Ισπανική Μαρκιωνία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Ισπανική Μαρκιωνία και οι γύρω περιοχές.

Η Ισπανική Μαρκιωνία (Ισπανικά: Marca Hispánica, Καταλανικά: Marca Hispànica, Αραγωνικά και Οξιτανικά: Marca Hispanica, Βασκικά: Hispaniako Marka, Γαλλικά: Marche Hispanique), επίσης γνωστή ως Ισπανική Μαρκία ή Μαρκία της Βαρκελώνης, ήταν μια ουδέτερη ζώνη πέρα από την πρώην επαρχία της Σεπτιμανίας, που δημιουργήθηκε από τον Καρλομάγνο το 795 ως αμυντικός φραγμός μεταξύ των Ομεϋαδών Μαυριτανών της Αλ-Άνταλους και της Φραγκικής Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας (το Δουκάτο της Γασκώνης, το Δουκάτο της Ακουιτανίας και η Καρολίγγεια Σεπτιμανία).

Με την ευρύτερη έννοια, ως Ισπανική Μαρκιωνία μερικές φορές αναφέρεται μια ομάδα από τους πρώτους Ιβηρικούς και δια-Πυρηναϊκούς αρχοντικούς τίτλους ή κόμητες υπό την διοίκηση της Φραγκοκρατίας. Κατά το πέρασμα των χρόνων οι τίτλοι συγχωνεύτηκαν ή απέκτησαν ανεξαρτησία από τη Φραγκική αυτοκρατορική διοίκηση.

Γεωγραφικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κομητείες στα Πυρηναία της Ισπανικής Μαρκιωνίας του Καρλομάγνου.

Η περιοχή σε γενικές γραμμές αντιστοιχεί στις ανατολικές περιοχές μεταξύ των Πυρηναίων και του ποταμού Έβρου. Ο τοπικός πληθυσμός της Μαρκιωνίας ποίκιλε. Περιλάμβανε Ίβηρες και Βάσκους στις βόρειο-δυτικές καταλανικές κοιλάδες, Εβραίους, και Γότθους (Ισπανικός πληθυσμός κατά τη Γοτθική παράδοση/νόμο), όλοι τους υπό την επιρροή του Ανδαλουσιανού πολιτισμού, από την εποχή που οι άρχοντες είχαν ορκιστεί πίστη στους Κορδοβάνους κυβερνήτες μέχρι που ο Πιπίνος ο Βραχύς κατέκτησε την Ανδαλουσιανή Σεπτιμανία το 759. Οι κοιλάδες των Πυρηναίων άρχισαν να αλλαξοπιστούν μετά το 785 (Ζιρόνα, Ριβαγόρθα, κλπ.) με την κατασκευή και διαφύλαξη νέων οχυρών και φρουρίων στις γειτονικές περιοχές, από κόμητες πιστούς στους Καρολίδες.

Τα εδάφη άλλαζαν ανάλογα με τις τύχες των Αυτοκρατοριών και με τις φεουδαρχικές φιλοδοξίες των αρχόντων, είτε επρόκειτο για Κόμητες είτε για Βαλήδες, που διορίζονταν προκειμένου να διαχειρίζονται τις κομητείες. Τελικά οι κυβερνώντες και ο λαός της Μαρκιωνίας έγιναν αυτόνομοι και διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους. Από το συνονθύλευμα των κομητειών της περιοχής προέκυψε το πριγκιπάτο της Καταλονίας χωρισμένο σε μυριάδες κομητείες με την κομητεία της Βαρκελώνης ως την κύρια κεντρική δύναμη.

Κομητείες που κατά καιρούς αποτέλεσαν μέρος της Μαρκιωνίας περιλάμβαναν τις: Ριβαγόρθα (αρχικά συμπεριλαμβανομένου και του Παλιάρς), Ουρζέλ, Σερδάνια, Παρελάδα, Ενπούριες, Μπεζαλού, Οσόνας, Βαρκελώνη, Ζιρόνα (Μαρκία της Ισπανίας), Κονφλέν, Ροσελιό, Βαλεσπίρ και Φενολέτ (Μαρκία της Γοτθίας). Τα ονομαστικά όρια της Γοτθίας (Gothia) και των Ισπανικών Μαρκιών διαφέρουν στο χρόνο και συχνά προκαλούν σύγχυση. Ενώ η Ναβάρρα και η Αραγωνία, συχνά απεικονίζονται εντός της Ισπανικής Μαρκιωνίας, δεν αποτελούσαν μέρος της, αλλά την εποχή που ήταν υπό την Καρολίγγεια επιρροή, μεταξύ των ετών 794 και 806, εισήλθαν εντός των Βασκικών Μαρκιών, ή του Δουκάτου της Βασκονίας.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των διακριτών βασιλείων στην Ιβηρική χερσόνησο γύρω στο 910.
Χάρτης των διακριτών βασιλείων στην Ιβηρική χερσόνησο γύρω στο 1000.
Τα χριστιανικά βασίλεια και τα βασίλεια Τάιφα το έτος 1030.

Η Ισπανική Μαρκιωνία προέκυψε από την επέκταση νότια από το Φράγκικο βασίλειο, από την ενδοχώρα του στην Νευστρία και την Αυστρασία, ξεκινώντας με τον Κάρολο Μαρτέλο το 732 και ύστερα από διάφορες δεκαετίες με μάχες μεταξύ Φράγκων και Ομεϋαδών (Σαρακηνοί) στην Ιβηρική Χερσόνησο.

Οι Μουσουλμανικές εισβολές έφτασαν μέχρι τα Πυρηναία στην Ιβηρική Χερσόνησο. Το 719 οι δυνάμεις του Al-Samh ibn Malik al-Khawlani εκτινάχθηκαν στην ανατολική ακτή, επισκιάζοντας την υπόλοιπη επαρχία των Βησιγότθων της Σεπτιμανίας και ίδρυσαν μια οχυρωμένη βάση στο Ναρμπόν. Ο έλεγχος εξασφαλίστηκε προσφέροντας στον τοπικό πληθυσμό γενναιόδωρους όρους, κάνοντας γάμους ανάμεσα σε ισχυρές οικογένειες και με άλλες ευνοϊκές συνθήκες. Η περαιτέρω επέκταση ανακόπηκε από την ήττα στη Μάχη της Τουλούζης. Βαλήδες εγκαταστάθηκαν στην Ζιρόνα και την Βαρκελώνη.

Ωστόσο, οι Μουσουλμανικές δυνάμεις συνέχισαν τις επιδρομές στα γειτονικά τους Γαλατικά εδάφη στον βορά, φτάνοντας μέχρι την Ωτέν (Autun). Η ειρήνη υπογράφηκε το 730 στην Τουλούζη, μεταξύ του Δούκα της Ακουιτανίας, Όντο του Μέγα και του Μουνούζα (Munuza), ενός Βέρβερου επαναστάτη άρχοντα που είχε σταθμεύσει στην Σερδάνια (ίσως την σημερινή Καταλονία), μια περιοχή που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μία προστατευτική ζώνη εναντία στον επεκτατισμό των Ομεϋαδών. Η συνθήκη ειρήνης επισφραγίστηκε με το γάμο της κόρη του Δούκα με τον Μουνούζα. Ωστόσο, ο Μουνούζα ηττήθηκε από την στρατιωτική αποστολή των  Ομεϋαδών (το 731) και έτσι ξεκίνησε μια ακόμη περίοδος Μουσουλμανικής επέκτασης.

Η Ακουιτανία (συμπεριλαμβανομένου του Δουκάτου της Βασκονίας) δεσμεύτηκε αρκετές φορές επίσημα σε υποταγή στους Φράγκους ηγέτες (Όντο το 732, Hunald το 736 αφού ηττήθηκε), αλλά παρέμεινε ουσιαστικά ανεξάρτητη. Το 737 ο Κάρολος Μαρτέλος οδήγησε μια αποστολή στην κάτω κοιλάδα του Ροδανού ποταμού και στη Σεπτιμανία, ενδεχομένως βλέποντας πως οι κινήσεις των  Ομεϋαδών απειλούσαν την επαφή του με την Βουργουανδία (είχε υποταχθεί το 736), αλλά δεν κατάφερε να υποτάξει την περιοχή και να την κρατήσει .

Μετά τον θάνατο του Κάρολου, τόσο η Ακουιτανία όσο και η Σεπτιμανία παρέμεναν έξω από τον κεντρικό Φραγκικό έλεγχο, όμως ο Πιπίνος ο Βραχύς ήταν αποφασισμένος να υποτάξει τη νότια Γαλατία. Το 759, μετά την κατάκτηση της Σεπτιμανίας από τους Ομεϋάδες, ο Καρολίδης βασιλιάς συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις προκειμένου να συνθλίψει την αντίσταση της Ακουιτανίας ενάντια στην κεντρική Φραγκική δύναμη. Μετά από έναν ανηλεή πόλεμο διάρκειας 8 χρόνων, η ανεξαρτησία της Ακουιτανίας έφτασε στο τέλος της. Η Τουλούζη ήταν πλέον υπό από την εξουσία του νέου Καρολίδη βασιλιά Καρλομάγνου και η πρόσβαση προς την Ανδαλουσιανή Ισπανία ήταν ανοιχτή για αυτόν, παρά τις σποραδικές εξεγέρσεις στη Βασκονία κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες (οι Βάσκοι υποτάχθηκαν το 790 από τον νέο ισχυρό άνδρα στην Τουλούζη, τον Γουλιέλμο Α΄ της Ακουιτανίας, που ήταν πιστός του Καρλομάγνου).

Ο γιος του Πιπίνου, Καρλομάγνος, εκπλήρωσε τον στόχο των Καρολίδων που ήταν η επέκταση των αμυντικών συνόρων της αυτοκρατορίας πέρα από την Σεπτιμανία, δημιουργώντας ένα ισχυρό εμπόδιο μεταξύ του Εμιράτου/Χαλιφάτου των Ομεϋαδών της Ιβηρικής και της Φραγκικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον ενέτεινε τον ελέγχο πάνω στο Δουκάτο της Βασκονίας, με την ίδρυση του Βασιλείου της Ακουιτανίας το 781, το οποίο κυβερνιούνταν από τον γιο του Λουδοβίκο τον Ευσεβή .

Δημιουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Φράγκοι δημιούργησαν την Ισπανική Μαρκιωνία κατακτώντας την πρώην βόρειο-ανατολική επικράτεια του Βησιγοτθικού Βασιλείου της Ισπανίας, η οποία είχε κατακτηθεί από τους Μουσουλμάνους.

Η πρώτη κομητεία που κατακτήθηκε ήταν του Ροσελιό (με το Βαλεσπίρ) περίπου το 760. Το 785 καταλήφθηκε η κομητεία της Ζιρόνας (με την Μπεζαλού) στα νότια των Πυρηναίων. Η Ριβαγόρθα και το Παλιάρς συνδέονταν με την κομητεία της Τουλούζης και προστέθηκαν στην κομητεία αυτή γύρω στο 790. Το Ουρζέλ και η Σερδάνια προστέθηκαν το 798. Οι πρώτες καταγραφές της κομητείας της Εμπούριες (με την Παρελάδα) είναι από το 812 αλλά η κομητεία πιθανότατα ήταν υπό Φραγκικό έλεγχο πριν από το 800.

Μετά από μια σειρά αγώνων, το 801 η Κομητεία της Βαρκελώνης (μαζί με την Οσόνα) καταλήφθηκε από τις Φραγκικές δυνάμεις. Μια σειρά από κάστρα εγκαταστάθηκαν στην Αραγωνία μεταξύ των ετών 798 και 802 (διορισμός του Κόμη Αουρέλιο). Αφού κατέστειλαν τους Βάσκους στα βόρεια των Πυρηναίων το 790, η Φραγκική επικυριαρχία επεκτάθηκε στα άνω του Έβρου (το 794) και τη Παμπλόνα (το 798), όταν ήρθε και ο Αλφόνσος Β´ των Αστουριών υπό την επιρροή του Καρλομάγνου. Το Σοβράρμπε δεν είχε ενσωματωθεί στην Μαρκιωνία, όπως εμφανίζεται αργότερα στην ιστορία, και πιθανότατα ήταν εντός της περιοχής επιρροής της Κομητείας της Αραγωνίας.

Τον θάνατο του Καρλομάγνου (το 814) ακολούθησε ένα σκηνικό εξεγέρσεων γύρω από τα Πυρηναία με πολλές δυσκολίες για τους Καρολίδες. Μετά την ήττα στο Πανκορμπό (Pancorbo), η Παμπλόνα αποδεσμεύτηκε το 817 οδηγούμενη από από τον γηγενή Βάσκο άρχοντα Ίνιγο Αρίστα, και η Αραγωνία ακολούθησε (το 820). Οι ονομαζόμενες Καταλανικές Κομητείες - εδάφη που χρησιμοποιήθηκαν από τους Μαυριτανούς για να εισέλθουν και να καταλάβουν την Σεπτιμανία το 719 - έγιναν στην πραγματικότητα μια φυσική επέκταση της Γοτθικής Μαρκίας που διοικούνταν από Καταλανούς και Τουλουζάνους υπό την Καρολίγγεια Αυτοκρατορία.

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τοπικός πληθυσμός των Μαρκιών ποίκιλε. Η πλειοψηφία ήταν Βάσκοι και των Ισπανο-Ρωμαίοι (Γότθοι). Όμως υπήρχαν επίσης Μουσουλμάνοι και Εβραίοι από την Σεπτιμανία που αποίκησαν τις Φραγκικές κατακτήσεις των ανατολικότερων εδαφών της σημερινής Βόρειας Ισπανίας και της Νότιας Γαλλίας. Η περιοχή άλλαζε ανάλογα με τις τύχες των αυτοκρατοριών και με τις φεουδαρχικές φιλοδοξίες των Κόμητων, που διορίζονταν προκειμένου να διαχειρίζονται τις κομητείες. Καθώς η Φραγκική αυτοκρατορική εξουσία εξασθενούσε, οι διοικήσεις της Ισπανικής Μαρκιωνίας έγιναν ανεξάρτητα φέουδα. Η περιοχή αργότερα θα γίνει μέρος της Καταλονίας.

Το 801 ο γιος του Καρλομάγνου, Λουδοβίκος, πήρε την Βαρκελώνη από το Μαυριτανό διοικητή της, εξασφαλίζοντας έτσι τη Φραγκική δύναμη στην παραμεθόρια ζώνη μεταξύ Φράγκων και Μαυριτανών. Οι Κόμητες της Βαρκελώνης έγιναν στη συνέχεια οι κύριοι εκπρόσωποι της Φραγκοκρατίας στην Ισπανική Μαρκιωνία. Η Μαρκιωνία περιλάμβανε διάφορες μικρότερες απομακρυσμένες περιοχές, κάθε μία από αυτές κυβερνιούνταν από ένα υποδεέστερο Ιππότη με ένοπλους υπηρέτες, ο οποίος θεωρητικά όφειλε υποταγή στον Αυτοκράτορα μέσω του Κόμη.

Οι διοικητές ονομάζονταν Κόμητες, ενώ όταν διοικούσαν πολλές κομητείες συχνά έπαιρναν τον τίτλο του Δούκα (Dux Gothiae). Όταν η κομητεία περιλάμβανε σύνορα με το Μουσουλμανικό Βασίλειο, επιλεγόταν ο Φράγκικος τίτλος του Μαρκησίου (Marquis de Gothie).[παραπομπή που απαιτείται]. Επιπλέον, ορισμένοι κόμητες διεκδικούσαν τον Φραγκικό (Γερμανικό) τίτλο του «Πρίγκιπα της Γοτθίας». Ένας Μαρκήσιος (ή Marcgravi) είναι ένας δούκας ("Graf") της Μαρκιωνίας. Οι πρώτοι Τουλουζιάνοι και Καταλανοί άρχοντες που κατείχαν τον τίτλο του Κόμη της Βαρκελώνης, ήταν οι Βερνάρδος της Σεπτιμανίας, Ουμφρέδος (Humfrid), Βερνάρδος της Γοτθίας, Μπορέλ Β´ και Ραϋμόνδος Μπορέλ.

Στις αρχές του 9ου αιώνα, ο Καρλομάγνος άρχισε να χορηγεί ένα νέο είδος παραχώρηση γης, το Απρίσιο (aprisio), με το οποίο ανακατανέμονταν η γη που κατείχε προηγουμένως το αυτοκρατορικό στέμμα σε έρημες ή εγκαταλελειμμένες περιοχές. Αυτό περιλάμβανε ειδικά δικαιώματα και ασυλίες που παρείχαν ένα σημαντικό βαθμό ανεξαρτησίας από τον αυτοκρατορικό έλεγχο. Οι ιστορικοί έχουν ερμηνεύσει το Απρίσιο τόσο ως μια πρώιμη μορφή φεουδαρχίας, όσο και, από οικονομική και στρατιωτική άποψη, ως ένα μηχανισμό για να προσελκύσουν αποίκους σε μια ερημωμένη συνοριακή περιοχή. Τέτοιοι αυτάρκεις κάτοχοι γης θα ενίσχυαν τους Κόμητες με την παροχή στρατιωτών προκειμένου να υπερασπιστούν τα Φραγκικά σύνορα. Οι χορηγήσεις Απρίσιο (οι πρώτες έγιναν στην Σεπτιμανία) δίνονταν προσωπικά από τον ίδιο τον Καρολίδη βασιλιά, έτσι ώστε να ενισχυθεί η αφοσίωση προς την κεντρική εξουσία και να αντισταθμιστεί η τοπική δύναμη που ασκείτο από τους Κόμητες της Μαρκιωνίας.[1]

Ωστόσο η κακή επικοινωνία και η μακρινή απόσταση από την κεντρική εξουσία επέτρεψε σε βασικές φεουδαρχικές οντότητες να αναπτύσσουν συχνά και σε μεγάλο βαθμό, μια αγροτική αυτάρκεια. Η κάθε μία από αυτές κυβερνιούνταν από μια μικρή κληρονομική στρατιωτική ελίτ. Οι εξελίξεις αυτές στα εδάφη τα οποία αργότερα θα γίνουν η Καταλονία, ακολούθησε παρόμοια μοτίβα σε άλλες παραμεθόριες περιοχές και μαρκιωνίες. Για παράδειγμα, ο πρώτος Κόμης της Βαρκελώνης Μπερά (Bera), διορίστηκε από το Βασιλιά το 801, ωστόσο στη συνέχεια ισχυροί κληρονόμοι των Κόμητων ήταν σε θέση να κληρονομήσουν τον τίτλο όπως ο Σουνιφρέδος Α´ (στο διάστημα 844-848). Αυτό σταδιακά έγινε συνήθεια μέχρι που η κυριότητα της κομητείας έγινε κληρονομική (με τον Βιλφρέδο τον Δασύτριχο το 897). Η Κομητεία έγινε de facto ανεξάρτητη υπό τον κόμη Μπορέλ Β´, όταν έπαψε να ζητά βασιλικά διατάγματα, αφού οι Φράγκοι βασιλιάδες Λοθάριο και Ούγο Καπέτο απέτυχαν να τον βοηθήσουν στην άμυνα της Κομητείας απέναντι στον Μουσουλμάνο ηγέτη Αλ-Μανσούρ,[2] αν και η αλλαγή της δυναστείας μπορεί να έπαιξε κάποιο ρόλο σε αυτή την απόφαση.

Η πρώιμη ιστορία της Ανδόρας στα Πυρηναία παρέχει ένα τυπικό παράδειγμα κυριότητας στη περιοχή, και αποτελεί τη μόνη περίπτωση σύγχρονης περιοχής της Ισπανικής Μαρκιωνίας που επιβίωσε και που δεν έχει ενσωματωθεί στη Γαλλία ή την Ισπανία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Chandler, Cullen J. (2002). «Between Court and Counts: Carolingian Catalonia and the aprisio grant, 778-987». Πρώιμη Μεσαιωνική Ευρώπη. 11: 19–44. doi:10.1111/1468-0254.00099. 
  2. Reuter, Timothy. MacKitterick, Rosamond, επιμ. (1995). The New Cambridge Medieval History III: c. 900 – c. 1024. Τύπος του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, σελ. 390–391. ISBN 978-0-521-36447-8. https://books.google.com/books?id=u-SsbHs5zTAC. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]