσουν ως αντίποινα για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη. Η ενέργεια αυτή δεν υπαγορεύθηκε από φιλανθρωπία αλλά ήταν, όπως ο ίδιος ο Veggetti δήλωνε σε γραπτή αναφορά του στον Γάλλο πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη, απόδειξη της σταθερής αφοσίωσης από όλους τους Καθολικούς προς το νόμιμο Κυριάρχη τους.[67] Στην Τήνο φυγαδεύθηκε Τούρκος αγάς με την οικογένειά του και μαζί με τους άλλους Τούρκους της Νάξου διέφυγαν στη Ρόδο.[68] Στον οικονομικό απολογισμό της Συριανής Ρωμαιοκαθολικής κοινότητας για το χρονικό διάστημα Νοέμβριος 1821-Νοέμβριος 1822 δεν αναγράφεται κανένα κονδύλι υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης, αντίθετα αναγράφονται για την παροχή υπηρεσιών υπέρ των διερχόμενων το νησί τους Τούρκων, ή για την εξαγορά Τούρκων αιχμαλώτων.[69] Όταν ο Τουρκικός στόλος έβγαινε στο Αιγαίο, οι Συριανοί πρόκριτοι έσπευδαν να κομίσουν διαπιστευτήρια νομιμοφροσύνης και υπακοής στις Τουρκικές αρχές και να ζητήσουν εγγυήσεις προστασίας, οι οποίες δίνονταν ακόμα και πριν την αναχώρησή του στόλου στον Γάλλο επιτετραμμένο στην Κωνσταντινούπολη.[70] Οι Συριανοί μάλιστα διέθεταν μόνιμο αντιπροσωπό τους-καπουκεχαγιά στην Κωνσταντινούπολη, για την προώθηση των συμφερόντων τους.[71] O Νικόλαος Σπηλιάδης αναφέρεται σε συγκεκριμένες ενέργειες των καθολικών της Σύρου, όπως την αποστολή τροφίμων στους Τούρκους του Ναυπλίου και της Καρύστου. Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς αρμόδιος Αρμοστής για την διοικητική οργάνωση των νησιών του Αιγαίου, κατά την διάρκεια επίσκεψής του τον Ιούλιο του 1822 στη Σαντορίνη, λόγω των φημών που κυκλοφορούσαν για την εισβολή του Δράμαλη στην Πελοπόννησο, με αφορμή την άφιξη του αιγυπτιακού στόλου στο νησί, οι του Λατινικού δόγματος θέλησαν να ανυψώσουν την Οθωμανική σημαία αλλά τελικά ύψωσαν την σημαία της Ιερουσαλήμ. Επίσης συνέλαβαν τον Μεταξά και επιχείρησαν να τον παραδώσουν στους Αιγύπτιους.[72] Συχνά διέδιδαν ψευδείς ειδήσεις για να κάμψουν το φρόνημα των επαναστατημένων νησιωτών ή επιχειρούσαν να αποσπάσουν έγγραφες δηλώσεις υποταγής στο Σουλτάνο από τις τοπικές αρχές των νησιών.[α]

Επιχειρήματα και ερμηνείες της στάσης των Ρωμαιοκαθολικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφορα επιχειρήματα προεβλήθησαν από τους Καθολικούς για την δυσπιστία τους στον Ελληνικό ξεσηκωμό: δεν διέθεταν στρατιωτική εξάσκηση και στοιχειώδη οπλισμό για να αποκρούσουν τυχόν τουρκικά αντίποινα.[73] Το κύριο επιχείρημα που προβλήθηκε από τους Ρωμαιοκαθολικούς εκείνη την περίοδο ήταν η ουδετερότητα. Από απόψεως όμως νομικής αυτό δεν ευσταθούσε, καθώς στερούνταν πολιτειακής αυτοτέλειας και υπάγονταν στο Τουρκικό Δημόσιο Δίκαιο. Όμως προσπαθούσαν να συνδέσουν την ουδετερότητά τους με το καθεστώς προστασίας που είχε η Γαλλική κυβέρνηση επιβάλει σε όλες της Ρωμαιοκαθολικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δια των Διομολογήσεων.[74] Για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη ήθελαν να αποφύγουν αντίποινα των Τούρκων αλλά και δεν υπήρχαν ελπίδες εκ μέρους τους ευόδωσης της Επανάστασης [75] Για άλλους ιστορικούς υπήρχε ο φόβος να καταπιεστούν από την ορθόδοξη πλειοψηφία σε περίπτωση δημιουργίας ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.[76] Υπήρχε και το προηγούμενο των τεσσάρων ετών της ρωσικής κυριαρχίας, υπό την οποία υπέστησαν έντονη καταπίεση.[77] Ένα ακόμα επιχείρημα που επικαλέστηκαν οι Καθολικοί των Κυκλάδων ήταν πως με την ουδετερότητά τους παρείχαν άσυλο για τη ζωή και την περιουσία πολλών Ελλήνων της Ανατολικής Εκκλησίας. Όμως όπως σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Μανίκας,«πως ένας ολόκληρος εθνικός απελευθερωτικός αγώνας είναι δυνατό να έχει οφεληθεί από τη διάσωση των περιουσιακών στοιχείων μερικών μεμονωμένων προσώπων, έστω κι αν κάποια από αυτά συμμετείχαν στην ηγεσία του;»[78]

Οι Έλληνες λόγιοι για την θέση των Καθολικών στην Ελληνική κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αδαμάντιος Κοραής αναφέρει πως πρέπει να έχουν οι Έλληνες Καθολικοί δικούς τους ποιμένες και ιερείς, Έλληνες ή ακόμα και πολιτογραφημένους τέτοιους και ο αριθμός τους να είναι ανάλογος των ποιμενομένων. Επίσης ζητά να μην επιτρέπεται η είσοδος ρωμαιοκαθολικών στο ελληνικό κράτος αν αποσκοπεί στον προσηλυτισμό[79]

Ο Αδαμάντιος Κοραής ήθελε να έχουν οι Έλληνες Καθολικοί δικούς τους ποιμένες και ιερείς

H θέση της καθολικής κοινότητας στη Ελλάδα μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους έως το 1920[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πληθυσμός των Καθολικών στο Ελληνικό κράτος και οι επισκοπές της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη δεκαετία 1830-1840 με την άφιξη των Βαυαρών στην Ελλάδα ενισχύθηκε το καθολικό στοιχείο της χώρας με την ενσωμάτωσή τους σε αυτό. Επίσης λιγοστές οικογενειες Δαλματών και Μαλτέζων στα τέλη του 19ου αιώνα.[80] Το 1870 η Ιερά Σύνοδος για τη Διάδοση της Πίστης όπου υπαγόταν η Καθολική Εκκλησία της Ελλάδας, αποφάσισε την αναδιοργάνωση των εκκλησιαστικών επαρχιών και επισκοπών της εγγύς Ανατολής. Έτσι διαμορφώθηκαν ως εξής:

  • Αρχιεπισκοπή Κέρκυρας για Επτάνησα και Ήπειρο
  • Αρχιεπισκοπή Αθήνας (από το 1875, για Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα)
  • Αρχιεπισκοπή Νάξου-Τήνου (για Νάξο, Πάρο, Αντίπαρο, Αμοργό, Τήνο, Μύκονο, Άνδρο, Δήλο) και σαν Μητρόπολη για όλο το Αιγαίο
  • Αρχιεπισκοπή Ρόδου (από το 1928 για Δωδεκάνησα, σήμερα έχει διαχειριστή)
  • Επισκοπή Σύρου-Θήρας-Κρήτης
  • Επισκοπή Χίου με διαχειριστή σήμερα τον Αρχιεπίσκοπο Νάξου-Τήνου
  • Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης (από το 1926 με διαχειριστή)[81]

Νομικό καθεστώς των καθολικών κοινοτήτων της Ελλάδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νομικό καθεστώς των Λατίνων βάσει των Πρωτοκόλλου της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους και της Συνθήκης του Λονδίνου του 1864 προσδιοριζόταν ως ακολούθως: στο πρώτο πρωτόκολλο αναφέρεται ότι ο Γάλλος πληρεξούσιος επικαλούμενος την ειδική προστασία που ασκούσε επί των Καθολικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο Βασιλιάς της Γαλλίας, όφειλε να αναθέσει αυτήν στον μελλοντικό ηγεμόνα της Ελλάδας. Πράγματι η Διάσκεψη αποφάσισε, η Καθολική Θρησκεία να απολαμβάνει κάθε ελευθερίας και απρόσκοπτης άσκησης της λατρείας, να είναι εγγυημένη η περιουσία της, οι Επίσκοποι να διατηρούν αμείωτα τα λειτουργήματα, τα δικαιώματα και προνόμια που είχαν και προηγουμένως και η ακίνητη περιουσία που ανήκε σε Γαλλικές αποστολές να διατηρηθεί ως τέτοια και τώρα.[82] Τα αναγνωρισθέντα προνόμια των Καθολικών δεν συνεπάγονταν καμία υποχρέωση εκ μέρους της Ελληνικής πολιτείας να στραφεί κατά της επικρατούσας θρησκείας. Με τη συνθήκη της 29ης Μαρτίου 1864 με την οποία ενώθηκαν τα Επτάνησα με την Ελλάδα, επαναλήφθηκαν τα των υποχρεώσεων της Ελλάδας υπέρ των Καθολικών των Ιονίων νήσων.[83]

Σχέσεις πολιτείας και καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επικαλούμενη το πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830 και το άρθρο που της επέτρεπε να διατηρεί απρόσκοπτα τα προνόμια που είχε επί Γαλλικής προστασίας η Καθολική κοινότητα αρνιόταν πάντοτε να υποβάλλει τον διορισμό των επισκόπων της στην έγκριση των Ελληνικών κυβερνήσεων, διόρισε χαρακτηριστικά λατίνο αρχιεπίσκοπο στην Αθήνα χωρίς κυβερνητική έγκριση. Η κυβέρνηση δεν τον αναγνώρισε επισήμως αλλά τον θεώρησε ως προϊστάμενο.[84] Η Ελληνική πολιτεία αναγνώρισε τις καθολικές αποστολές ως νομικά πρόσωπα Ελληνικά και όχι ως αλλοδαπά επειδή ήταν καθολικά. Επίσης τα ακίνητα και άλλα ευαγή ιδρύματα απαλλάχθηκαν πάσης φορολόγησης.[85]

Το ζήτημα διορισμού των λατίνων επισκόπων αποτέλεσε θέμα συζητήσεων στην Εθνοσυνέλευση του 1864: υπήρχε διάσταση απόψεων σχετικά με το ποιος διορίζει και τι εθνικότητας θα είναι οι κληρικοί του λατινικού δόγματος στην Ελλάδα.Τελικά η Εθνοσυνέλευση προσανατολίστηκε προς την λύση να τους διορίζει η κυβέρνηση και να είναι Έλληνες υπήκοοι ή να λάβουν την ελληνική υπηκοότητα.[86] Με την λογική πως εφόσον τελεί υπό την προστασία της Ελληνικής πολιτείας ΄άρα πρέπει να υπόκειται και στις υποχρεώσεις που αυτή θεσπίζει, τα διατάγματα της καθολικής εκκλησίας της Ελλάδας υπόκειντο στην προηγούμενη έγκριση της Ελληνικής πολιτείας.

Οι Καθολικοί στις αλύτρωτες περιοχές του Ελληνισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ρωμαιοκαθολικοί μοναχοί δρουν στη Ρόδο, στα μέσα του 19ου αι. και μετά , χωρίς να ασκούν προσηλυτισμό, αλλά κατασκευάζουν ναούς και μονές, όπως της Santa Maria de la Victoire των Φραγκισκανών. Τα λατινικά καθιδρύματα τελούν υπό την προστασία του Γάλλου προξένου. Η μικρή λατινική κοινότητα του νησιού, όχι περισσότεροι από 120, είναι μέλη προξενικών και εμπορικών αποστολών. Από το 1889 αρχίζουν να δρουν λατίνοι ιεραπόστολοι: οι Freres des Ecoles Chretiennes το 1891 ιδρύουν Ακαδημία για τη μόρφωση των καλογραιών. Επίσης στο νησί έδρασαν και οι Φραγκισκανοί.[87] Επίσης στην Κρήτη την περίοδο 1859-1860 οπότε αυξάνουν οι αυθαιρεσίες των Τούρκων σε βάρος των Ορθοδόξων του νησιού, σημειώνονται μαζικοί προσηλυτισμοί ορθοδόξων στα Χανιά από τους Γάλλους καπουτσίνους. Ο προσηλυτισμός τους συνίστατο στο να υπογράφουν με το χέρι λατίνου ιερέα αναλφάβητοι Κρητικοί την καταχώρησή τους στο Γαλλικό κατάστιχο(οι αριθμοί ποικίλουν: 30.000 ή 6.000 οικογενειάρχες και 19 ορθόδοξοι ιερείς).[88] Στη Θεσσαλονίκη οι Λαζαριστές πατέρες της πόλης με την υποστήριξη του Αποστολικού Βικάριου της Κωσνταντινούπολης δρομολογούν την αύξηση των ρωμαιοκαθολικών ιδρυμάτων της πόλης, κτίζοντας και δύο ναούς (στο Καλαμαρί και στα περίχωρα) για τις ανάγκες των καθολικών της πόλης. Το Υπουργείο της Αυστροουγγαρίας ενίσχυσε οικονομικά την Βουλγαροουνιτική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης στέλνοντάς της χρήματα δια του Αποστολικού Βικαρίου [89] Στα Αγγλοκρατούμενα Επτάνησα σημειώνονται σημαντικές επιστροφές πρώην λατινισάντων,αλλά και Ρωμαιοκαθολικών στην Ορθοδοξία. Το Βατικανό αγωνίζεται για να περιορίσει τα προνόμια που παραχωρούνται υπέρ των Ορθοδόξων. Με βάση το Σύνταγμα του 1817 η ρωμαιοκαθολική κοινότητα απολάμβανε ειδικής προστασίας. Η Ιόνια Βουλή αναγνώρισε στις 9/5/1822 μια μόνιμη επισκοπική έδρα της Λατινικής Εκκλησίας στο Ιόνιο Κράτος. Επί αρμοστή Φρειδερίκου Άνταμ διεξάγονται συνομιλίες με τον αρχιεπίσκοπο Ικονίου Πέτρο Caaprano τον Δεκέμβριο του 1826. Ωστόσο δεν ήταν στις προθέσεις της Αγγλικής πλευράς να ικανοποιήσει αίτημα της Ρώμης για περισσότερους επισκόπους. Τελικά η Ιόνια Κυβέρνηση αναλαμβάνει τη μισθοδοσία ενός ρωμαιοκαθολικού επισκόπου ο οποίος μπορεί να φέρει τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου των εν Κερκύρα Λατίνων(και όχι Αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας όπως κατά την Ενετοκρατία) και η έδρα του θα ήταν στην Κέρκυρα. Αυτός διοριζόταν από τη Ρώμη, που έτσι έσωζε το κύρος της. Η συμφωνία έγινε νόμος από τη Βουλή της Ιονίου Πολιτείας το 1830.[90] Η οικειοποίηση του τίτλου Αρχιεπίσκοπος από τον λατίνο ιεράρχη προκαλεί την αντίδραση του ορθόδοξου μητροπολίτη μια και η μονοπώλησή του θα μείωνε το κύρος του ορθόδοξου μητροπολίτη.[91]

Ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Διονυσίου στην Αθήνα

Ενωτικοί ή Ελληνόρυθμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ενωτικοί ή Ελληνόρυθμοι προέρχονται από μια ομάδα που δημιουργήθηκε γύρω από τον Λατίνο ιερέα από τη Σύρο Υάκινθο Μαραγκό, ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του μερικούς Ορθόδοξους της Πόλης που είχαν ασπασθεί τον Ρωμαιοκαθολικισμό (μεταξύ αυτών ο Δράμας Μελέτιος, και Νεάπολης Βενιαμίν). Tον Ιούνιο του 1911 ο Πάπας Πίος Ι' ίδρυσε την Ελληνόρρυθμη Εξαρχία της Τουρκίας και πρώτος της επίσκοπος ονομάστηκε ο Έλληνας Ησαΐας Παπαδόπουλος (1852-1932) και έγινε ο πρώτος πάρεδρος της νεοσυσταθείσας Ιεράς Συνόδου της Ανατολικής Καθολικής Εκκλησίας.Οι Έλληνες Καθολικοί των Μικρασιατικών οικισμών Μάλγαρα και Δαυδελή εγκαταστάθηκαν μετά το 1922 στα Γιαννιτσά, ενώ μεγάλο μέρος των Ελληνορύθμων της Κωνσταντινούπολης πήγαν στην Αθήνα.[92] Το κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της κοινότητας των Ελληνορύθμων ήταν πολυεπίπεδο: Νοσοκομείο Παμμακάριστος, στην περίοδο της Κατοχής διανομή τροφίμων, ρούχων, φαρμάκων.Άλλη Καθολική κοινότητα που ακολούθησε ανατολικές λειτουργικές παραδόσεις ήταν οι Αρμένιοι που υφίσταται υπό απλό Έξαρχο και συστήθηκε από πρόσφυγες Αρμένιους το 1925.[93] Αρμένιοι Καθολικοί υπό την ανάγκη προστασίας και καθώς τα παιδιά τους αναλαμβάνονται από Μοναχικά Τάγματα που δρουν στην Ελλάδα (π.χ Σχολή Καλογραιών σε Κεφαλλονιά) προτιμούν τον καθολικισμό.[94]

Η θέση της Καθολικής κοινότητας στην Ελλάδα από το 1920 έως σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νομικό καθεστώς των καθολικών κοινοτήτων στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διατάξεις των Πρωτοκόλλων του 1830 και 1864 αποδυναμώθηκαν μετά την ειδική συνθήκη προστασίας των μειονοτήτων στην Ελλάδα που υπογράφτηκαν στις Σέβρες το 1920 και που επαναλήφθηκαν με τη Συνθήκη της Λωζάννης. Συγκεκριμένα η Γαλλία και η Μ. Βρετανία παραιτούνταν από το δικαίωμα που τους είχε αναγνωρισθεί προς εξασφάλιση των θρησκευτικών ελευθεριών εν Ελλάδι.[95] Το 1930 με το νόμο 4862 περιοριζόταν δραστικά η λειτουργία ξένων σχολείων και έτσι θίγονταν τα κεκτημένα των Ελλήνων καθολικών στις Κυκλάδες. Αυτό προκάλεσε τις έντονες διαμαρτυρίες τους και την έντονη πρόσδεσή τους στον αντιβενιζελισμό.[96] Με τη συνθήκη παραχώρησης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, οι Ρωμαιοκαθολικοί επιτρέπεται να διατηρούν δύο ναούς (Santa Maria και San Fragisco), το παρεκκλήσιο της Αγίας Άννας στο χωριό Τριάντα και νεκροταφείο στη Ρόδο επειδή αυτά θεωρήθηκαν περιουσία της Αγίας Έδρας[97][98]

Όσες από τις ένδεκα Καθολικές Επισκοπές της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος είχαν συσταθεί μετά το 1830, δηλαδή μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου δεν ήταν αναγνωρισμένες από το ελληνικό κράτος. Το 2014 με τον Νόμο 4301 αναγνωρίστηκαν και οι ένδεκα Καθολικές Επισκοπές της Καθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος.[99]

Η εθνική καταγωγή των Καθολικών της Ελλάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βάσει ενδείξεων όπως: η ελληνική γλώσσα που πάντα χρησιμοποιείτο, τα ελληνικά τοπωνύμια, τα ονόματα δέντρων, καρών, λουλουδιών, τα κοινωνικά και θρησκευτικά έθιμα και ήθη, τα ονόματα και πολλά επίθετα, ο μεγάλος αριθμός, όλα αυτά συνηγορούν για την ελληνική καταγωγή των καθολικών κοινοτήτων της Ν. Ελλάδας (ειδικά των νησιών Τήνος και Σύρος), ενώ έθιμα άλλων καθολικών κοινοτήτων σε άλλα νησιά δείχνουν την ξενική καταγωγή τους, παρά τον σημερινό εξελληνισμό τους. Αντίθετα άλλες κοινότητες (Χίος, Νάξος, Κρήτη), υπάρχουν βάσιμες υποθέσεις να έχουν δημιουργηθεί από δυτικόθεν μεταναστεύσεις.[100]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Όπως ο γιος του γραμματέα του προξενικού πράκτορα Νάξου Vigouroux, ακολουθώντας οδηγίες του πρέσβη της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη, κάλεσε όλους τους Έλληνες προκρίτους του νησιού και τους ανέγνωσε τις υποσχέσεις του Καπιτάν πασά προς τους επαναστάτες ενόψει της επικείμενης εξόδου του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο (Μανίκας, σελίδες 232–233).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Φώσκολος, σελ. 73.
  2. Φώσκολος, σελ. 74.
  3. Lock, σελ. 329.
  4. 4,0 4,1 Lock, σελ. 331.
  5. Lock, σελίδες 338–340.
  6. Lock, σελ. 341.
  7. Lock, σελ. 342.
  8. Φώσκολος, σελίδες 85–87.
  9. Φώσκολος, σελίδες 79–80.
  10. Φώσκολος, σελίδες 87–90.
  11. Εμμανουήλ Ρεμούνδος, «Κατάλογος Λατίνων αρχιεπισκόπων και μητροπολιτών Νάξου (1252-1974)», Δελτίον Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος, τομ.3 (1982), σελ.126. Κωτσάκης, σελ. 309.
  12. Φώσκολος, σελ. 90.
  13. Αγγελική Πανοπούλου, «Οι Λατινικές θρησκευτικές αδελφότητες των Κυκλάδων», στο:Ακαδημία Αθηνών/Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Κοινωνίας-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Το Δουκάτο του Αιγαίου(Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης: Νάξος-Αθήνα 2007), Ν.Γ.Μοσχονάς-Μ.Γ.Λίλυ Στυλιανούδη, Αθήνα, 2009, σελ.283-193
  14. Κωτσάκης, σελ. 310.
  15. Κωτσάκης, σελ. 312.
  16. Ζαχαρίας Τσιρπανλής, «Νέα στοιχεία σχετικά με την εκκλησιαστική ιστορία της Βενετοκρατούμενης Κρήτης (13ος-17ος αι.) από ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Ελληνικά, τομ.20 (1967), σελ.43-47, 72
  17. Στέργιος Σπανάκης, «Συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορία της Κρήτης κατά τη Βενετοκρατία», Κρητικά Χρονικα΄, τομ.13 (1959), σελ.244
  18. Στέργιος Σπανάκης, «Η θρησκευτικο-εκκλησιαστική κατάσταση στην Κρήτη τον XVI αιώνα», Κρητικά Χρονικά, τομ.21 (1969), σελ.148
  19. Μαρία Μονδέλου,«Όψεις της Καθολικής Εκκλησίας στη Σητεία και στην Ιεράπετρα μέσα από την έκθεση του επισκόπου Pietro Pissani (1630)», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β1 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ. 299
  20. Ασπασία Παπαδάκη, «Μοναστηριακή περιουσία και οικονομική εκμετάλλευση: Η περίπτωση της μονής της Παναγίας των Σταυροφόρων στον Χάνδακα (16ος αι.)»,Πεπραγμένα Ι' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, 1-8 Οκτωβρίου 2006) τομ. Β1 Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδος, εκδ. Φιλολογικός Σύλλογος Ο Χρυσόστομος, Χανιά 2010, σελ.340-357
  21. Ζαχαρίας Τσιρπανλής, «Νέα στοιχεία σχετικά με την εκκλησιαστική ιστορία της Βενετοκρατούμενης Κρήτης (13ος-17ος αι.) από ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Ελληνικά, τομ.20 (1967), σελ.53-54
  22. «Παράλληλα, προνόησαν (ενν. οι Βενετοί) ώστε η επιρροή της ηγεσίας του καθολικού κλήρου να μην καθοδηγείται από την παπική ηγεσία της Ρώμης, γεγονός που είχε πολιτικές προεκτάσεις για τη Βενετία»Γεώργιος Λεοντσίνης, «Επαναστατικό φαινόμενο και ιδεολογία στην Κρήτη, την Κύπρο και τα Ιόνια νησιά κατά τη Βενετική περίοδο», στο:Πεπραγμένα του Ζ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ. Β2 τμήμα Βυζαντινών και Μέσων χρόνων, Ρέθυμνο 1995, σελ.432
  23. Μαρία Χαιρέτη, «Νέα στοιχεία περί της χειροτονίας ορθόδοξων ιερέων Κρήτης επί Βενετοκρατίας», Πεπραγμένα του Γ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ρέθυμνον, 18-23 Σεπτεμβρίου 1971), τομ.Β' Βυζαντινοί και μέσοι χρόνοι, εν Αθήναις 1974, σελ.333-334
  24. Ζαχαρίας Τσιρπανλής, «Νέα στοιχεία σχετικά με την εκκλησιαστική ιστορία της Βενετοκρατούμενης Κρήτης (13ος-17ος αι.) από ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Ελληνικά, τομ.20 (1967), σελ.61-62
  25. Νικόλαος Φορόπουλος, «Σελίδες από την ιστορία της Πάτμου. Φιλικές σχέσεις της Μονής Ιωάννου του Θεολόγου με τις καθολικές δυνάμεις της δύσεως», Δωδεκαννησιακά Χρονικά, τομ.5(1976), σελ.289-290
  26. .Μαρία Χαιρέτη, «Η απογραφή των ναών και των μονών της περιοχής Χανίων του έτους 1637», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τομ.36 (1968), σελ.339
  27. Δάφνη Χρονάκη-Δημήτρης Καλομοιράκης, «Ο ναός του Αγίου Πέτρου των Δομινικανών στο Ηράκλειο», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β2 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ.120
  28. La Rosa, σελίδες 252–253.
  29. La Rosa, σελ. 253.
  30. Δημιουργήθηκαν σε Χανιά, Ρέθυμνο, Σητεία, Σούδα, όπως του Ονόματος του Ιησού, του Αγίου Ροζαρίου, της Αγίας Δωρεάς. Οι περισσότερες από αυτές είχαν πρότυπό τους αδελφότητες στη Βενετία και είχαν έδρα τους μονές Φραγκισκανών. Έργο τους ήταν η απόκτηση ιδιόκτητου ναού, ο εξωραϊσμός του,η διεξαγωγή της γιορτής του αγίου του οποίου έφεραν την επωνυμία, η συμμετοχή σε θρησκευτικές και λιτανείες. Επίσης ασκούσαν κοινωνικό έργο: συνδρομή απόρων, χηρών, ορφανών και αρρώστων Αγγελική Πανοπούλου, «Λατινικές και Ορθόδοξες αδελφότητες στις πόλεις και στην ύπαιθρο της Κρήτης», στο:Πεπραγμένα του Ζ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ. Β2 τμήμα Βυζαντινών και Μέσων χρόνων, Ρέθυμνο 1995, σελ.612
  31. Ζαχαρίας Τσιρπανλής, «Η επισκοπή Κισάμου και η θρησκευτική πολιτική της Βενετίας και του Βατικανού (τέλη του 16ου-αρχές του 17ου αι.)»,Πεπραγμένα του Γ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ρέθυμνον, 18-23 Σεπτεμβρίου 1971), τομ.Β' Βυζαντινοί και μέσοι χρόνοι, εν Αθήναις 1974, σελ.318-319
  32. Φώσκολος, σελίδες 84.
  33. Κώστας Λασσιθιωτάκης,«Ο Άγιος Φραγκίσκος και η Κρήτη», Πεπραγμένα του Δ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο, 29 Αυγούστου-3 Σεπτεμβρίου 1976), τομ.Β Βυζαντινοί και μέσοι χρόνοι, Αθήνα,1981, σελ.146-154 Χρύσα Ρανουτσάκη, «Απεικονίσεις του Φραγκίσκου της Ασίζης στις εκκλησίες της Κρήτης», Πεπραγμένα Ι' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, 1-8 Οκτωβρίου 2006) τομ. Β3 Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδος, εκδ. Φιλολογικός Σύλλογος Ο Χρυσόστομος, Χανιά 2011, σελ.111-134
  34. Ηρακλής Καλλέργης, «Ο εξελληνισμός των Λατίνων της Κρήτης κατά τη βενετοκρατία. Η περίπτωση του Θωμά Τριβιζάνου», Πεπραγμένα Ι' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, 1-8 Οκτωβρίου 2006) τομ. Β1 Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδος, εκδ. Φιλολογικός Σύλλογος Ο Χρυσόστομος, Χανιά 2011, σελ.176 Δήμητρα Σπίθα-Πιμπλή, «Σχέσεις Λατινικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κρήτης από το 1491 έως το 1596», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β1 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ.213-227
  35. Μαρία Campagnolo-Ποθητού, «Η Νάξος το 1638. Ανάμεσα στο Γάλλο περιηγητή Jenn Thevenot και τον πρόξενο της Βενετίας Francesco Lumpazzolo», Ναξιακά, τχ.19 (57) (Δεκέμβριος 2005-Φεβρουάριος 2006), σελ.10-25
  36. Δημήτριος Πολέμης, Ιστορία της Άνδρου, Άνδρος 1981, σελ.118-119
  37. Συμεωνίδης (1989), σελίδες 21–22.
  38. Δημήτριος Πολέμης, «Το βιβλίον βαπτίσεων της Λατινικής Εκκλησίας Άνδρου (1737-1817)», Πέταλον, τχ.6 (1995), σελ.220-246
  39. Συμεωνίδης (1989), σελ. 22.
  40. Συμεωνίδης (1989), σελίδες 24–26.
  41. Φώσκολος, σελ. 93.
  42. Παπαδόπουλος Θ., σελίδες 138–139, υποσ. 10.
  43. Σίμος Συμεωνίδης, «Ποικίλα ιστορικά [1659-1666] των Κυκλαδικών Λατινικών επισκόπων. Από αναφορές του Βαρθολομαίου Πόλλα Αρχιεπισκόπου Νάξου και Πάρου», Ναξιακά, τχ.13 (51), (Ιούνιος 2004-Αύγουστος 2004), σελ.27-31
  44. Σίμος Συμεωνίδης, «Το παρασκήνιο της εκλογής του Λατίνου αρχιεπισκόπου Βαρθολαμαίου Πόλλα», Ναξιακά, τχ.5(43), (Καλοκαίρι 2002), σελ.34-38
  45. Σίμος Συμεωνίδης, «Στις διαμάχες των Καθολικών της Νάξου επιστράτευση και των Ορθοδόξων», Ναξιακά, τχ.2 (40), (Φθινόπωρο 2001), σελ.50-53
  46. Παπαδόπουλος Θ., σελίδες 140–141, υποσ. 15.
  47. Παπαδόπουλος Θ., σελ. 144, υποσ. 21.
  48. Κωτσάκης, σελ. 314.
  49. Τάσος Γριτσόπουλος, «Εκκλησιαστική ιστορία της Κορινθίας», Πελοποννησιακά, τομ.9 (1972), σελ. 259-261.
  50. La Rosa, σελίδες 253–254.
  51. Μαρία Μονδέλου,«Όψεις της Καθολικής Εκκλησίας στη Σητεία και στην Ιεράπετρα μέσα από την έκθεση του επισκόπου Pietro Pissani (1630)», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β1 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ.297 κ.εξ
  52. 52,0 52,1 Φώσκολος, σελ. 92.
  53. Μαρία Μονδέλου,«Όψεις της Καθολικής Εκκλησίας στη Σητεία και στην Ιεράπετρα μέσα από την έκθεση του επισκόπου Pietro Pissani (1630)», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β1 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ.297-309
  54. Μεταλληνός, σελ. 410.
  55. Μιχαήλ Μαρκόπολι, «Έκθεσις του Ιησουίτου Mathieu Hardy», Ναξιακά, τχ.25 (63), (Ιούνιος 2007-Αύγουστος 2007), σελ.5-9 π. Αντώνιος Απειρανθίτης, «Η παρουσία και η δράση των Ιεραποστολικών Ταγμάτων της δυτικής εκκλησίας στη Νάξο από τον 17ο αιώνα μέχρι τον 20 αιώνα-Α' μέρος», Ναξιακά, τχ.27 (65) (Δεκέμβριος 2007-Φεβρουάριος 2008), σελ40-58
  56. Φώσκολος, σελ. 90. Μιχαήλ Μαρκόπολις,«Ιστορικά σημειώματα περί της ιδρύσεως της εν τη νήσω Νάξω Μονής των αδελφών Ουρσουλινών» Ναξιακά, τχ.27 (65) (Δεκέμβριος 2007-Φεβρουάριος 2008), σελ.5-14
  57. Παπαδόπουλος Θ., σελ. 140, υποσ. 15.
  58. Γ.Θ. Βεργώτη, «Ιστορικά τινά περί της δράσεως των ετεροδόξων εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ρόδου», Δωδεκαννησιακά Χρονικά, τομ.5(1976), σελ.256-257
  59. Βασίλειος Καραγιώργος, Το ζήτημα της σχέσεως Εκκλησίας και Πολιτείας κατά την περίοδο της Επαναστάσεως (1821), εκδ.Διήγηση, 1998, σελ.70
  60. Αντώνιος Παπαδόπουλος, «Η στάσις των Ελλήνων καθολικών έναντι της Επαναστάσεως του 1821», στο: Μνήμη 1821, Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, παράρτημα 9 του Στ τόμου, Θεσσαλονίκη 1971,σελ. 174
  61. Λάσκαρις, σελ. 10.
  62. 62,0 62,1 Μανίκας, σελίδες 57–58.
  63. Μανίκας, σελ. 62.
  64. Μανίκας, σελίδες 64–65.
  65. Μανίκας, σελ. 185.
  66. Μανίκας, σελίδες 185–193.
  67. Μανίκας, σελίδες 218–219.
  68. Μανίκας, σελ. 220.
  69. Μανίκας, σελίδες 220–221.
  70. Μανίκας, σελίδες 222–225.
  71. Μανίκας, σελ. 227.
  72. Μανίκας, σελίδες 230–231.
  73. Φώσκολος, σελ. 97.
  74. Μανίκας, σελ. 204.
  75. Αντώνιος Παπαδόπουλος, «Η στάσις των Ελλήνων καθολικών έναντι της Επαναστάσεως του 1821», στο: Μνήμη 1821, Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, παράρτημα 9 του Στ τόμου, Θεσσαλονίκη 1971,σελ.182
  76. Charles Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και Ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ.Δόμος, 1987, σελ.63
  77. Φώσκολος, σελ. 98.
  78. Μανίκας, σελ. 208, υποσ. 443.
  79. π.Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, «Ο Κοραής για τις μειονότητες», Νέα Εστία, τομ.149,τχ. 1734,(Μάιος 2001), σελ.767
  80. Φώσκολος, σελ. 105.
  81. Φώσκολος, σελ. 99.
  82. Λάσκαρις, σελ. 2. Φώσκολος, σελίδες 98–99.
  83. Λάσκαρις, σελ. 3. Φώσκολος, σελ. 99
  84. Λάσκαρις, σελ. 20.
  85. Λάσκαρις, σελ. 25.
  86. Λάσκαρις, σελίδες 21–23.
  87. Γ.Θ. Βεργώτη, «Ιστορικά τινά περί της δράσεως των ετεροδόξων εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ρόδου», Δωδεκαννησιακά Χρονικά, τομ.5(1976), σελ.257-259,263
  88. La Rosa, σελίδες 260–261.
  89. Σωτήριος Βαρναλίδης, «Εκθέσεις ξένων προξένων στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή περί διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων κατά τον ΙΘ' αιώνα», Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Στ' Επιστημονικό συμπόσιο (Μονή Βλατάδων,9-11 Νοεμβρίου 1992), Θεσσαλονίκη, 1994, σελ.55-56
  90. Μεταλληνός, σελίδες 412–414.
  91. Μεταλληνός, σελίδες 414–429.
  92. Φώσκολος, σελίδες 101–102.
  93. Φώσκολος, σελίδες 102–103.
  94. Άγγελος-Διονύσιος Δεμπόνος, «Οι πρόσφυγες του 1922 και η Αρμενική παροικία της Κεφαλονιάς», Δελτίον Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος, τομ.8 (1992), σελ.253
  95. Λάσκαρις, σελ. 39.
  96. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι εθνικές μειονότητες», στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.),Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. 1922-1940 ο Μεσοπόλεμος,τ. Β2, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003, σ.21
  97. Γ.Θ. Βεργώτη, «Ιστορικά τινά περί της δράσεως των ετεροδόξων εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ρόδου», Δωδεκαννησιακά Χρονικά, τομ.5(1976), σελ.269,υπόσ. 33
  98. Η νομική προσωπικότητα της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 1941 με το Νόμο 2783.Το 1994 ο Άρειος Πάγος δεν δέχθηκε την ύπαρξη αυτής της νομικής προσωπικότητας με αφορμή μια δικαστική υπόθεση. Το θέμα δημιουργούσε σοβάρα ζητήματα αφού αναγνώριζε μόνο το πνευματικό σκέλος της Καθολικής Εκκλησίας, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα. Τελικά η Καθολική Εκκλησία δικαιώθηκε το 1997 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Άρης Γαβριελάτος, Η Καθολική κοινότητα της Τήνου, εκδ. Πανεπιστημιακό/Κων/ίνος Σμπίλιας, Αθήνα,2006,σελ.36)
  99. Νόμοι 4301/2014 Αρθρο 13. Αναγνώριση νομικής προσωπικότητας της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας, λοιπών υφιστάμενων Εκκλησιών και νομικών προσώπων τους
  100. Φώσκολος, σελίδες 76–77.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι εθνικές μειονότητες», στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.),Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. 1922-1940 ο Μεσοπόλεμος,τ. Β2, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003, σ. 9-35.
  • Κωτσάκης, Αθανάσιος (2009). «Σχέσεις Ελλήνων Ορθοδόξων και Λατίνων στις Κυκλάδες κατά την εποχή του Δουκάτου του Αιγαίου (13ος-16ος αιώνας)». Στο: Ν.Γ. Μοσχονάς - Μ.Γ. Λίλυ Στυλιανούδη (επιμ). Το Δουκάτο του Αιγαίου. Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης (Νάξος-Αθήνα 2007). Αθήνα: Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών (Ε.Ι.Ε./Ι.Β.Ε.). σελίδες 309–319. ISBN 978-960-371-061-5. 
  • La Rosa, Vinsenzo (2014). «Περιπλανήσεις σχετικά με την παρουσία των καπουτσίνων μοναχών στην Κρήτη». Κρητικά Χρονικά (Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών) ΛΔʹ: 249–264. 
  • Λάσκαρις, Σ.Θ (1924). Η Καθολική Εκκλησία εν Ελλάδι από απόψεως δημόσιου δικαίου. Εν Αθήναις. 
  • Lock, Peter (1998). Οι Φράγκοι στο Αιγαίο 1204-1500. Μτφρ. Γιώργος Κουτσουνέλος. Αθήνα: Ενάλιος. 
  • Μανίκας, Κωνσταντίνος (2001). Σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως (1821–1827). Συμβολή στην Εκκλησιαστική ιστορία της Ελλάδος. Διδακτορική διατριβή. Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Θεολογική Σχολή. doi:10.12681/eadd/21222. 
  • Μεταλληνός, Γεώργιος (1992). «Ο μητροπολίτης Κερκύρας Αθανάσιος (1848/50-1870) και οι σχέσεις Ορθοδοξίας-Ρωμαιοκαθολικισμού στην Κέρκυρα τον ΙΘ' αιώνα». Μνήμη Ιωάννου Αναστασίου. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή. σελίδες 407–440. 
  • Παπαδόπουλος, Θωμάς (1994). «Καθολικοί και Ορθόδοξοι στις Κυκλάδες». Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών 15: 134–197. 
  • Συμεωνίδης, Σίμος (1989). «Το Αρχιπέλαγος κατά τον πόλεμο Τουρκίας-Βενετίας (1645-1669) και οι αρχιερατικές εναλλαγές στις Ορθόδοξες επισκοπές». Μηλιακά 3: 17–136. 
  • Φώσκολος, π. Μάρκος (2000). «Σύντομη ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας στην Ελλάδα». Στο: Κοντίδης, Θεόδωρος (επιμ.). Ο Καθολικισμός. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. σελίδες 73–113. 
  • Άρης Γαβριελάτος, Η Καθολική κοινότητα της Τήνου, εκδ. Πανεπιστημιακό/Κων/ίνος Σμπίλιας, Αθήνα,2006
  • Στέργιος Σπανάκης, «Η θρησκευτικο-εκκλησιαστική κατάσταση στην Κρήτη τον XVI αιώνα», Κρητικά Χρονικά, τομ.21 (1969), σελ.134-152
  • Χρύσα Ρανουτσάκη, «Απεικονίσεις του Φραγκίσκου της Ασίζης στις εκκλησίες της Κρήτης», Πεπραγμένα Ι' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, 1-8 Οκτωβρίου 2006) τομ. Β3 Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδος, εκδ. Φιλολογικός Σύλλογος Ο Χρυσόστομος, Χανιά 2011, σελ.111-134
  • Κώστας Λασσιθιωτάκης,«Ο Άγιος Φραγκίσκος και η Κρήτη», Πεπραγμένα του Δ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ηράκλειο, 29 Αυγούστου-3 Σεπτεμβρίου 1976), τομ.Β Βυζαντινοί και μέσοι χρόνοι, Αθήνα,1981, σελ.146-154
  • Ηρακλής Καλλέργης, «Ο εξελληνισμός των Λατίνων της Κρήτης κατά τη βενετοκρατία. Η περίπτωση του Θωμά Τριβιζάνου», Πεπραγμένα Ι' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, 1-8 Οκτωβρίου 2006) τομ. Β1 Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδος, εκδ. Φιλολογικός Σύλλογος Ο Χρυσόστομος, Χανιά 2010, σελ.175-184
  • Ασπασία Παπαδάκη, «Μοναστηριακή περιουσία και οικονομική εκμετάλλευση: Η περίπτωση της μονής της Παναγίας των Σταυροφόρων στον Χάνδακα (16ος αι.)»,Πεπραγμένα Ι' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Χανιά, 1-8 Οκτωβρίου 2006) τομ. Β1 Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδος, εκδ. Φιλολογικός Σύλλογος Ο Χρυσόστομος, Χανιά 2010, σελ.341-357
  • Δάφνη Χρονάκη-Δημήτρης Καλομοιράκης, «Ο ναός του Αγίου Πέτρου των Δομινικανών στο Ηράκλειο», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β2 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ.119-137
  • Δήμητρα Σπίθα-Πιμπλή, «Σχέσεις Λατινικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κρήτης από το 1491 έως το 1596», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β1 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ.213-227
  • Μαρία Μονδέλου,«Όψεις της Καθολικής Εκκλησίας στη Σητεία και στην Ιεράπετρα μέσα από την έκθεση του επισκόπου Pietro Pissani (1630)», Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου τομ. Β1 Βυζαντινή μεταβυζαντινή περίοδος, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο, 2004, σελ297-309
  • Σωτήριος Βαρναλίδης, «Εκθέσεις ξένων προξένων στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή περί διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων κατά τον ΙΘ' αιώνα», Χριστιανική Θεσσαλονίκη, Στ' Επιστημονικό συμπόσιο (Μονή Βλατάδων,9-11 Νοεμβρίου 1992), Θεσσαλονίκη, 1994, σελ.45-60
  • Ζαχαρίας Τσιρπανλής, «Νέα στοιχεία σχετικά με την εκκλησιαστική ιστορία της Βενετοκρατούμενης Κρήτης (13ος-17ος αι.) από ανέκδοτα Βενετικά έγγραφα», Ελληνικά, τομ.20 (1967), σελ.42-106
  • Γεώργιος Λεοντσίνης, «Επαναστατικό φαινόμενο και ιδεολογία στην Κρήτη, την Κύπρο και τα Ιόνια νησιά κατά τη Βενετική περίοδο», στο:Πεπραγμένα του Ζ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ. Β2 τμήμα Βυζαντινών και Μέσων χρόνων, Ρέθυμνο 1995, σελ.423-437
  • Ζαχαρίας Τσιρπανλής, «Η επισκοπή Κισάμου και η θρησκευτική πολιτική της Βενετίας και του Βατικανού (τέλη του 16ου-αρχές του 17ου αι.)»,Πεπραγμένα του Γ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ρέθυμνον, 18-23 Σεπτεμβρίου 1971), τομ.Β' Βυζαντινοί και μέσοι χρόνοι, εν Αθήναις 1974, σελ.315-332
  • Μαρία Χαιρέτη, «Νέα στοιχεία περί της χειροτονίας ορθόδοξων ιερέων Κρήτης επί Βενετοκρατίας», Πεπραγμένα του Γ' Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ρέθυμνον, 18-23 Σεπτεμβρίου 1971), τομ.Β' Βυζαντινοί και μέσοι χρόνοι, εν Αθήναις 1974, σελ.333-341
  • Αγγελική Πανοπούλου, «Λατινικές και Ορθόδοξες αδελφότητες στις πόλεις και στην ύπαιθρο της Κρήτης», στο:Πεπραγμένα του Ζ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τομ. Β2 τμήμα Βυζαντινών και Μέσων χρόνων, Ρέθυμνο 1995, σελ.611-618
  • Αγγελική Πανοπούλου, «Οι Λατινικές θρησκευτικές αδελφότητες των Κυκλάδων», στο:Ακαδημία Αθηνών/Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής Κοινωνίας-Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών/Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, Το Δουκάτο του Αιγαίου(Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης: Νάξος-Αθήνα 2007), Ν.Γ.Μοσχονάς-Μ.Γ.Λίλυ Στυλιανούδη, Αθήνα, 2009, σελ.283-193
  • Μαρία Χαιρέτη, «Η απογραφή των ναών και των μονών της περιοχής Χανίων του έτους 1637», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τομ.36 (1968), σελ.335-388
  • Στέργιος Σπανάκης, «Συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορία της Κρήτης κατά τη Βενετοκρατία», Κρητικά Χρονικα΄, τομ.13 (1959), σελ.243-288
  • Άγγελος-Διονύσιος Δεμπόνος, «Οι πρόσφυγες του 1922 και η Αρμενική παροικία της Κεφαλονιάς», Δελτίον Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος, τομ.8 (1992), σελ.246-258
  • Γ.Θ. Βεργώτη, «Ιστορικά τινά περί της δράσεως των ετεροδόξων εις την Ιεράν Μητρόπολιν Ρόδου», Δωδεκαννησιακά Χρονικά, τομ.5(1976), σελ.253-270
  • Νικόλαος Φορόπουλος, «Σελίδες από την ιστορία της Πάτμου. Φιλικές σχέσεις της Μονής Ιωάννου του Θεολόγου με τις καθολικές δυνάμεις της δύσεως», Δωδεκαννησιακά Χρονικά, τομ.5(1976), σελ.287-303
  • Βασίλειος Καραγιώργος, Το ζήτημα της σχέσεως Εκκλησίας και Πολιτείας κατά την περίοδο της Επαναστάσεως (1821), εκδ.Διήγηση, 1998
  • Αντώνιος Παπαδόπουλος, «Η στάσις των Ελλήνων καθολικών έναντι της Επαναστάσεως του 1821», στο: Μνήμη 1821, Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, παράρτημα 9 του Στ τόμου, Θεσσαλονίκη 1971,σελ. 171-196
  • π.Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, «Ο Κοραής για τις μειονότητες», Νέα Εστία, τομ.149,τχ. 1734,(Μάιος 2001), σελ.763-769
  • Charles Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και Ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, εκδ.Δόμος, 1987
  • Σίμος Συμεωνίδης, «Στις διαμάχες των Καθολικών της Νάξου επιστράτευση και των Ορθοδόξων», Ναξιακά, τχ.2 (40), (Φθινόπωρο 2001), σελ.50-53
  • Σίμος Συμεωνίδης, «Το παρασκήνιο της εκλογής του Λατίνου αρχιεπισκόπου Βαρθολαμαίου Πόλλα», Ναξιακά, τχ.5(43), (Καλοκαίρι 2002), σελ.34-38
  • Σίμος Συμεωνίδης, «Ποικίλα ιστορικά [1659-1666] των Κυκλαδικών Λατινικών επισκόπων. Από αναφορές του Βαρθολομαίου Πόλλα Αρχιεπισκόπου Νάξου και Πάρου», Ναξιακά, τχ.13 (51), (Ιούνιος 2004-Αύγουστος 2004), σελ.27-31
  • Μαρία Campagnolo-Ποθητού, «Η Νάξος το 1638. Ανάμεσα στο Γάλλο περιηγητή Jenn Thevenot και τον πρόξενο της Βενετίας Francesco Lumpazzolo», Ναξιακά, τχ.19 (57) (Δεκέμβριος 2005-Φεβρουάριος 2006), σελ.10-25
  • Μιχαήλ Μαρκόπολι, «Έκθεσις του Ιησουίτου Mathieu Hardy», Ναξιακά, τχ.25 (63), (Ιούνιος 2007-Αύγουστος 2007), σελ.5-9
  • π. Αντώνιος Απειρανθίτης, «Η παρουσία και η δράση των Ιεραποστολικών Ταγμάτων της δυτικής εκκλησίας στη Νάξο από τον 17ο αιώνα μέχρι τον 20 αιώνα-Α' μέρος», Ναξιακά, τχ.27 (65) (Δεκέμβριος 2007-Φεβρουάριος 2008), σελ.40-58
  • π. Αντώνιος Απειρανθίτης, «Η παρουσία και η δράση των Ιεραποστολικών Ταγμάτων της δυτικής εκκλησίας στη Νάξο από τον 17ο αιώνα μέχρι τον 20 αιώνα-Β' μέρος», Ναξιακά, τχ.28 (66) (Μάρτιος 2008-Μάιος 2009), σελ.31-44
  • Τάσος Γριτσόπουλος, «Εκκλησιαστική ιστορία της Κορινθίας», Πελοποννησιακά, τομ.9 (1972), σελ.7-356.
  • Δημήτριος Πολέμης, «Το βιβλίον βαπτίσεων της Λατινικής Εκκλησίας Άνδρου (1737-1817)», Πέταλον, τχ.6 (1995), σελ.220-246
  • Δημήτριος Πολέμης, Ιστορία της Άνδρου, Άνδρος 1981,
  • Εμμανουήλ Ρεμούνδος, «Κατάλογος Λατίνων αρχιεπισκόπων και μητροπολιτών Νάξου (1252-1974)», Δελτίον Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος, τομ.3 (1982), σελ.125-160

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιωάννης Ασημάκης (επιμ),Λεξικό Ελλήνων καθολικών κληρικών και αλλοδαπών καθολικών κληρικών στην Ελλάδα 13ος αι.-2010,εκδ. Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, 2011
  • Ιωάννης Ασημάκης (επιμ), Ελληνική βιβλιογραφία ιστορίας καθολικής εκκλησίας στην Ελλάδα 17οςαι.-2010, Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, 2011
  • Ιωάννης Ασημάκης, Η Καθολική Εκκλησία στη Δυτική Θράκη : 1896-2006 , εκδ. Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκη, 2008
  • Ιωάννης Ασημάκης, Η πορεία των σχέσεων Ελλάδος - Αγίας Έδρας, 1820-1980 : Από τη γαλλική προστασία έως τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων, εκδ. Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκη, 2007
  • Δημήτριος Σαλάχας, «Διοίκηση και οργάνωση της Καθολικής Εκκλησίας. Σχέσεις Εκκλησίας και πολιτείας κατά την Καθολική Εκκλησία, με ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα », στο: Θεόδωρος Κοντίδης, (επίμ), Ο Καθολικισμός, εκδ.Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000, σελ.265-319
  • Π.Γρηγορίου, Σχέσεις καθολικών και Ορθοδόξων, Αθήναι, 1958
  • Ιωάννης Δελένδας, Οι καθολικοί της Σαντορίνης : Συμβολή στην ιστορία των Κυκλάδων, εκδ. Τυπ. Πολυβιοτεχνική, 1949
  • Φιλάρετος Βιτάλης, Η έν Ελλάδι δράσις των Ρωμαιοκαθολικών, Έν Αθήναις: Εκδοτική Αθήνων, 1963
  • Εμμανουήλ Καρπαθίου, Η λατινική προπαγάνδα και αι Κυκλάδες κατά τον ιη΄αιώνα, Εν Αθήναις, 1936
  • Αντωνίος Σιγάλας, Τα Εξωκλήσια της Σύρου μαρτυρούν την ελληνική καταγωγή των καθολικών κατοίκων της, (χ.ο.), 1968
  • Υπόμνημα των Ελλήνων Καθολικών προς την Δʹ Αναθεωρητικήν Βουλήν των Ελλήνων Δημοσίευση Αθήναι: Σύνδεσμος Ελλήνων Καθολικών Αθηνών, 1946
  • Θανάσης Κωτσάκης, «Δυτικοί έποικοι στη Νάξο. Η κοινωνική τους θέση», Ναξιακά, τχ.20 (58) (Μάρτιος-Μάιος 2006), σελ.20-28
  • Γεράσιμος Πεντόγαλος, «Λατίνοι επίσκοποι Κεφαλονιάς-Ζακύνθου», Δελτίον Αναγνωστικής Εταιρείας Κέρκυρας, τομ.11 (1974), σελ.145-178