Ιστορία της Ζάμπια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Ζάμπια έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1964. Προηγουμένως υπήρξε βρετανικό προτεκτοράτο. Οι απαρχές της ιστορίας της ανάγονται στην παλαιολιθική εποχή, οπότε και χρονολογούνται τα αρχαιότερα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης.

Πρώιμη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο χώρος που καταλαμβάνει το σημερινό κράτος παρουσιάζει έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον. Αρχαιολογικά ευρήματα καταδεικνύουν ότι η χώρα κατοικήθηκε από την Παλαιολιθική Εποχή. Το 1921 ανακαλύφθηκαν στα ορυχεία του Μπρόκεν Χιλ (στην πόλη Κάμπουε) λείψανα από τον «Άνθρωπο της Ροδεσίας» (Homo Rhodesiensis), που εμφανίζει συγγένεια με τον Άνθρωπο του Νεάντερταλ. Επίσης, άλλα ευρήματα αποδεικνύουν ότι υπήρχε έντονη ανθρώπινη παρουσία κατά την Εποχή του Σιδήρου και κατά τη Λίθινη Εποχή[1].

Γύρω στο 1000 π.Χ. εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Ζάμπια πρόγονοι της φυλής Τόγκα. Το 12ο αιώνα εγκαταστάθηκαν οι Σόνα Μπαντού και το 17ο με 18ο αιώνα συντελέστηκε η εγκατάσταση άλλων φυλών, από το Κονγκό και την Ανγκόλα. Στο νότο ήταν τμήμα της μεγάλης αυτοκρατορίας Μουένε Μουτάπα. Στα βόρεια και στα κεντρικά της χώρας ιδρύθηκε ηγεμονία από τους Κολόλο, το 19ο αιώνα.

Αποικιοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βρετανικό ενδιαφέρον κορυφώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Βρετανοί αφίχθησαν και εγκαταστάθηκαν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση από τους αυτόχθονες. Στη διάρκεια της παραμονής των Βρετανών, η πιο σημαντική φυλή ήταν οι Λόζι, με το ομώνυμο κρατίδιο.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση των πρώτων Ευρωπαίων, που συνέπεσε χρονικά με την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Μπουλαουάγιο, από τη Βρετανική Εταιρεία της Νότιας Αφρικής (1905-1909). Ήδη το 1889 η ανωτέρω εταιρεία σύναψε συνθήκη με τη φυλή Λόζι, η οποία επιζητούσε την προστασία των Βρετανών. Έτσι, οι Βρετανοί έθεσαν υπό τον έλεγχό τους τη λεγόμενη Βόρεια Ροδεσία. Η ανακάλυψη κοιτασμάτων χαλκού στα 1920 ενέτεινε το αποικιοκρατικό ενδιαφέρον. Την ίδια περίοδο, το 1924, η Βόρεια Ροδεσία έγινε βρετανικό προτεκτοράτο. Από το 1953 ως το 1963 η Ζάμπια αποτέλεσε μέρος της Κεντροαφρικανικής Ομοσπονδίας της Ροδεσίας και Νιασαλάνδης, η οποία συστάθηκε έπειτα από πιέσεις της μειονότητας των λευκών στη Νότια Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε). Η Ομοσπονδία αυτή περιελάμβανε τα σημερινά κράτη Ζάμπια, Ζιμπάμπουε και Μαλάουι (τότε Νιασαλάνδη). Το 1963 η Ομοσπονδία διαλύθηκε και τον επόμενο χρόνο η Βόρεια Ροδεσία έγινε ανεξάρτητο κράτος, στις 24 Οκτωβρίου, με την ονομασία Ζάμπια.

Ανεξαρτησία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτος πρόεδρος του ανεξάρτητου κράτους εξελέγη με μεγάλη πλειοψηφία ο εθνικιστής Κένεθ Καούντα, αρχηγός του Ενωμένου Εθνικού Κόμματος της Ανεξαρτησίας, ο οποίος εγκαθίδρυσε μονοκομματικό καθεστώς. Η κυβέρνησή του κρατικοποίησε τις ξένες εταιρείες και το 1972 ψήφισε Σύνταγμα, νομιμοποιώντας το καθεστώς του. Επίσης, υποστήριξε το κίνημα ανεξαρτησίας στη γειτονική Ζιμπάμπουε. Το 1980 η δυσαρέσκεια εναντίον του καθεστώτος εκδηλώθηκε με αποτυχημένο πραξικόπημα, ενώ τα επόμενα χρόνια αυξήθηκαν τα οικονομικά προβλήματα και οι βίαιες διαδηλώσεις. Ο Καούντα υποχρεώθηκε να προβεί σε διοικητικές μεταρρυθμίσεις και το 1990 η χώρα έγινε πολυκομματική δημοκρατία. Τον επόμενο χρόνο διεξήχθησαν οι πρώτες δημοκρατικές εκλογές, με συμμετοχή όλων των κομμάτων και πρόεδρος εξελέγη ο Φρέντερικ Τσιλούμπα, συνδικαλιστής και αρχηγός του Κινήματος για την Πολυκομματική Δημοκρατία. Η Αντιπολίτευση κατηγόρησε τον Τσιλούμπα για αντιδημοκρατικές μεθόδους διοίκησης , ωστόσο ο τελευταίος κέρδισε και τις εκλογές του 1996. Το Νοέμβριο του 1996 ο πρόεδρος κήρυξε τη χώρα σε εθνική επιφυλακή, εξαιτίας φόβων για νέες απόπειρες ανατροπής της κυβέρνησης. Τον Οκτώβριο του 1997 εκδηλώθηκε νέα απόπειρα πραξικοπήματος, για την οποία θεωρήθηκε υπαίτιος ο Καούντα. Ο πρώτος πρόεδρος της χώρας τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό ως το 1998 . Η Αντιπολίτευση συγκρότησε συνασπισμό κατά του κυβερνώντος κόμματος και κατήλθε στις εκλογές του 2001. Διάδοχος του Τσιλούμπα έγινε ο Λεβί Μουαναουάσα, έπειτα από τη διεξαγωγή των εκλογών το Δεκέμβριο του 2001. Ο νέος πρόεδρος ζήτησε την άρση ασυλίας του Τσιλούμπα και ο τελευταίος παραπέμφθηκε σε δίκη για διαφθορά, το 2003. Ο Μουαναουάσα κέρδισε και τις προεδρικές εκλογές στις 28 Σεπτεμβρίου του 2006, με 43% των ψήφων έναντι 29,4% για το Μάικλ Σάτα. Στις 9 Οκτωβρίου του 2006 διόρισε αντιπρόεδρο το Ρουπία Μπάντα. Μετά τον αδόκητο θάνατο του Μουαναουάσα, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο, στις 19 Αυγούστου του 2008, ανέλαβε προσωρινός πρόεδρος ο Μπάντα, ο οποίος κέρδισε στις προεδρικές εκλογές στα τέλη Οκτωβρίου του ιδίου έτους τον υποψήφιο της Αντιπολίτευσης, Μάικλ Σάτα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συλλογικό έργο, Παγκόσμιος Γεωγραφικός Άτλας, εκδ. ΔΟΜΗ, 2007, τ. 8, σελ. 508-531.
  1. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Α΄, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 295