Ιστορία της Αιγύπτου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Είσοδος στο Nαό του Λούξορ στην Αίγυπτο.

Η ιστορία της Αιγύπτου είναι μακρά και πλούσια. Η Αίγυπτος άκμασε για χιλιάδες χρόνια (από περίπου 8000 π.Χ.), με τον πολιτισμό της να είναι διάσημος για τις μεγάλες πολιτιστικές προόδους σε κάθε τομέα της ανθρώπινης γνώσης, από τις τέχνες και την επιστήμη μέχρι την τεχνολογία και τη θρησκεία. Ανάμεσα στα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου είναι η Μεγάλη Πυραμίδα της Γκίζας.[1] Μεγάλο μέρος της αρχαίας ιστορίας της ήταν ένα μυστήριο[2] έως ότου τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά αποκρυπτογραφήθηκαν με την ανακάλυψη και τη βοήθεια της Στήλης της Ροζέττας.[3]

Ο αρχαίος αιγυπτιακός πολιτισμός συγχωνεύτηκε γύρω στο 3150 π.Χ. με την πολιτική ενοποίηση της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου υπό τον πρώτο βασιλιά της Πρώτης Δυναστείας, Μήνη (ή Ναρμέρ).[1][4] Η κυριαρχία των γηγενών Αιγυπτίων διήρκεσε μέχρι την κατάκτηση της Αιγύπτου από την Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία τον 6ο αιώνα π.Χ.[5]

Το 332 π.Χ., ο Μακεδόνας ηγεμόνας Αλέξανδρος ο Μέγας κατέλαβε την Αίγυπτο καθώς ανέτρεψε τους Αχαιμενίδες και ίδρυσε τη βραχύβια Μακεδονική Αυτοκρατορία. Η Αυτοκρατορία αυτή οδήγησε στη δημιουργία της Δυναστείας των Πτολεμαίων, που ιδρύθηκε το 305 π.Χ. από έναν από τους πρώην στρατηγούς του Αλέξανδρου, τον Πτολεμαίο Α' Σωτήρα. Οι Πτολεμαίοι έπρεπε να πολεμήσουν τις εγγενείς εξεγέρσεις και συμμετείχαν σε ξένους και εμφυλίους πολέμους που οδήγησαν στην παρακμή της δυναστείας και στην τελική προσάρτησή της από τη Αρχαία Ρώμη. Ο θάνατος της Κλεοπάτρας το 30 π.Χ. τερμάτισε την ονομαστική ανεξαρτησία της Αιγύπτου, με αποτέλεσμα η Αίγυπτος να γίνει μια από τις επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η ρωμαϊκή κυριαρχία στην Αίγυπτο (συμπεριλαμβανομένης της Βυζαντινής) διήρκεσε από το 30 π.Χ. έως το 641 μ.Χ., με ένα σύντομο μεσοδιάστημα ελέγχου από τη Αυτοκρατορία των Σασσανιδών μεταξύ 619 και 629, γνωστή ως Σασσανική Αίγυπτος.[6] Μετά τη μουσουλμανική κατάκτηση της Αιγύπτου, τμήματα της Αιγύπτου έγιναν επαρχίες διαδοχικών χαλιφάτων και άλλων μουσουλμανικών δυναστειών: Χαλιφάτο Ρασιντούν (632-661), Χαλιφάτο των Ομεϋαδών (661-750), Χαλιφάτο των Αββασιδών (750-935), Χαλιφάτο των Φατιμιδών (909-1171), Σουλτανάτο των Αγιουβιδών (1171–1260) και Σουλτανάτο των Μαμελούκων (1250–1517).[7] Το 1517, ο Οθωμανός σουλτάνος Σελίμ Α' κατέλαβε το Κάιρο, ενσωματώνοντας την Αίγυπτο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Αίγυπτος παρέμεινε εξ ολοκλήρου οθωμανική μέχρι το 1867, εκτός από την περίοδο της γαλλικής κατοχής από το 1798 έως το 1801. Από το 1867, η Αίγυπτος έγινε ένα τυπικά αυτόνομο υποτελές κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ονομαζόταν Χεδιβάτο της Αιγύπτου. Το Χεδιβάτο πέρασε στο βρετανικό έλεγχο το 1882 μετά τον Αγγλοαιγυπτιακό πόλεμο. Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την Αιγυπτιακή Επανάσταση του 1919, ιδρύθηκε το Βασίλειο της Αιγύπτου. Κι ενώ ήταν de jure ανεξάρτητο κράτος, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε τον έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων, της άμυνας και άλλων θεμάτων. Η βρετανική κατοχή κράτησε μέχρι το 1954, οπότε και συνάφθηκε η Αγγλοαιγυπτιακή Συμφωνία του 1954.

Η σύγχρονη Δημοκρατία της Αιγύπτου ιδρύθηκε το 1953, και με την πλήρη απόσυρση των βρετανικών δυνάμεων από τη Διώρυγα του Σουέζ το 1956 σηματοδοτήθηκε για πρώτη φορά μετά από 2500 χρόνια η πλήρης ανεξαρτησίας της Αιγύπτου. Ο Πρόεδρος Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (πρόεδρος από το 1956 έως το 1970) εισήγαγε πολλές μεταρρυθμίσεις και δημιούργησε τη βραχύβια Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (με τη Συρία). Κατά τη διάρκεια της θητείας του διεξήχθη ο Πόλεμος των Έξι Ημερών και δημιουργήθηκε το διεθνές Κίνημα των Αδεσμεύτων. Ο διάδοχός του, ο Ανουάρ Σαντάτ (πρόεδρος από το 1970 έως το 1981) άλλαξε την τροχιά της Αιγύπτου, ενώ απομακρύνθηκε από πολλές από τις πολιτικές και τις οικονομικές αρχές του νασερισμού, εγκαθιδρύοντας εκ νέου ένα πολυκομματικό σύστημα και εγκαινιάζοντας την οικονομική πολιτική του λεγόμενου ανοίγματος ή «ινφιτάχ».[8] Ο Σαντάτ οδήγησε την Αίγυπτο στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973 για να ανακτήσει τη Χερσόνησο του Σινά, η οποία προσαρτήθηκε στο Ισραήλ μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Αυτό οδήγησε αργότερα στη Συνθήκη Ειρήνης Αιγύπτου-Ισραήλ.

Η πρόσφατη αιγυπτιακή ιστορία κυριαρχείται από γεγονότα μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια διακυβέρνησης του πρώην προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ. Η Αιγυπτιακή Επανάσταση του 2011 εξώθησε τον Μουμπάρακ σε παραίτηση και είχε ως αποτέλεσμα τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο στην αιγυπτιακή ιστορία, τον Μοχάμεντ Μόρσι. Οι αναταραχές μετά την επανάσταση του 2011 και οι σχετικές διαμάχες οδήγησαν στο Αιγυπτιακό Πραξικόπημα το 2013, στη φυλάκιση του Μόρσι και στην εκλογή του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στη θέση του προέδρου το 2014.

Προϊστορία (μέχρι το 3100 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τεχνουργήματα της Αιγύπτου από την προδυναστική περίοδο, από το 4400 έως το 3100 π.Χ. Πρώτη σειρά από πάνω αριστερά: βαδαρινό ειδώλιο από ελεφαντόδοντο, βάζο πολιτισμού Νακάντα II, ειδώλιο θεάς Μπατ. Δεύτερη σειρά: βάζο από διορίτη, μαχαίρι από πυριτόλιθο, και παλέτα καλλυντικών.
Χάρτης της Αρχαίας Αιγύπτου, που απεικονίζει τον Νείλο έως και τον πέμπτο καταρράκτη, και κύριες πόλεις και τοποθεσίες της Δυναστικής περιόδου (περ. 3150 π.Χ. έως 30 π.Χ.).

Η προϊστορία της Αιγύπτου εκτείνεται από την περίοδο από την πρώτη ανθρώπινη εγκατάσταση έως την αρχή της δυναστικής περιόδου γύρω στο 3100 π.Χ., ξεκινώντας από τον πρώτο Φαραώ, τον Μήνη. Η περίοδος αυτή χωρίζεται γενικά σε πολιτιστικές εποχές, καθεμία από τις οποίες πήρε το όνομά της από τον τόπο όπου ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά ένας συγκεκριμένος τύπος αιγυπτιακού οικισμού. Η συντριπτική πλειονότητα των προδυναστικών αρχαιολογικών ευρημάτων βρίσκεται στην Άνω Αίγυπτο, επειδή η λάσπη του ποταμού Νείλου αποτέθηκε περισσότερο στην περιοχή του δέλτα, θάβοντας πλήρως τις περισσότερες τοποθεσίες του δέλτα πολύ πριν από τη σύγχρονη εποχή.[9]

Οι λαοί της προδυναστικής Αιγύπτου ήταν οι διάδοχοι των παλαιολιθικών κατοίκων της βορειοανατολικής Αφρικής, οι οποίοι είχαν εξαπλωθεί σε μεγάλο μέρος της περιοχής της. Η τελική αποξήρανση της Σαχάρας δεν ολοκληρώθηκε παρά στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. Κατά τη διάρκεια χιλιάδων ετών οι άνθρωποι πρέπει να έχουν μεταναστεύσει από εκεί στην κοιλάδα του Νείλου, το περιβάλλον της οποίας βελτιώθηκε καθώς η περιοχή στέγνωσε. Κάποια στιγμή μετά το 5000 π.Χ., εισήχθη η καλλιέργεια των σιτηρών, πιθανώς σε κηπευτική κλίμακα, σε μικρούς τοπικούς πολιτισμούς που φαίνεται να είχαν εισχωρήσει προς τα νότια μέσω της Αιγύπτου στις οάσεις και στο Σουδάν. Οι παλαιότεροι γνωστοί νεολιθικοί πολιτισμοί στην Αίγυπτο που έχουν βρεθεί ήταν στη Μαρίμντα Μπανί Σαλάμα, στο νοτιοδυτικό άκρο του δέλτα, και πιο νοτιοδυτικά, στο αλ-Φαγιούμ. Άλλοι πολιτισμοί έχουν εντοπιστεί στη Δυτική Έρημο, στην περιοχή του Δεύτερου Καταρράκτη και βόρεια του Χαρτούμ. Στην Άνω Αίγυπτο έχουν βρεθεί ο τασιανός πολιτισμός και ο βαδαριανός πολιτισμός, οι οποίοι χρονολογούνται από τα τέλη της 5ης χιλιετίας π.Χ. Ο πολιτισμός Νακάντα, που πήρε το όνομά του από την κύρια τοποθεσία στη Νακάντα, είναι μια ξεχωριστή εποχή που διαδέχτηκε τον βαδαριανό πολιτισμό και διήρκησε μέχρι περίπου το 3100 π.Χ.[10]

Αρχαία Αίγυπτος (3100–332 π.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαϊκή περίοδος και Παλαιό Βασίλειο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 3150 π.Χ σχηματίστηκε ένα ενιαίο βασίλειο από την ενοποίηση της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου από τον βασιλιά Μήνη (ή Ναρμέρ),[11] οδηγώντας σε μια σειρά από δυναστείες που κυβέρνησαν την Αίγυπτο για τις επόμενες τρεις χιλιετίες. Ο αιγυπτιακός πολιτισμός άκμασε κατά τη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου και παρέμεινε αμιγώς αιγυπτιακός στη θρησκεία, στις τέχνες, στη γλώσσα και στα έθιμά του. Η αρχή της ιστορικής περιόδου χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή γραπτών αρχείων με τη μορφή ονομάτων βασιλικών ετών—τα αρχεία που αργότερα συγκεντρώθηκαν σε έγγραφα όπως η Στήλη του Παλέρμο.[10]

Η Μεγάλη Σφίγγα και οι Πυραμίδες της Γκίζας, που χτίστηκαν κατά τη διάρκεια του Παλαιού Βασιλείου.

Οι δύο πρώτες κυρίαρχες δυναστείες μιας ενοποιημένης Αιγύπτου έθεσαν το σκηνικό για την περίοδο του Παλαιού Βασιλείου (περίπου 2700–2200 π.Χ.), κατα τη διάρκεια του οποίου κατασκευάστηκαν πολλές πυραμίδες, με πιο αξιοσημείωτες την πυραμίδα του Ζοζέρ της Τρίτης Δυναστείας[12] και τις πυραμίδες της Γκίζας της Τέταρτης Δυναστείας.

Πρώτη μεταβατική περίοδος, Μέσο βασίλειο και Δεύτερη μεταβατική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πρώτη μεταβατική περίοδος εγκαινίασε μια εποχή πολιτικών αναταραχών για περίπου 150 χρόνια.[13] Ωστόσο, οι ισχυρότερες πλημμύρες του Νείλου και η σταθεροποίηση της κυβέρνησης επανέφεραν την ανανεωμένη ευημερία στη χώρα στο Μέσο βασίλειο περίπου το 2040 π.Χ., φτάνοντας στο απόγειο κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Φαραώ Αμενεμχέτ Γ'. Η Δεύτερη μεταβατική περίοδος προανήγγειλε την άφιξη της πρώτης ξένης κυρίαρχης δυναστείας στην Αίγυπτο, εκείνης των σημιτόφωνων Υξώς (ή Υκσώς).[14] Οι εισβολείς Υξώς κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Κάτω Αιγύπτου γύρω στο 1650 π.Χ. και ίδρυσαν μια νέα πρωτεύουσα στην Άβαρις. Εκδιώχθηκαν από τις δυνάμεις της Άνω Αιγύπτου με επικεφαλής τον Άμωσις Α΄, ο οποίος ίδρυσε τη 18η Δυναστεία και μετέφερε την πρωτεύουσα από τη Μέμφιδα στις Θήβαι.

Αιγυπτιακοί αριθμοί: ιερογλυφικά, ιερατικά και δημοτικά αριθμητικά σύμβολα (στα γερμανικά από πάνω: μονάδες, δεκάδες, εκατοντάδες και χιλιάδες).

Νέο βασίλειο, Τρίτη μεταβατική περίοδος και Ύστερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Νέο βασίλειο (περίπου 1550–1070 π.Χ.) ξεκίνησε με τη 18η Δυναστεία, σηματοδοτώντας την άνοδο της Αιγύπτου ως ισχυρής δύναμης που επεκτάθηκε, στη μεγαλύτερη έκτασή της, νότια ως το Τόμπος στη Νουβία, και ανατολικά σε τμήματα του Λεβάντε. Αυτή η περίοδος περιλαμβάνει μερικούς από τους πιο γνωστούς Φαραώ, όπως ο Χατσεψούτ, ο Τούθμωσις Γ΄, ο Ακενατόν και η σύζυγός του Νεφερτίτη, ο Τουταγχαμών και ο Ραμσής Β΄. Η πρώτη ιστορικά επιβεβαιωμένη έκφραση του μονοθεϊσμού ήρθε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ως ατενισμός. Οι συχνές επαφές με άλλα έθνη έφεραν νέες ιδέες στο Νέο Βασίλειο. Η χώρα αργότερα κατελήφθη από τους Λίβυους, Νούβιους και Ασσύριους, αλλά οι γηγενείς Αιγύπτιοι τους εκδίωξαν και επανέκτησαν τον έλεγχο της χώρας τους.[15]

Τον 6ο π.Χ., η Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία κατέλαβε την Αίγυπτο. Ολόκληρη η 27η Δυναστεία της Αιγύπτου, από το 525 π.Χ. έως το 402 π.Χ., εκτός από αυτή με τον Πετούμπαστη Γ', ήταν περίοδος εξ ολοκλήρου περσικής κυριαρχίας, με τους βασιλείς των Αχαιμενιδών να λαμβάνουν τον τίτλο του Φαραώ. Η 30η Δυναστεία ήταν η τελευταία αμιγώς αιγυπτιακή δυναστεία κατά τη διάρκεια της φαραωνικής εποχής. Έπεσε ξανά στους Πέρσες το 343 π.Χ., αφού ο τελευταίος γηγενής Φαραώ, ο Νεκτανεβώ Β΄, ηττήθηκε σε μάχη.[16]

Ελληνορωμαϊκή Αίγυπτος (332 π.Χ - 641 μ.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασίλισσα των Πτολεμαίων Κλεοπάτρα και ο γιος της από τον Ιούλιο Καίσαρα, Καισαρίων, στο Συγκρότημα Ναού στα Δένδερα.

Ελληνική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 332 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος ανέτρεψε την Αχαιμενική Αυτοκρατορία. Μετά το θάνατό του, οι στρατηγοί του χώρισαν τις σατραπίες της αυτοκρατορίας του.[17] Η Δυναστεία των Πτολεμαίων, η οποία αποτελούσε ένα ισχυρό βασιλικό οίκο της ελληνιστικής περιόδου, έλεγχε την περιοχή που εκτεινόταν από τη νότια Συρία στα ανατολικά, μέχρι την Κυρήνη στα δυτικά, και νότια μέχρι τα σύνορα με τη Νουβία. Η Αλεξάνδρεια έγινε πρωτεύουσα και κέντρο του ελληνικού πολιτισμού και του εμπορίου. Για να ξεχωρίσουν σε σχέση με τον ιθαγενή αιγυπτιακό πληθυσμό, οι Πτολεμαίοι ονόμασαν τους εαυτούς τους διαδόχους των Φαραώ. Αργότερα, υιοθέτησαν τις αιγυπτιακές παραδόσεις, απεικονίζονταν σε δημόσια μνημεία με αιγυπτιακό στυλ και ενδυμασία, και συμμετείχαν στην αιγυπτιακή θρησκευτική ζωή.[18][19]

Οι Πτολεμαίοι αντιμετώπισαν εξεγέρσεις γηγενών Αιγυπτίων, που συχνά προκλήθηκαν από αισθήματα μίσους προς ένα ανεπιθύμητο καθεστώς, και ενεπλάκησαν σε ξένους και εμφυλίους πολέμους που οδήγησαν στην παρακμή του βασιλείου και στην προσάρτησή του από τη Ρώμη. Ο ελληνιστικός πολιτισμός, ωστόσο, συνέχισε να ευδοκιμεί στην Αίγυπτο πολύ μετά και τη μουσουλμανική κατάκτηση, και μαζί με αυτόν συνέχισε να συνυπάρχει και ο γηγενής αιγυπτιακός/κοπτικός πολιτισμός (η ίδια η κοπτική γλώσσα ήταν η πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα της Αιγύπτου τουλάχιστον μέχρι τον 10ο αιώνα). Η τελευταία βασίλισσα της δυναστείας των Πτολεμαίων ήταν η Κλεοπάτρα.

Η Κρεμαστή Εκκλησία του Καΐρου που χτίστηκε για πρώτη φορά τον 3ο ή 4ο αιώνα, είναι μια από τις πιο διάσημες κοπτικές ορθόδοξες εκκλησίες στην Αίγυπτο.

Ρωμαϊκή κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αίγυπτος έγινε γρήγορα η "σιταποθήκη" της Αυτοκρατορίας παρέχοντας το μεγαλύτερο μέρος των σιτηρών, εκτός από λινάρι, πάπυρο, γυαλί και πολλά άλλα τελικά προϊόντα. Η πόλη της Αλεξάνδρειας έγινε το βασικό εμπορικό φυλάκιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τα πλοία από την Αίγυπτο μετακινούνταν τακτικά προς την Ινδία και την Αιθιοπία, μεταξύ άλλων διεθνών προορισμών.[20] Ήταν επίσης ένα από τα κορυφαία (αν όχι το κορυφαίο) επιστημονικό και τεχνολογικό κέντρο της Αυτοκρατορίας. Μελετητές όπως ο Κλαύδιος Πτολεμαίος, η Υπατία και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς άνοιξαν νέους δρόμους στην αστρονομία, στα μαθηματικά και σε άλλους επιστημονικούς τομείς. Η πόλη της Αλεξάνδρειας κατά καιρούς συναγωνιζόταν τη Ρώμη ως προς τον πλούτο του πολιτισμού της.[21]

Ο χριστιανισμός έφτασε στην Αίγυπτο σχετικά νωρίς κατά τη διάρκεια της ευαγγελικής περιόδου του 1ου αιώνα μ.Χ. (παραδοσιακά αποδίδεται στον Ευαγγελιστή Μάρκο).[22] Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και η Αντιόχεια της Συρίας έγιναν γρήγορα τα κορυφαία κέντρα του χριστιανισμού.[23] Η ηγεμονία του Διοκλητιανού σηματοδότησε τη μετάβαση από την κλασική ρωμαϊκή στην ύστερη αρχαιότητα/βυζαντινή εποχή στην Αίγυπτο, όταν μεγάλος αριθμός Αιγυπτίων Χριστιανών υπέστησαν διωγμούς. Την εποχή εκείνη η Καινή Διαθήκη είχε μεταφραστεί στα αιγυπτιακά. Μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ., ιδρύθηκε η Κοπτική Ορθόδοξη Εκκλησία με κανονική δικαιοδοσία.[24]

Η Σασσανική Αίγυπτος αποτελεί μια περίοδο σύντομης κατάληψης της Αιγύπτου και τμημάτων της Λιβύης από την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Η κατάληψη αυτή διήρκεσε από το 619 έως το 629, έως ότου ο Σασσανίδης βασιλιάς Σαρβαραζάς της Περσίας έκανε συμμαχία με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ηράκλειο, ο οποίος επανέκτησε τον έλεγχο της Αιγύπτου.[16]

Μεσαιωνική Αίγυπτος (641-1517)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες μπόρεσαν να διατηρήσουν τον έλεγχο της χώρας μέχρι το 641, όταν η Αίγυπτος πέρασε στον έλεγχο των Αράβων κατακτητών.[25][26] Η απώλεια της Αιγύπτου ήταν ανυπολόγιστης αξίας για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η οποία βασιζόταν στην Αίγυπτο για πολλά γεωργικά και βιομηχανικά αγαθά.

Οι μουσουλμάνοι ηγέτες που ορίστηκαν από το Ισλαμικό Χαλιφάτο διατήρησαν τον έλεγχο της Αιγύπτου για τους επόμενους έξι αιώνες, με το Κάιρο να ορίζεται ως η έδρα του Χαλιφάτου των Φατιμιδών. Μετά το τέλος της κουρδικής δυναστείας των Αγιουβιδών, οι Μαμελούκοι, μια τουρκο-κιρκάσια στρατιωτική κάστα, ανέλαβαν τον έλεγχο της Αιγύπτου περίπου το 1250 μ.Χ. Οι Μαμελούκοι συνέχισαν να κυβερνούν τη χώρα μέχρι την κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1517, μετά την οποία έγινε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[27]

Η εποχή της μουσουλμανικής κατάκτησης ήταν εκείνη κατά την οποία η Αίγυπτος απέρριψε την κληρονομιά του παρελθόντος για να ασπαστεί μια νέα γλώσσα και μια νέα θρησκεία — με άλλα λόγια, έναν νέο πολιτισμό. Ενώ είναι αλήθεια ότι το παρελθόν σε καμία περίπτωση δεν εγκαταλείφθηκε αμέσως και τελείως και ότι πολλές πτυχές της αιγυπτιακής ζωής, ιδιαίτερα της αγροτικής ζωής, συνέχισαν ουσιαστικά αμετάβλητες, είναι ωστόσο σαφές ότι ο πολιτισμός της ισλαμικής Αιγύπτου διέφερε ριζικά από τον πολιτισμό της προηγούμενης ελληνορωμαϊκής περιόδου και μεταμορφώθηκε υπό τις επιπτώσεις της δυτικής κατοχής. Η μετέπειτα ιστορία της Αιγύπτου είναι επομένως σε μεγάλο βαθμό μια μελέτη των διαδικασιών με τις οποίες εξελίχθηκε ο αιγυπτιακός ισλαμικός πολιτισμός, ιδιαίτερα οι διαδικασίες αραβοποίησης και εξισλαμισμού. Σε όλη αυτή την περίοδο η Αίγυπτος είναι μέρος μιας μεγάλης παγκόσμιας αυτοκρατορίας και μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, η ιστορία της Αιγύπτου είναι μια καταγραφή του μακροχρόνιου αγώνα της να κυριαρχήσει σε μια αυτοκρατορία - έναν αγώνα που δεν είναι χωρίς παραλληλισμούς, φυσικά, τόσο στους αρχαίους όσο και στους σύγχρονους χρόνους.[7]

Κατά την περίοδο των Μαμελούκων η Αίγυπτος έγινε το ασυναγώνιστο πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της ανατολικής αραβόφωνης ζώνης του μουσουλμανικού κόσμου. Την εποχή αυτή, η αραβοποίηση της Αιγύπτου πρέπει να είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Τα αραβικά ήταν η γλώσσα της γραφειοκρατίας από τις αρχές του 8ου αιώνα και η γλώσσα της θρησκείας και του πολιτισμού ακόμη περισσότερο. Επιπλέον, η επικράτηση της αραβικής ως γραπτής και προφορικής γλώσσας επιβεβαιώνεται από την ανακάλυψη στη γενίζα (αποθήκη) μιας συναγωγής του Καΐρου χιλιάδων επιστολών και εγγράφων - που ονομάζονται Έγγραφα Γενίζα - που χρονολογούνται από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα. Αν και κάποια γραμμένα με εβραϊκούς χαρακτήρες, η πραγματική γλώσσα των περισσότερων από αυτά τα έγγραφα είναι τα αραβικά, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα αραβικά χρησιμοποιούνταν ευρέως ακόμη και από μη μουσουλμάνους. Στο εμπόριο και στις συναλλαγές, η περίοδος των Μαμελούκων σηματοδότησε το ζενίθ της μεσαιωνικής αιγυπτιακής οικονομικής ιστορίας, αν και μέχρι τον 15ο αιώνα η εμπορική σημασία της Αιγύπτου επιδεινώθηκε.[28]

Πρώιμη σύγχρονη Αίγυπτος (1517-1914)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σφαγή των Μαμελούκων στο Κάιρο με εντολή του Μεχμέτ Αλή το 1811.

Το Εγιαλέτι της Αιγύπτου λειτούργησε ως διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1517 έως το 1867, με μια διακοπή κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής από το 1798 έως το 1801. Προέκυψε ως αποτέλεσμα της κατάκτησης της Αιγύπτου των Μαμελούκων από τους Οθωμανούς το 1517, μετά τον οθωμανο-μαμελούκικο πόλεμο (1516-17).[27] Η Αίγυπτος παρέμεινε ημι-αυτόνομη υπό τους Μαμελούκους έως ότου οι γαλλικές δυνάμεις του Ναπολέοντα εισέβαλαν το 1798. Μετά την εκδίωξη των Γάλλων από τις αγγλοτουρκικές δυνάμεις το 1801, ο Μεχμέτ Αλή Πασάς, Αλβανός στρατιωτικός διοικητής του οθωμανικού στρατού στην Αίγυπτο, κατέλαβε την εξουσία το 1805 και ίδρυσε το Χεδιβάτο της Αιγύπτου το 1867, το οποίο έλαβε το καθεστώς του αυτόνομου υποτελούς κράτους.[29] Το Χεβιδάτο περέμεινε de jure οθωμανική επαρχία μέχρι το 1914, οπότε και πέρασε στον έλεγχο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, η Αίγυπτος αξιοποιήθηκε ως πηγή φορολόγησης προς όφελος μιας αυτοκρατορικής κυβέρνησης και ως βάση για εξωτερική επέκταση. Η οικονομική παρακμή που είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια των Μαμελούκων συνεχίστηκε και μαζί της ήρθε μια παρακμή στον αιγυπτιακό πολιτισμό. Αν και η οθωμανική πολιτική ήταν προσανατολισμένη στις αυτοκρατορικές και όχι στις αιγυπτιακές ανάγκες, ήταν προφανώς προς όφελος των ηγεμόνων να παράσχουν μια σταθερή κυβέρνηση που θα διατηρούσε την αιγυπτιακή γεωργία σε υψηλό επίπεδο παραγωγικότητας και θα προωθούσε το διαμετακομιστικό εμπόριο. Οι Οθωμανοί το πέτυχαν αυτό σε κάποιο βαθμό, ωστόσο, οι πολιτικές τους υπονομεύτηκαν από την πρώην ελίτ των Μαμελούκων, οι οποίοι παρόλο που συνεργάζονταν με την οθωμανική κυβέρνηση, συχνά την αψηφούσαν και τελικά της επιβλήθηκαν.[30]

Όταν ανέλαβε ο Μεχμέτ Αλή Πασάς, αναδιοργάνωσε την αιγυπτιακή κοινωνία στον απόηχο της ναπολεόντειας κατοχής, εξαλείφοντας τα υπολείμματα των Μαμελούκων, περιορίζοντας τους γηγενείς εμπόρους και τεχνίτες και καταπνίγοντας τις εξεγέρσεις των αγροτών. Εθνικοποίησε το μεγαλύτερο μέρος της γης, εισήγαγε τη δυνατότητα καλλιέργειας της γης προς εμπορική εκμετάλλευση και προσπάθησε να αναπτύξει τη σύγχρονη βιομηχανία, αλλά οι προσπάθειές του υπονομεύτηκαν από την έλλειψη εκπαιδευμένων εργατών, τις καταστροφικές συνέπειες της υπερβολικής φορολόγησης και μια ευρεία δυσαρέσκεια ως προς τη στρατολόγηση των αγροτών.[29]

Βρετανική κυριαρχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγγλο-αιγυπτιακός πόλεμος το 1882.

Οι Βρετανοί ασκούσαν έμμεση κυριαρχία στην Αίγυπτο από το 1882 έως το 1914, όταν κατάφεραν να νικήσουν τον Αιγυπτιακό Στρατό στο Τελ ελ-Κεμπίρ και πήραν τον έλεγχο της χώρας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το Χεδιβάτο της Αιγύπτου παρέμεινε αυτόνομη επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η βρετανική κατοχή δεν είχε νομική βάση, αλλά αποτελούσε de facto προτεκτοράτο της χώρας. Η Αίγυπτος επομένως δεν ήταν μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισε να συμμετάσχει στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, η Βρετανία ανακήρυξε την Αίγυπτο ως προτεκτοράτο της (Σουλτανάτο της Αιγύπτου). Το προτεκτοράτο αυτό κράτησε έως το 1922, όταν η Βρετανική Αυτοκρατορία εξέδωσε τη Μονομερή Διακήρυξη της Αιγυπτιακής Ανεξαρτησίας, οπότε και δημιουργήθηκε το Βασίλειο της Αιγύπτου. Η νέα κυβέρνηση συνέταξε και εφάρμοσε το Σύνταγμα του 1923 βασισμένο σε κοινοβουλευτικό σύστημα. Η βρετανική στρατιωτική παρουσία στην Αίγυπτο διήρκεσε μέχρι το 1956.[31]

Ύστερη σύγχρονη Αίγυπτος (1914-σήμερα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νέο βασίλειο είχε τη μορφή συνταγματικής μοναρχίας. Το Σύνταγμα του 1923, βασισμένο σε αυτό του Βελγίου, καθόρισε τις εκτελεστικές εξουσίες του βασιλιά και ίδρυσε ένα νομοθετικό σώμα με δύο βουλές. Ο εκλογικός νόμος προέβλεπε την καθολική ψηφοφορία των ανδρών και την έμμεση εκλογή των βουλευτών στη Συνέλευση. Η Γερουσία ήταν μισή εκλεγμένη και μισή διορισμένη. Στην πράξη, ο αιγυπτιακός συνταγματισμός αποδείχθηκε τόσο απατηλός όσο και η αιγυπτιακή ανεξαρτησία. Κι αυτό διότι διεξαγόταν συνεχώς πολιτικός αγώνας μεταξύ τριών ομάδων εξουσίας - του βασιλιά, του κόμματος Βάφντ (εθνικιστική πολιτική οργάνωση ευρείας βάσης) και των Βρετανών.[32]

Ο Νάσερ επευφημείται από υποστηρικτές το 1956, μετά την ανακοίνωση της κρατικοποίησης της Διώρυγας του Σουέζ.
Σαντάτ και Μπέγκιν το 1978.

Στα μέσα του αιώνα η Αίγυπτος ήταν ώριμη για επανάσταση. Οι πολιτικές ομάδες τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς πίεσαν για ριζοσπαστικές εναλλακτικές. Από μια σειρά διεκδικητών για την εξουσία, ήταν ένα κίνημα στρατιωτικών συνωμοτών -των Ελεύθερων Αξιωματικών με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ- που ανέτρεψε τη μοναρχία με ένα πραξικόπημα το 1952. Το 1953, η Αίγυπτος έγινε επίσημα Δημοκρατία, και μετά την Αγγλοαιγυπτιακή Συμφωνία, τα βρετανικά στρατεύματα εκκενώθηκαν σταδιακά από τη Διώρυγα του Σουέζ μέχρι το 1956.[33] Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του (1956-1970), ο Νάσερ δημιούργησε τη βραχύβια Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (1958–61), πολέμησε δύο φορές με το Ισραήλ (1956, 1967) και συμμετείχε σε διαραβικές πολιτικές, όπως η μεσολάβηση στον εμφύλιο πόλεμο της Ιορδανίας (1970). Και παρόλο που έχασε σε δύο πολέμους, ο Νάσερ κατάφερε να κερδίσει την - μερικές φορές - υστερική υποστήριξη των αραβικών μαζών σε όλη τη Μέση Ανατολή, κάτι το οποίο κανένας άλλος Άραβας ηγέτης στη σύγχρονη εποχή δεν το κατάφερε.[34]

Ο Νάσερ πέθανε το 1970, τον οποίο διαδέχτηκε ο αντιπρόεδρός του, Ανουάρ Σαντάτ. Η εποχή του Σαντάτ ξεκίνησε πραγματικά με τον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973. Ο πόλεμος ήταν το αποτέλεσμα των συνεχόμενων εντάσεων κατά μήκος της ζώνης του καναλιού. Και παρόλο που η Αίγυπτος δεν είχε αυταπάτες ότι το Ισραήλ μπορούσε να νικηθεί, κατάφερε να προσαρτήσει τη Χερσόνησο του Σινά. Λίγα χρόνια αργότερα, ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, για τις οποίες ο Σαντάτ και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν έλαβαν το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.[35] Υπό την ηγεσία τους, η Αίγυπτος και το Ισραήλ έκαναν ειρήνη μεταξύ τους το 1979.[36] Η αδυναμία του Σαντάτ, ωστόσο, μέσω της συμφωνίας να διασφαλίσει τα νόμιμα δικαιώματα των Παλαιστινίων οδήγησε στην απώλεια της οικονομικής υποστήριξης των αραβικών κρατών και στην αποβολή της Αιγύπτου από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Η δημοφιλία του Σαντάτ έπεσε δραματικά λόγω της εσωτερικής αντίθεσης στη συνθήκη, μιας επιδεινούμενης οικονομικής κρίσης και της καταστολής της δημόσιας δυσαρέσκειας. Το 1981, ο Σαντάτ δολοφονήθηκε από τα μέλη της Αιγυπτιακής Ισλαμικής Τζιχάντ, κάτι το οποίο ο λαός το δέχτηκε με εκκωφαντική ηρεμία.[35]

Συγκέντρωση διαδηλωτών στην πλατεία Ταχρίρ του Καΐρου στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Τον Σαντάτ διαδέχτηκε ο αντιπρόεδρος του, Χόσνι Μουμπάρακ. Αρχικά, ο Μουμπάρακ κράτησε μια μετριοπαθή στάση ως προς τη συμφωνία για να διασφαλίσει την επιστροφή της Χερσονήσου του Σινά. Ταυτόχρονα, απελευθέρωσε τους πολιτικούς κρατούμενους και προσπάθησε να ανατρέψει την επιδείνωση των οικονομικών προβλημάτων της χώρας. Η αντίθεση, ωστόσο, σε μια ποικιλία πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών πολιτικών συνεχίστηκε, κυρίως μεταξύ των δυσαρεστημένων εργατικών και θρησκευτικών ομάδων. Στα τέλη της δεκαετίας 1980, η πτώση των τιμών του πετρελαίου, η μείωση του αριθμού των εμβασμάτων από εργαζόμενους του εξωτερικού, και το αυξανόμενο δημόσιο χρέος οδήγησαν τη χώρα στο ΔΝΤ. Η πολιτική στην Αίγυπτο συνέχισε να ακολουθεί αυταρχικά πρότυπα, με τον Μουμπάρακ να εκλέγεται συνεχώς το 1987, 1993, 1999, 2005, και το 2010, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούνταν αυξανόμενη λογοκρισία και περιορισμός της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου. Στον αγώνα ενάντια στην ισλαμιστική τρομοκρατία, το καθεστώς Μουμπάρακ κατέφυγε στην προληπτική κράτηση και, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, σε βασανιστήρια. Οι Αιγύπτιοι τρομοκράτες, από την πλευρά τους, δολοφόνησαν υπουργούς, κυβερνητικούς αξιωματούχους, ακόμα και τουρίστες. Οι εσωτερικές εντάσεις αυξήθηκαν, καθώς το καθεστώς Μουμπάρακ συνέχισε να καταστέλλει την αντιπολίτευση, συλλαμβάνοντας ηγέτες αντιφρονούντων και περιορίζοντας την πολιτική έκφραση.[37]

Τον Ιανουάριο του 2011, ξέσπασαν διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος Μουμπάρακ ενάντια στη διαφθορά, στην πολιτική καταστολή και στη φτώχεια. Μετά από 17 μέρες διαδηλώσεων, και με τον στρατό να αρνείται να χρησιμοποιήσει βία κατά των διαδηλωτών, ο Μουμπάρακ παραιτήθηκε.[38]

Υποστηρικτές του έκπτωτου προέδρου Μόρσι διαδηλώνουν στη Νταμιέτα στις 5 Ιουλίου 2013.

Οι εκλογές για την ανάδειξη προέδρου διεξήχθησαν τον Ιούνιου του 2012. Ο Μοχάμεντ Μόρσι, επικεφαλής του Κόμματος Ελευθερίας και Δικαιοσύνης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, ανακηρύχθηκε νικητής των προεδρικών εκλογών.[39] Κάποιους μήνες μετά την εκλογή του, η χειροτέρευση των οικονομικών συνθηκών της χώρας, η χειροτέρευση των δημόσιων υπηρεσιών και μια σειρά από σεχταριστικά επεισόδια επιδείνωσαν την πολιτική πόλωση και ενίσχυσαν την αντίθεση στην εξουσία του. Οι συγκρούσεις μεταξύ των υποστηρικτών και των επικριτών του στα τέλη Ιουνίου 2013 κορυφώθηκαν με μαζικές διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα. Μετά την αδυναμία του να κατευνάσει τους διαδηλωτές, ο στρατός τον απομάκρυνε από την προεδρία. Ο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι — ο οποίος είχε ηγηθεί της ανατροπής του Μόρσι — άφησε τον στρατό για να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος και εξελέγη το 2014.[40]

Ο Μόρσι αντιμετώπισε χωριστές δίκες για διάφορα αδικήματα. Το 2015, καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκιση για υποκίνηση βίας εναντίον διαδηλωτών, σε θάνατο για τον φερόμενο ρόλο του σε πράξεις βίας που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια μιας μαζικής διακοπής από τη φυλακή που έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2011, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης κατά του Μουμπάρακ, και σε ισόβια κάθειρξη για συνωμοσία με ξένες μαχητικές ομάδες για τη διάπραξη τρομοκρατικών ενεργειών στην Αίγυπτο. Το 2016, αιγυπτιακό δικαστήριο ακύρωσε τη θανατική ποινή του Μόρσι και την ισόβια κάθειρξη εναντίον του και διέταξε εκ νέου δίκη. Λόγω των δύσκολων συνθηκών διαβίωσης στις φυλακές, η υγεία του χειροτέρευσε. Ως αποτέλεσμα, το 2019, ο Μόρσι κατέρρευσε σε δικαστική αίθουσα και λίγο αργότερα διαπιστώθηκε ο θάνατός του.[40]

Μετά την εκλογή του Σίσι, η Αίγυπτος επανήλθε στην απολυταρχία, με την καταπίεση της δυσαρέσκειας, τον περιορισμό της πολιτικής δραστηριότητας, και τον έλεγχο της κυβέρνησης επί των διαδηλώσεων, των μέσων ενημέρωσης και των μη κυβερνητικών οργανώσεων. Παρά τις προσπάθειές του, ο Σίσι δεν κατάφερε να βελτιώσει τα οικονομικά της χώρας, καθώς αναγκάστηκε να προσφύγει στο ΔΝΤ το 2016, όπως επίσης δεν κατάφερε να ελέγξει τις διάσπαρτες τρομοκρατικές επιθέσεις. Όπως ήταν αναμενόμενο, στις εκλογές του 2018, κατάφερε μια συντριπτική νίκη, λαμβάνοντας περισσότερο από το 97% των ψήφων. Η νίκη αυτή του έδωσε τη δυνατότητα να προχωρήσει σε ένα σύνολο συνταγματικών τροποποιήσεων που ισχυροποιούσαν την προεδρία κι ενίσχυαν περαιτέρω τον στρατό στη χάραξη της πολιτικής.[41]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Ancient Egypt». World History Encyclopedia (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. 
  2. Editors, History com. «Ancient Egypt». HISTORY (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. 
  3. «Everything you ever wanted to know about the Rosetta Stone - British Museum Blog». British Museum Blog - Explore stories from the Museum (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. 
  4. «ancient Egypt | History, Government, Culture, Map, & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. 
  5. «The Achaemenid Persian Empire (550–330 B.C.)». www.metmuseum.org. Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. 
  6. Sänger, Patrick. "The Administration of Sasanian Egypt: New Masters and Byzantine Continuity." Greek, Roman, and Byzantine Studies 51.4 (2011): 653-665.
  7. 7,0 7,1 «Egypt - From the Islamic conquest to 1250 | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2022. 
  8. «infitah | Egypt, Policy, Meaning, & Economics | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. 
  9. Redford, Donald (1992). Egypt, Canaan, and Israel in ancient times. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-03606-9. 
  10. 10,0 10,1 «ancient Egypt - The Predynastic and Early Dynastic periods | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 2022. 
  11. «Menes | Pharaoh, Accomplishments, Definition, History, & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022. 
  12. «Djoser | Reign, Pyramid, Tomb, Egypt, & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022. 
  13. «BBC - History - Ancient History in depth: The Fall of the Egyptian Old Kingdom». www.bbc.co.uk (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022. 
  14. Polignosi. «Υκσώς ή Υξώς». www.polignosi.com. Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022. 
  15. «Ancient Sudan~ Nubia: History: The Kushite Conquest of Egypt». web.archive.org. 5 Ιανουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022. 
  16. 16,0 16,1 "EGYPT i. Persians in Egypt in the Achaemenid period". iranicaonline.org (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022.
  17. «Argead Dynasty | Macedonian ruling house | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022. 
  18. Bowman, Alan K (1996). Egypt after the Pharaohs 332 BC – AD 642 (2nd ed.). Berkeley: University of California Press. pp. 25–26. ISBN 978-0-520-20531-4.
  19. Stanwick, Paul Edmond (2003). Portraits of the Ptolemies: Greek kings as Egyptian pharaohs. Austin: University of Texas Press. ISBN 978-0-292-77772-9.
  20. Riggs, Christina (21 Ιουνίου 2012). The Oxford Handbook of Roman Egypt. OUP Oxford. ISBN 978-0-19-957145-1. 
  21. Olson, Roger E. (20 Αυγούστου 2009). The Story of Christian Theology: Twenty Centuries of Tradition and Reform. InterVarsity Press. ISBN 978-0-8308-7736-2. 
  22. «Egypt». Berkley Center for Religion, Peace, and World Affairs | Georgetown University. Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022. 
  23. Nash, John F. (14 Φεβρουαρίου 2008). Christianity: the One, the Many: What Christianity Might Have Been and Could Still Become Volume 1. Xlibris Corporation. ISBN 978-1-4628-2571-4. 
  24. Kamil, Jill. Coptic Egypt: History and Guide. Cairo: American University in Cairo, 1997. σελ. 39.
  25. Kennedy, Hugh (1998). Petry, Carl F., επιμ. Egypt as a province in the Islamic caliphate, 641–868. The Cambridge History of Egypt. 1. Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 62–85. ISBN 978-0-521-47137-4. 
  26. «Egypt - Cultural institutions | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2022. 
  27. 27,0 27,1 «Mamlūk dynasty summary | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2022. 
  28. «Egypt - The Mamluk and Ottoman periods (1250–1800) | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2022. 
  29. 29,0 29,1 «Muḥammad ʿAlī summary | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2022. 
  30. «Egypt - The Ottomans (1517–1798) | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2022. 
  31. «Egypt» (στα αγγλικά). The World Factbook (Central Intelligence Agency). 2022-01-12. https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/egypt/#government. 
  32. «Egypt - World War I and independence | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2022. 
  33. «Egypt - The revolution and the Republic | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2022. 
  34. «Gamal Abdel Nasser | Biography & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2022. 
  35. 35,0 35,1 «Egypt - The Sadat regime | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2022. 
  36. «Anwar Sadat | Biography, History, & Assassination | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2022. 
  37. «Egypt - The Mubarak regime | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2022. 
  38. «Egypt - Unrest in 2011: January 25 Revolution | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 2022. 
  39. «Egypt - Transition to an elected government | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2022. 
  40. 40,0 40,1 «Mohamed Morsi | Biography, History, Education, & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2022. 
  41. «Egypt - Return to authoritarianism | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2022. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Botman, Selma. Egypt from Independence to Revolution, 1919-1952 (Syracuse UP, 1991).
  • Daly, M.W. The Cambridge History of Egypt Volume 2 Modern Egypt, from 1517 to the end of the twentieth century (1998) pp 217–84 on 1879–1923. online
  • Goldschmidt, Jr., Arthur, ed. Biographical Dictionary of Modern Egypt (Boulder, CO: Lynne Rienner, 1999).
  • Goldschmidt, Jr., Arthur. ed. Historical Dictionary of Egypt (Scarecrow Press, 1994).
  • Petry, Carl F. ed. The Cambridge History of Egypt, Vol. 1: Islamic Egypt, 640-1517 (1999) online
  • Shaw, Ian. The Oxford History of Ancient Egypt (2003)
  • Tignor, Robert L. Modernization and British colonial rule in Egypt, 1882-1914 (Princeton UP, 2015).
  • Tucker, Judith E. Women in nineteenth-century Egypt (Cambridge UP, 1985).
  • Vatikiotis, P.J. (1991). The History of Modern Egypt: From Muhammad Ali to Mubarak (4 έκδοση). London: Weidenfeld and Nicolson. ISBN 978-0-297-82034-5.