Ινδοσκύθες

| Ινδοσκύθες | |
|---|---|
| Γενικές πληροφορίες | |
| Θρησκεία | Βουδισμός |
| Πληροφορίες ασχολίας | |
Οι Ινδοσκύθες, επίσης γνωστοί ως Ινδο-Σάκες, ήταν μία ομάδα νομαδικού λαού ιρανικής σκυθικής καταγωγής, που μετανάστευσε από την Κεντρική Ασία προς τα νότια στις σημερινές περιοχές τού Αφγανιστάν, του Ανατολικού Ιράν και τής βορειοδυτικής ινδικής υποηπείρου: το σημερινό Πακιστάν και τη βόρεια Ινδία. Οι μεταναστεύσεις συνεχίστηκαν από τα μέσα τού 2ου αι. π.Χ. έως τον 4ο αι. μ.Χ.
Ο πρώτος βασιλιάς των Σακών στην Ινδία ήταν ο Μαύης/Μόγκα (1ος αι. π.Χ.), ο οποίος εγκαθίδρυσε την εξουσία των Σακών στην Γκαντάρα, την κοιλάδα τού Ινδού και άλλες περιοχές. Οι Ινδο-Σκύθες επέκτειναν την κυριαρχία τους στη βορειοδυτική υποήπειρο, κατακτώντας τούς Ινδο-Έλληνες και άλλους τοπικούς λαούς. Προφανώς υποτάχθηκαν από τον Κουτζούλα Καδφίση ή τον Κανίσκα Α΄ της αυτοκρατορίας των Κουσάν. [α] Οι Σάκες συνέχισαν να κυβερνούν ως σατράπες, [β] σχηματίζοντας τους Βόρειους Σατράπες και τους Δυτικούς Σατράπες. Η δύναμη των ηγεμόνων Σακών άρχισε να μειώνεται κατά τον 2ο αι. μ.Χ., όταν οι Ινδο-Σκύθες ηττήθηκαν από τον αυτοκράτορα Σαταβαχάνα Γκαουταμιπούτρα Σατακάρνι. Η ινδο-Σκυθική κυριαρχία στη βορειοδυτική υποήπειρο έληξε, όταν ο τελευταίος Δυτικός Σατράπης, Ρουντρασίμχα Γ΄, ηττήθηκε από τον αυτοκράτορα των Γκούπτα, Τσαντραγκούπτα Β΄ το 395 μ.Χ.
Η εισβολή στη βόρεια ινδική υποήπειρο από σκυθικές φυλές από την Κεντρική Ασία, που συχνά αναφέρεται ως Ινδο-Σκυθική εισβολή, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ιστορία τής υποηπείρου και των κοντινών περιοχών. Ο Ινδο-Σκυθικός πόλεμος πυροδοτήθηκε από τη νομαδική φυγή των Κεντροασιατών, από τη σύγκρουση με φυλές όπως οι Σιονγκνού τον 2ο αι. μ.Χ., η οποία είχε μακροχρόνιες επιπτώσεις στη Βακτρία, την Καμπούλ και την ινδική υποήπειρο, καθώς και στη Ρώμη και την Παρθία στα δυτικά. Αρχαίοι Ρωμαίοι ιστορικοί, συμπεριλαμβανομένων των Φλ. Αρριανού [3] και Κλ. Πτολεμαίου, έχουν αναφέρει ότι οι αρχαίοι Σάκες («Σακαίοι») ήταν νομαδικός λαός. Οι πρώτοι ηγεμόνες του Ινδο-Σκυθικού βασιλείου ήταν ο Μαύης (π. 85–60 π.Χ.) και ο Βονώνης (π. 75–65 π.Χ.). [4]
Προέλευση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι πρόγονοι των Ινδο-Σκυθών πιστεύεται ότι ήταν οι φυλές Σακών (Σκυθών).
Μία ομάδα Ινδοευρωπαίων ομιλητών, που κάνει μία πρώιμη εμφάνιση στην περιοχή τού Σιντζιάνγκ, είναι οι Σάκες (Ch. Sai). Ο όρος Σάκες είναι περισσότερο ένας γενικός όρος, παρά ένα όνομα για ένα συγκεκριμένο κράτος ή εθνοτική ομάδα. Οι φυλές των Σακών ήταν μέρος ενός πολιτιστικού συνεχούς πρώιμων νομάδων σε όλη τη Σιβηρία και τις στέπες της Κεντρικής Ευρασίας, από το Σιντζιάνγκ μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Όπως οι Σκύθες που περιγράφει ο Ηρόδοτος στο Δ΄ βιβλίο της Ιστορίας του (η λέξη Σάκες είναι ιρανική και ισοδύναμη με την ελληνική Σκύθες, και πολλοί μελετητές τους αναφέρουν μαζί ως Σάκες-Σκύθες), οι Σάκες ήταν ιρανόφωνοι νομάδες με άλογα, που είχαν άρματα στη μάχη, θυσίαζαν άλογα, και έθαβαν τούς νεκρούς τους σε τάφους/τύμβους που ονομάζονταν κουργκάν.
Οι Σάκες της δυτικής Ινδίας μιλούσαν τη γλώσσα Σάκα (γνωστή και ως τού Χοτάν), η οποία καταγράφηκε για πρώτη φορά στη λεκάνη Ταρίμ. [7]
Αχαιμενιδική περίοδος (6ος-4ος αι. π.Χ.)
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κατά την κατάκτηση της κοιλάδας τού Ινδού από τούς Αχαιμενίδες π. 515 π.Χ., ο στρατός των Αχαιμενιδών δεν ήταν Περσικός, και οι Σάκες πιθανότατα συμμετείχαν στην εισβολή στη βορειοδυτική Ινδία. Ο στρατός των Αχαιμενιδών αποτελούνταν από μία σειρά εθνοτικών ομάδων, που αποτελούσαν μέρος τής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Ο στρατός περιλάμβανε Βάκτριους, Σάκες, Πάρθους και Σογδιανούς. [8] Ο Ηρόδοτος απαρίθμησε τις εθνότητες τού στρατού των Αχαιμενιδών, που περιλάμβανε ακόμη και Ίωνες (Έλληνες) και Αιθίοπες. [8] Αυτές οι ομάδες πιθανότατα συμπεριλαμβάνονταν στον στρατό των Αχαιμενιδών, που εισέβαλε στην Ινδία. [8]
Μερικοί μελετητές (συμπεριλαμβανομένων των Michael Witzel) [9] και Christopher I. Beckwith [10] υποστήριξαν ότι οι Σακύα – η φυλή τού Γκαουτάμα Βούδα – ήταν αρχικά Σκύθες από την Κεντρική Ασία, και το ινδικό εθνώνυμο Śākya έχει την ίδια προέλευση με το «Σκύθης». [8] Αυτό θα εξηγούσε την ισχυρή υποστήριξη τού Βουδισμού από τούς Σάκες στην Ινδία. [10]
Οι Πέρσες, οι Σάκες και οι Έλληνες μπορεί να συμμετείχαν στις μεταγενέστερες εκστρατείες τού Τσαντραγκούπτα Μαουρύα, για να κατακτήσει τον θρόνο τής Μαγκάντα π. 320 π.Χ. Το Mουντραρακσάσα αναφέρει, ότι μετά το τέλος τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Τσαντραγκούπτα Μαουρύα χρησιμοποίησε μία συμμαχία Σακών - Yavana - Kαμπότζα - Parasika - Μπαλίκα στην εκστρατεία του, για να καταλάβει τον θρόνο στη Mαγκάντα, και ίδρυσε την αυτοκρατορία των Μαουρύα. [11] [12] [13] Οι Σάκες ήταν οι Σκύθες. Οι Yavana (Ίωνες) ήταν οι Έλληνες, και οι Parasika ήταν οι Πέρσες. [12] [14]
Κατά τη διάρκεια τού 2ου αι. π.Χ., ξεκίνησε μία νομαδική μετακίνηση μεταξύ των φυλών τής Κεντρικής Ασίας. Καταγεγραμμένη στα χρονικά τής δυναστείας Χαν και σε άλλα κινεζικά αρχεία, η μετακίνηση ξεκίνησε μετά την ήττα τής φυλής Γιουετσί από τους Σιονγκνού και τη φυγή της προς τα δυτικά. Αυτό δημιούργησε ένα φαινόμενο ντόμινο, εκτοπίζοντας άλλες φυλές τής Κεντρικής Ασίας που έβρισκαν στον δρόμο τους. [15]

Σύμφωνα με αυτές τις αρχαίες πηγές, οι Mοντού Σανγιού της φυλής Σιονγκνού τής Μογγολίας επιτέθηκαν στους Γιουετσί (πιθανώς συγγενείς με τους Τοχάρους, οι οποίοι ζούσαν στην ανατολική λεκάνη Tαρίμ) και τούς εκδίωξαν από την πατρίδα τους μεταξύ των Κιλιάν Σαν και Ντουνχουάνγκ π. 175 π.Χ. Αφήνοντας πίσω λίγους ανθρώπους, το μεγαλύτερο μέρος τού πληθυσμού μετακινήθηκε δυτικά, στην περιοχή τού ποταμού Ιλί. Εκτόπισαν τούς Σάκες, οι οποίοι μετανάστευσαν νότια, στη Φεργκάνα και τη Σογδιανή . Σύμφωνα με τα κινεζικά ιστορικά χρονικά (που αποκαλούν τους Σάκες "Sai" 塞): "[οι Γιουετσί] επιτέθηκαν στον βασιλιά των Σάι, ο οποίος μετακινήθηκε σε σημαντική απόσταση προς τα νότια και οι Γιουετσί κατέλαβαν τα εδάφη του." [16]
Κάποια στιγμή μετά το 155 π.Χ., οι Γιουετσί ηττήθηκαν για άλλη μία φορά από μία συμμαχία των Γουσούν και των Σιονγκνού. Αναγκάστηκαν να κινηθούν νότια, εκτοπίζοντας και πάλι τους Σκύθες (οι οποίοι μετανάστευσαν νότια προς τη Βακτρία και το σημερινό Αφγανιστάν και νοτιοδυτικά προς την Παρθία). Μία φυλή γνωστή στους αρχαίους Έλληνες μελετητές ως Σακαραύκες (πιθανώς από την παλαιά περσική Sakaravaka, "νομάδες Σάκα") και ένας συμμαχικός λαός, οι Μασσαγέτες, ήρθαν σε σύγκρουση με την Παρθική αυτοκρατορία στην Παρθία μεταξύ 138 και 124 π.Χ. Η συμμαχία Σακαραύκων-Μασσαγετών κέρδισε αρκετές μάχες, και σκότωσε τους Πάρθους βασιλείς Φραάτη Β' και Αρτάβανο Α΄. Οι φυλές Γιουετσί μετανάστευσαν ανατολικά στη Βακτρία μετά την ήττα τους, από την οποία κατέκτησαν τη βόρεια Ινδία για να ιδρύσουν την αυτοκρατορία των Κουσάν. [17]
Εγκατάσταση στο Σακαστάν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι Σάκες εγκαταστάθηκαν σε περιοχές που αντιστοιχούσαν κυρίως στην περιοχή της Δραγγιανής, η οποία αργότερα ονομάστηκε Σακαστάν ή Σιστάν, μία περιοχή τού νοτιοδυτικού Αφγανιστάν, τού νοτιοανατολικού Ιράν και εκτεινόταν πέρα από τα σύνορα τού δυτικού Πακιστάν. [18] Οι μικτές σκυθικές ορδές που μετανάστευσαν στη Δραγγιανή και τις περιοχές τού Σακαστάν αργότερα οδήγησαν στη δημιουργία τού Ινδο-Σκυθικού βασιλείου και υποτελών κρατών στη βόρεια και νοτιοδυτική Ινδία μέσω της κάτω κοιλάδας τού Ινδού. Ξεκινώντας από τη Σοβίρα, το Γκουτζαράτ, το Ρατζαστάν και τη βόρεια Ινδία, επεκτάθηκαν σε βασίλεια στην ηπειρωτική Ινδία, και είχαν αυξανόμενη επιρροή σε άλλα βασίλεια.
Ο αυτοκράτορας των Αρσακιδών Μιθριδάτης Β΄ (π. 123–88/87 π.Χ.) ακολούθησε μία επιθετική στρατιωτική πολιτική στην Κεντρική Ασία, και πρόσθεσε μία σειρά από επαρχίες στην αυτοκρατορία των Πάρθων. Σε αυτές περιλαμβανόταν η δυτική Βακτριανή, την οποία κατέλαβε από τους Ινδο-Σκύθες.
Μετά από στρατιωτική πίεση από τους Γιουετσί (προκατόχους των Κουσάν), ορισμένοι Ινδο-Σκύθες μετακινήθηκαν από τη Βακτριανή στη λίμνη Χελμόντ (ή Χαμούν) και εγκαταστάθηκαν στην ή κοντά στη Δραγγιανή (Σιγκάλ). Η περιοχή έγινε γνωστή ως «Σακιστάνα των Σκυθών Σακάι» προς το τέλος τού 1ου αι. π.Χ.
Η παρουσία των Σακών στο Σακαστάν τον 1ο αι. π.Χ. αναφέρεται από τον Ισίδωρο από τον Χάρακα στο έργο του "Οι Παρθικοί Σταθμοί". Σύμφωνα με τον Ισίδωρο, συνόρευαν με ελληνικές πόλεις στα ανατολικά ( Αλεξάνδρεια Καυκάσου και Αλεξάνδρεια Αραχωσίας) και με την περιοχή της Αραχωσίας που ελέγχονταν από τους Πάρθους στα νότια:
Πέρα βρίσκεται η Σακαστάνα των Σκυθών Σακών, η οποία είναι επίσης Παραιτακηνή, 63 σχοίνους. Υπάρχουν οι πόλεις Βάρδα, η Μιν, η Παλακέντι και η Σιγάλ. Σε αυτό το μέρος βρίσκεται η βασιλική κατοικία των Σακών. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται η πόλη Αλεξάνδρεια (Αλεξάνδρεια Αραχωσία) και έξι χωριά. [19]
Παμίρ προς Ταξίλα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Από πετρογλυφικά που άφησαν στρατιώτες Σάκες σε διαβάσεις ποταμών στο Τσίλας και στον Ιερό Βράχο της Χούνζα στο Πακιστάν, οι Ahmad Hassan Dani και Karl Hettmar έχουν ορίσει τη διαδρομή μέσα από τα βουνά Καρακορούμ, που χρησιμοποίησε ο Μαύης (ο πρώτος Ινδο-Σκύθης βασιλιάς) για να καταλάβει τα Τάξιλα από τον Ινδο-Έλληνα βασιλιά Απολλόδοτο Β'. [20]
Ο Περίπλους τής Ερυθράς Θαλάσσης τού 1ου αι. μ.Χ. περιγράφει τις σκυθικές περιοχές:
Πέρα από αυτή την περιοχή (Γεδρωσία), η ήπειρος, σχηματίζοντας μία πλατιά καμπύλη από τα ανατολικά στα βάθη των κόλπων, ακολουθεί την παράκτια περιοχή τής Σκυθίας, η οποία βρίσκεται από πάνω προς τα βόρεια· ολόκληρη είναι βαλτώδης· από την οποία ρέει ο ποταμός Σίνθος, ο μεγαλύτερος από όλους τούς ποταμούς που εκβάλλουν στην Ερυθρά Θάλασσα, κατεβάζοντας έναν τεράστιο όγκο νερού (...). Αυτός ο ποταμός έχει επτά εκβολές, πολύ ρηχές και βαλτώδεις, έτσι ώστε να μην είναι πλεύσιμες, εκτός από τη μεσαία· στην οποία, δίπλα στην ακτή, βρίσκεται η αγορά, το Βαρβαρικόν. Μπροστά του βρίσκεται ένα μικρό νησί, και στην ενδοχώρα πίσω του βρίσκεται η μητρόπολη τής Σκυθίας, η Μινναγκάρα· υπόκειται σε Πάρθους πρίγκιπες, που εκτοπίζουν συνεχώς ο ένας τον άλλον.... [21]
Οι Ινδο-Σκύθες ίδρυσαν ένα βασίλειο στα βορειοδυτικά κοντά στα Τάξιλα, με δύο σατράπες: έναν στη Μαθούρα στα ανατολικά, και τον άλλον στη Σουραστρένη (Γκουτζαράτ) στα νοτιοδυτικά.
Γκαντάρα και Παντζάμπ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Η παρουσία των Σκυθών στο σύγχρονο Πακιστάν και τη βορειοδυτική Ινδία κατά τον 1ο αι. π.Χ. ήταν σύγχρονη με τα ινδο-ελληνικά βασίλεια εκεί, και προφανώς αρχικά αναγνώρισαν τη δύναμη των τοπικών Ελλήνων ηγεμόνων. Ο Μαύης κατέκτησε για πρώτη φορά τη Γαντάρα και τα Τάξιλα στο σημερινό Αφγανιστάν και Πακιστάν π. 80 π.Χ., αλλά το βασίλειό του διαλύθηκε μετά το τέλςο του. Στην ανατολή, ο Ινδός βασιλιάς Βικράμα ανακατέλαβε την Οζηνή (Ουτζάιν) από τους Ινδο-Σκύθες και εόρτασε τη νίκη του εγκαθιδρύοντας την εποχή Βικράμα το 58 π.Χ. Ινδο-Έλληνες βασιλείς κυβέρνησαν και ευημερούσαν ξανά μετά τον Μαύη, όπως υποδεικνύεται από την πληθώρα νομισμάτων των βασιλέων Απολλόδοτου Β΄ και Ιππόστρατου. Το 55 π.Χ. υπό τον Άζη Α΄, οι Ινδο-Σκύθες ανέλαβαν τον έλεγχο τής βορειοδυτικής Ινδίας με τη νίκη τους επί του Ιππόστρατου.
Γλυπτική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι ανασκαφές που διοργάνωσε ο John Marshall βρήκαν αρκετά λίθινα γλυπτά στο πρώιμο στρώμα Σακών (στρώμα Νο 4, που αντιστοιχεί στην περίοδο του Άζη Α΄, στο οποίο βρέθηκαν πολλά από τα νομίσματά του). Αρκετά από αυτά είναι δίσκοι καλλωπισμού που μιμούνται σε μεγάλο βαθμό τα λεπτότερα ελληνιστικά παραδείγματα, που βρέθηκαν σε προγενέστερα στρώματα.
Το δοχείο του Μπιμάραν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Άζης Α΄ συνδέεται με το δοχείο του Μπιμάραν, μία από τις πρώτες αναπαραστάσεις τού Βούδα. Η λειψανοθήκη χρησιμοποιήθηκε για τα εγκαίνεια μίας στούπας στο Μπαμιράν, κοντά στην Τζαλαλαμπάντ στο Αφγανιστάν, και τοποθετήθηκε μέσα στη στούπα μαζί με πολλά νομίσματα τού Άζη. Αυτό μπορεί να συνέβη κατά τη διάρκεια τής βασιλείας τού Άζη Α΄ (60–20 π.Χ.) ή λίγο αργότερα. Οι Ινδο-Σκύθες συνδέονταν με τον Βουδισμό.
=== Η περιοχή Μαθούρα === Στη βόρεια Ινδία, οι Ινδο-Σκύθες κατέκτησαν την περιοχή τής Μαθούρα π. 60 π.Χ. Μερικοί από τους σατράπες τους ήταν ο Χαγκαμάσα και ο Χαγκάνα, τους οποίους ακολούθησε ο Ρατζούβουλα.
Το με λέοντες κιονόκρανο τής Μαθούρα, ένα ινδο-σκυθικό κιονόκρανο από ψαμμίτη που χρονολογείται στον 1ο αι. μ.Χ., περιγράφει σε γραφή Χαρόστι το δώρο μίας στούπας με ένα λείψανο τού Βούδα από τη Nαντάσι Κάσα (σύζυγο τού Ρατζουβούλα). Το κιονόκρανο αναφέρει επίσης τη γενεαλογία αρκετών ινδο-σκυθών σατραπών τής Μαθούρα. Ο Ρατζουβούλα προφανώς εξάλειψε τον Στράτωνα Β΄ (τον τελευταίο Ινδο-Έλληνα βασιλιά) π. 10 και κατέλαβε την πρωτεύουσά του Σαγκάλα.
Τα νομίσματα τής περιόδου, όπως αυτό τού Ρατζουβούλα, τείνουν να είναι πρόχειρης ποιότητας. Είναι επίσης υποβαθμισμένα σε πολύτιμο μέταλλο. Η περιεκτικότητα σε άργυρο μειώνεται, και σε χαλκό αυξάνεται, μία τεχνική κράματος που υποδηλώνει έλλειψη πλούτου.
Το με λέοντες κιονόκρανο στη Μαθούρα μαρτυρεί ότι η Μαθούρα τέθηκε υπό τον έλεγχο των Σάκα. Οι επιγραφές αναφέρονται στον Χαραηώστη και τη βασίλισσα του Αγιάσια, την «κύρια βασίλισσα τού Ινδο-Σκύθη ηγεμόνα τής Μαθούρα, σατράπη Ρατζουβούλα». Ο Χαραηόστης ήταν γιος του Άρτα, όπως μαρτυρούν τα δικά του νομίσματα. Ο Άρτα ήταν αδελφός τού βασιλιά Μαύη.
Οι Ινδο-Σκύθες σατράπες τής Μαθούρα αποκαλούνται μερικές φορές Βόρειοι Σατράπες, για να διακρίνονται από τους Δυτικούς Σατράπες που κυβερνούσαν το Γκουτζαράτ και τη Μάλβα. Μετά τον Ρατζουβούλα, αρκετοί διάδοχοι είναι γνωστό ότι κυβέρνησαν ως υποτελείς των Κουσάν. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο «μεγάλος σατράπης» Χαραπαλάνα και ο σατράπης Βανασπάρα, οι οποίοι είναι γνωστοί από μία επιγραφή που ανακαλύφθηκε στο Σάρναθ, και χρονολογείται στο 3ο έτος τού Κανίσκα (π. 130 μ.Χ.), όταν ορκίστηκαν πίστη στους Κουσάν.
Παταλιπούτρα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Γιούγκα Πουράνα περιγράφει μία εισβολή των Σκυθών στην Παταλιπούτρα κατά τον 1ο αι. π.Χ., αφού επτά βασιλείς κυβέρνησαν διαδοχικά στη Σακέτα μετά την υποχώρηση των Γιαβάνα (Ιώνων/Ελλήνων). Σύμφωνα με τη Γιούγκα Πουράνα, ο βασιλιάς Σάκα σκότωσε το ένα τέταρτο τού πληθυσμού πριν ο ίδιος δολοφονηθεί από τον βασιλιά Καλίνγκα Σάτα και μία ομάδα Σαμπάλα. [22]
Κατακτήσεις των Κουσάν και Ινδο-Παρθών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μετά το τέλος τού Άζη, η Ινδο-Σκυθική κυριαρχία στη βορειοδυτική Ινδία τερματίστηκε με την άνοδο τού Ινδο-Πάρθου ηγεμόνα Γονδοφάρη στα τέλη τού 1ου αι. π.Χ. Για τις επόμενες δεκαετίες, ορισμένοι δευτερεύοντες Σκύθες ηγέτες παρέμειναν σε τοπικά οχυρά στις παρυφές τής χαλαρής Ινδο-Παρθικής αυτοκρατορίας κατά τις επόμενες δεκαετίες, ορισμένοι από τους οποίους έδωσαν πίστη στον Γονδοφάρη Α΄ και τούς διαδόχους του.
Η Ινδο-Παρθική κυριαρχία αντικαταστάθηκε σταδιακά από αυτή των Κουσάν, μίας από τις πέντε φυλές Γιουετσί που έζησαν στη Βακτρία για περισσότερο από έναν αιώνα, και επεκτάθηκαν στην Ινδία στα τέλη τού 1ου αι. μ.Χ. Οι Κουσάν ανέκτησαν τη βορειοδυτική Ινδία το π. 75 μ.Χ., και την περιοχή Μαθούρα το π. 100, όπου άκμασαν για αρκετούς αιώνες ακόμη. [17]
Οι Δυτικοί Σατράπες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι Ινδο-Σκύθες συνέχισαν να κατέχουν την περιοχή τού Σιστάν μέχρι τη βασιλεία τού Βαράμ Β΄ (276–293 μ.Χ.) και κατείχαν αρκετές περιοχές τής Ινδίας μέχρι και την πρώτη χιλιετία. Το Καθιαβάρ και το Γκουτζαράτ βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Δυτικών Σατραπών μέχρι τον 5ο αι. Τα κατορθώματα του Ρουντρανταμάν Α΄ είναι χαραγμένα στην επιγραφή σε βράχο του Τζουναγκάντ. Κατά τη διάρκεια των εκστρατειών του, ο Ρουντρανταμάν Α΄ κατέκτησε τους Γιαουντέγιας και νίκησε την αυτοκρατορία Σαταβαχάνα. Οι Δυτικοί Σατράπες κατακτήθηκαν από τον αυτοκράτορα των Γκούπτα, Τσαντραγκούπτα Β΄ (γνωστό και ως Βικραμαντίτγια).
== Νομισματοκοπία ==

Τα ινδο-σκυθικά νομίσματα είναι γενικά υψηλής ποιότητας, αν και τα νομίσματα τού Ρατζουβούλα εφθάρησαν κοντά στην κατάρρευση τής ινδο-σκυθικής κυριαρχίας π. 20 μ.Χ. Μία αρκετά υψηλής ποιότητας, στερεοτυπική νομισματοκοπία συνεχίστηκε από τους Δυτικούς Σατράπες μέχρι τον 4ο αι.
Τα ινδο-σκυθικά νομίσματα είναι γενικά ρεαλιστικά, καλλιτεχνικά μεταξύ ινδο-ελληνικών και κουσανικών νομισμάτων. Έχει υποστηριχθεί ότι τα νομίσματά τους επωφελήθηκαν από τη βοήθεια Ελλήνων κατασκευαστών νομισμάτων. Τα ινδο-σκυθικά νομίσματα συνεχίζουν την ινδο-ελληνική παράδοση χρησιμοποιώντας το ελληνικό αλφάβητο στην εμπρόσθια όψη και τη γραφή Χαρόστι στην οπίσθια. Απουσιάζει ένα πορτρέτο τού βασιλιά, με απεικονίσεις τού βασιλιά σε άλογο (μερικές φορές σε καμήλα) ή να κάθεται σταυροπόδι σε ένα μαξιλάρι. Η οπίσθια όψη των νομισμάτων τους συνήθως απεικονίζει Έλληνες θεούς.
Ο βουδιστικός συμβολισμός είναι παρών στα ινδο-σκυθικά νομίσματα. Οι Ινδο-Σκύθες υιοθέτησαν την ινδο-ελληνική πρακτική (από τον Μένανδρο Α΄) να απεικονίζουν θεούς να σχηματίζουν τη βιτάρκα μούντρα με το δεξί τους χέρι (όπως ο Δίας στα νομίσματα τού Μαύη ή τού Άζη Β΄), το βουδιστικό λιοντάρι στα νομίσματα αυτών των δύο βασιλέων ή το σύμβολο τριράτανα στα νομίσματα τού Ζειονίση.
Τέχνη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Εκτός από τα νομίσματα, λίγα έργα τέχνης είναι γνωστά που αναμφισβήτητα αναπαριστούν Ινδο-Σκύθες. Αρκετά γλυπτά τής Γκαντάρα απεικονίζουν ξένους με μαλακούς χιτώνες, οι οποίοι μερικές φορές φορούν τον οξυκόρυφο πίλο που είναι χαρακτηριστικό των Σκυθών. Οι άνδρες Κουσάν φαίνεται να φορούν χονδρούς, άκαμπτους χιτώνες και γενικά απεικονίζονται πιο απλοϊκά.
=== Ανάγλυφα Μπούνερ === Ινδο-Σκύθες στρατιώτες με στρατιωτική ενδυμασία απεικονίζονται μερικές φορές σε βουδιστικές ζωφόρους στην τέχνη τής Γκαντάρα, ιδιαίτερα στα ανάγλυφα Μπούνερ. Απεικονίζονται με χαλαρούς χιτώνες με παντελόνια, με βαριά, ίσια σπαθιά. Φορούν μυτερές κουκούλες ή τον σκυθικό πίλο. Αυτό τούς διακρίνει από τους Ινδο-Πάρθους, οι οποίοι φορούσαν μία απλή ελληνική ταινία επάνω από τα πυκνά μαλλιά τους, και το οποίο φορούν οι Ινδο-Σκύθες ηγεμόνες στα νομίσματά τους. Με το δεξί τους χέρι, μερικοί σχηματίζουν το karana mudra για να αποκρούουν τα κακά πνεύματα. Στην Γκαντάρα, τέτοιες ζωφόροι χρησιμοποιούνταν για να διακοσμήσουν τα βάθρα των βουδιστικών στουπών. Είναι σύγχρονες με άλλες ζωφόρους, που αναπαριστούν άτομα με ελληνική ενδυμασία, υπονοώντας μία ανάμειξη Ινδο-Σκυθών και Ινδο-Ελλήνων. Σε ένα άλλο ανάγλυφο, ο ίδιος τύπος στρατιωτών παίζουν μουσικά όργανα και χορεύουν. Στην τέχνη της Γκαντάρα, οι Ινδο-Σκύθες απεικονίζονται συνήθως να γλεντούν.

Λίθινοι δίσκοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αρκετοί λίθινοι δίσκοι στην Γκαντάρα θεωρούνται αντιπροσωπευτικοί τής Ινδο-Σκυθικής τέχνης. Οι δίοσκοι, οι οποίοι συνδυάζουν ελληνικές και ιρανικές επιρροές, συχνά έχουν ένα απλό, αρχαϊκό στυλ. Λίθινοι δίσκοι έχουν βρεθεί μόνο σε αρχαιολογικά στρώματα που αντιστοιχούν στην Ινδο-Ελληνική, Ινδο-Σκυθική και Ινδο-Παρθική κυριαρχία, και είναι άγνωστες στα προηγούμενα στρώματα των Μαουρύα ή στα επόμενα στρώματα των Κουσάν.
Οι δίσκοι συχνά απεικονίζουν ανθρώπους με ελληνικές ενδυμασίες σε μυθολογικές σκηνές. Μερικοί έχουν παρθική ενδυμασία (κεφαλόδεσμοι επάνω από πυκνά μαλλιά, σταυρωτό σακάκι σε γυμνό στήθος, κοσμήματα, ζώνη, φαρδιά παντελόνια) και λιγότερες έχουν ινδο-σκυθική ενδυμασία (φρυγικό πίλο, χιτώνα και ίσιο παντελόνι). Ένας δίσκος που βρέθηκε στο Σιρκάπ, που τώρα βρίσκεται στο Μουσείο του Νέου Δελχί, δείχνει έναν φτερωτό ινδο-σκύθη ιππέα να ιππεύει ένα φτερωτό ελάφι, και να δέχεται επίθεση από ένα λιοντάρι.
Ο βουδισμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Ινδο-Σκύθες φαίνεται να υποστήριζαν τον Βουδισμό, με πολλές από τις πρακτικές τους να συνεχίζουν εκείνες των Ινδο-Ελλήνων. [23] [24] [25] Είχαν ενεργό ρόλο στη διάδοση τού Βουδισμού πέρα από την Ινδία. [24]
Βασιλικές αφιερώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Αρκετοί Ινδο-Σκύθες βασιλείς μετά τον Άζη έκαναν βουδιστικές αφιερώσεις στο όνομά τους σε πλάκες ή λειψανοθήκες:
- Ο Πατίκα Κουσουλάκα (25 π.Χ. – 10 μ.Χ.) περιέγραψε τη δωρεά ενός λειψάνου τού Βούδα Σακιαμούνι σε ένα βουδιστικό μοναστήρι, στην χάλκινη πλάκα από τα Τάξιλα.
- Ο Χαραηώστης (10 π.Χ. – 10 μ.Χ.) αναφέρεται στο βουδιστικό με λέοντες κιονόκρανο τής Μαθούρα και σε μία λειψανοθήκη. Τα νομίσματά του βρέθηκαν επίσης στο κιβώτιο Μπιμαράν, μία χρυσή λειψανοθήκη με μία πρώιμη εικόνα τού Βούδα, που βρίσκεται τώρα στο Βρετανικό Μουσείο. Μερικά από τα νομίσματά του έχουν το βουδιστικό σύμβολο τριράτνα.
- Ο Βιτζαγιαμίτρα (βασ. 12 π.Χ. - 15 μ.Χ.) αφιέρωσε μια βουδιστική λειψανοθήκη. Μερικά από τα νομίσματά του φέρουν το βουδιστικό σύμβολο της τριράτνα .
- Ο Ιντραβάρμαν, ενόσω ήταν πρίγκιπας το 5-6 μ.Χ., αφιέρωσε το δοχείο των Μπατζάουρ, το οποίο βρίσκεται τώρα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης.
- Ο Ζειονίσης και ο Ασπαβάρμα χρησιμοποιούσαν την τριράτνα στα νομίσματά τους.
- Ο Ρατζουβούλα ανήγειρε το με λέοντες κιονόκρανο στη Μαθούρα, το οποίο ενσωματώνει βουδιστικά σύμβολα και συσχετίζει τις δωρεές λειψάνων από τη σύζυγό του σε μία στούπα.
Η στούπα Μπουτκάρα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι ανασκαφές στη στούπα Μπουτκάρα στο Σουάτ από μία ιταλική αρχαιολογική ομάδα, έφεραν στο φως βουδιστικά γλυπτά που πιστεύεται ότι ανήκουν στην Ινδο-Σκυθική περίοδο. Έχει βρεθεί ένα ινδο-κορινθιακό κιονόκρανο ενός βουδιστή πιστού με φύλλωμα, το οποίο είχε μία λειψανοθήκη και νομίσματα τού Άζη θαμμένα στη βάση του, χρονολογώντας το γλυπτό περίπου στο 20 π.Χ. Στο ίδιο σημείο βρέθηκε μία σύγχρονη παραστάδα ενός βουδιστή πιστού με ελληνική ενδυμασία, γεγονός που υποδηλώνει και πάλι ανάμειξη των πληθυσμών. Ανάγλυφα στην ίδια τοποθεσία απεικονίζουν Ινδο-Σκύθες, με χαρακτηριστικούς χιτώνες και μυτερές κουκούλες, με ανάγλυφα όρθιων Βούδων.
Στην ινδική λογοτεχνία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι Ινδο-Σκύθες ονομάζονταν «Shaka» στην Ινδία, μια παραλλαγή του ονόματος «Saka» που χρησιμοποιούσαν οι Πέρσες για τους Σκύθες. Οι Σάκες αναφέρονται στις Πουράνα, τη Μανουσμρίτι, τη Ραμαγιάνα, τη Μαχαμπαράτα, τη Μαχαμπάσια, τη Μπράχατ Σαμίτα από τον Βαραχαμίχιρα, τις Καβιαμίμασα, τη Μπράχατκαθαμάντζαρι και τη Καθασαριτσαγκάρα. Περιγράφονται ως μέρος μίας ομάδας άλλων πολεμοχαρών φυλών από τα βορειοδυτικά.
Υπάρχουν αναφορές στις αντιμαχόμενες ορδές των mleccha των Σάκα, Γιαβάνα, Kαμπότζα και Παχλάβα στα Μπαλακάντα της Ραμαγιάνα. Ο H.C. Raychadhury είδε σε αυτά τα εδάφια τις συγκρούσεις μεταξύ των Ινδουιστών και των εισβολέων ορδών των βαρβάρων mleccha από τα βορειοδυτικά ξεκινώντας από τον 2ο αι. π.Χ., και καθόρισε την ημερομηνία της Ραμαγιάνα γύρω (ή μετά) τον 2ο αι. μ.Χ.
Η Μαχαμπαράτα αναφέρεται επίσης στην εισβολή μικτών ορδών από τα βορειοδυτικά, με προφητικούς στίχους ότι «...οι mleccha (βάρβαροι) βασιλείς των Σακών, Γιαβάνα (Ελλήνων), Καμπότζα, Μπαχλίκα». ... θα κυβερνήσει τη γη άδικα στην Κάλι Γιούγκα..."
Οι ορδές Σάι-Γουάνγκ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ένα μέρος των Σκυθών της Κεντρικής Ασίας υπό τον Σάι-Γουάνγκ φέρεται να κινήθηκε νότια, διέσχισε τα Όρη Παμίρ και εισήλθε στο Τσιπίν (ή Κιπίν) αφού διέσχισε το Ξουάντου (懸度, Κρεμαστό Πέρασμα) επάνω από την κοιλάδα Κάντα στο Σουάτ. Το Τσιπίν έχει ταυτοποιηθεί από τους Πελιότ, Μπάγκτσι, Ραϊτσοντούρι και άλλους ως Κασμίρ, αλλά άλλοι μελετητές το ταυτοποιούν ως Καφιριστάν. Ο Σάι-Γουάνγκ ίδρυσε το βασίλειό του στο Κιπίν. Ο Κόνοβ ερμηνεύει το Σάι-Γουάνγκ ως το Σάκα Μουρούντα της ινδικής λογοτεχνίας. Το μουρούντα είναι συνώνυμο με το γουάνγκ (βασιλιάς, αφέντης ή άρχοντας). Ο Μπάγκτσι ερμηνεύει το γουάνγκ ως "βασιλιάς των Σκυθών", αλλά διακρίνει τους Σάι Σάκα από τους Μουρούντα Σάκα. Οι Σάι Σκύθες μπορεί να ήταν Σκύθες Καμπότζα. Οι Σάι-Γουάνγκ ήταν μέρος τού βασιλείου των Παράμα Καμπότζα στην Υπερωξιανή, και επέστρεψαν όταν εκδιώχθηκαν από την προγονική τους γη. Ο Μαύης μπορεί να ανήκε σε αυτήν την ομάδα Σκυθών που μετανάστευσαν από τη χώρα των Σάι (Κεντρική Ασία) στην Τσιπίν.
Αποδεικτικά στοιχεία για κοινές εισβολές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι Σκυθικές ομάδες που εισέβαλαν στην Ινδία και ίδρυσαν βασίλεια περιλάμβαναν, εκτός από τούς Σάκες, συμμαχικές φυλές όπως οι Μήδοι, οι Ξάνθιοι και οι Μασσαγέτες. Αυτοί οι λαοί απορροφήθηκαν στην κυρίαρχη ινδική κοινωνία.
Οι Σάκες προέρχονταν από την περιοχή μετά τον Αίμοδο—τη Σακαντβίπα των Πουράνα ή τη Σκυθία των κλασικών γραπτών. Στις αρχές τού 1ου αι. μ.Χ., ο Ισίδωρος από τον Χάρακα σημειώνει την παρουσία τους στο Σιστάν. Ο Περίπλους τής Ερυθράς Θαλάσσης (π. 70-80 μ.Χ.) καταγράφει μία σκυθική περιοχή στην κάτω κοιλάδα του Ινδού, με πρωτεύουσα τη Μιννάγκρα. Ο Κλ. Πτολεμαίος (π. 140 μ.Χ.) καταγράφει επίσης μία Ινδο-Σκυθία στη νοτιοδυτική Ινδία, η οποία αποτελούνταν από τις περιοχές Παταληνή και Σουραστρηνή (Σαουράστρα). Η εισβολή των Σκυθών στην Ινδία τον 2ο αι. π.Χ. πιθανότατα πραγματοποιήθηκε από κοινού από τους Σάκες, Παχλάβα, Καμπότζα, Παράντα, Ρισίκα και άλλες συμμαχικές φυλές από τα βορειοδυτικά.
Δυναστίες και ηγεμόνες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Απόγονοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Tadeusz Sulimirski σημειώνει ότι οι Σάκες εισέβαλαν επίσης σε μέρη της βόρειας Ινδίας. [28] Ο Ινδός γλωσσολόγος Weer Rajendra Rishi έχει εντοπίσει γλωσσικές συγγένειες μεταξύ ινδικών και κεντρο-ασιατικών γλωσσών, γεγονός που υποδηλώνει επίσης μία επιρροή των Σακών στη βόρεια Ινδία. [28] [29]
Σημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ A Catalogue of the Indian Coins in the British Museum. Andhras etc. Rapson, p. ciii
- ↑ Rapson, Coins of the British Museum, p. cv
- ↑ «Arrian: Anabasis Alexandri: Book VIII (Indica); Section V». Ancient History Sourcebooks. Fordham University. Ανακτήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2019.
- ↑ Suchandra Ghosh (11 Ιανουαρίου 2016). «Indo-Scythian (Saka) Kingdom». Στο: Nigel Dalziel, John M MacKenzie, επιμ. The Encyclopedia of Empire (στα Αγγλικά). Oxford, UK: John Wiley & Sons, Ltd. σελίδες 1–2. ISBN 978-1-118-45507-4.
Η παράμετρος |access-date=χρειάζεται|url=(βοήθεια) - ↑ Abdullaev, Kazim (2007). «Nomad Migration in Central Asia (in After Alexander: Central Asia before Islam)» (στα αγγλικά). Proceedings of the British Academy 133: 87–98. https://www.academia.edu/6864202.
- ↑ Greek Art in Central Asia, Afghan – Encyclopaedia Iranica.
- ↑ Diringer, David (1948). Alphabet A Key To The History Of Mankind. σελ. 350.
- 1 2 3 4 Beckwith, Christopher I. (2015). Greek Buddha: Pyrrho's Encounter with Early Buddhism in Central Asia (στα Αγγλικά). Princeton University Press. σελ. 5. ISBN 9781400866328.
- ↑ Attwood, Jayarava. Possible Iranian Origins for the Śākyas and Aspects of Buddhism (στα Αγγλικά). σελίδες 47–69.
- 1 2 Beckwith, Christopher I. (2015). Greek Buddha: Pyrrho's Encounter with Early Buddhism in Central Asia (στα Αγγλικά). Princeton University Press. σελίδες 1–21. ISBN 9781400866328.
- ↑ Mookerji, Radhakumud (1966). Chandragupta Maurya and His Times (στα Αγγλικά). Motilal Banarsidass. σελ. 27. ISBN 9788120804050.
- 1 2 Shashi, Shyam Singh (1999). Encyclopaedia Indica: Mauryas (στα Αγγλικά). Anmol Publications. σελ. 134. ISBN 9788170418597.
- ↑ D. B. Spooner (1915). «The Zoroastrian Period of Indian History». Journal of the Royal Asiatic Society of Great Britain and Ireland 47 (3): 416–417. doi:. https://zenodo.org/record/2403053.
- ↑ Mookerji, Radhakumud (1966). Chandragupta Maurya and His Times (στα Αγγλικά). Motilal Banarsidass. σελ. 210. ISBN 9788120804050.
- ↑ Grousset, Rene (1970). The Empire of the Steppes. Rutgers University Press. σελίδες 32. ISBN 978-0-8135-1304-1.
- ↑ Craig Benjamin (October 2003). «The Yuezhi Migration and Sogdia». Transoxiana Webfestschrift Series I: Eran Ud Aneran. http://www.transoxiana.org/Eran/Articles/benjamin.html.
- 1 2 Lena Jonson (3 Οκτωβρίου 2006). Tajikistan in the New Central Asia: Geopolitics, Great Power Rivalry and Radical Islam. I.B.Tauris. σελ. 25. ISBN 978-1-84511-293-6.
- ↑ Bailey, H.W. (1996) [14 April 1983]. «Chapter 34: Khotanese Saka Literature». Στο: Ehsan Yarshater, επιμ. The Cambridge History of Iran, Vol III: The Seleucid, Parthian, and Sasanian Periods, Part 2 (reprint έκδοση). Cambridge University Press. σελίδες 1230–1231. ISBN 978-0521246934.
- ↑ «The Parthian Stations». Parthia.com. 18. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Μαΐου 2023. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2012.
- ↑ Ahmad Hasan Dani. History of Civilizations of Central Asia, Volume 2. Motilal Banarsidass Publ. σελίδες 191–207.
- ↑ «Periplus of the Erythraean Sea, 38». Fordham.edu. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2012.
- ↑ «A gap in Puranic history». Boloji.com. 14 Μαρτίου 2004. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιανουαρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 14 Μαρτίου 2012.
- ↑ Seldeslachts (2007).
- 1 2 Neelis (2010).
- ↑ Hirakawa (1993).
- ↑ "In Nagarjunakonda Scythian influence is noticed and the cap and coat of a soldier on a pillar may be cited as an example" in Sivaramamurti, C. (1961). Indian Sculpture (στα Αγγλικά). Allied Publishers. σελ. 51.
- ↑ "A Scythian dvarapala standing wearing his typical draperies, boots and head dress. Distinct ethnic and sartorial characteristics are noteworthy" in Ray, Amita (1982). Life and Art of Early Andhradesa (στα Αγγλικά). Agam. σελ. 249.
- 1 2 Sulimirski, Tadeusz (1970). The Sarmatians. 73 of Ancient peoples and places. New York: Praeger. σελίδες 113–114. ISBN 9789080057272.
The evidence of both the ancient authors and the archaeological remains point to a massive migration of Sacian (Sakas)/Massagetan tribes from the Syr Daria Delta (Central Asia) by the middle of the second century B.C. Some of the Syr Darian tribes; they also invaded North India.
- ↑ Rishi, Weer Rajendra (1982). India & Russia: linguistic & cultural affinity. Roma. σελ. 95.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Bailey, H. W. 1958. "Languages of the Saka." Handbuch der Orientalistik, I. Abt., 4. Bd., I. Absch., Leiden-Köln. 1958.
- Faccenna D., "Sculptures from the sacred area of Butkara I", Istituto Poligrafico Dello Stato, Libreria Dello Stato, Rome, 1964.
- Harmatta, János, ed., 1994. History of civilizations of Central Asia, Volume II. The development of sedentary and nomadic civilizations: 700 B.C. to A.D. 250. Paris, UNESCO Publishing.
- Hill, John E. 2004. The Peoples of the West from the Weilue 魏略 by Yu Huan 魚豢: A Third Century Chinese Account Composed between AD 239 and 265. Draft annotated English translation.
- Hill, John E. (2009) Through the Jade Gate to Rome: A Study of the Silk Routes during the Later Han Dynasty, 1st to 2nd Centuries AD. BookSurge, Charleston, South Carolina. (ISBN 978-1-4392-2134-1).
- Hirakawa, Akira (1993). History of Indian Buddhism: From Śākyamuni to Early Mahāyāna. Motilall Banarsidas.
- Hulsewé, A. F. P. and Loewe, M. A. N. 1979. China in Central Asia: The Early Stage 125 BC – AD 23: an annotated translation of chapters 61 and 96 of the History of the Former Han Dynasty. E. J. Brill, Leiden.
- Huet, Gerard (2010) "Heritage du Sanskrit Dictionnaire, Sanskrit-Francais," p. 128. Αρχειοθετήθηκε 27 February 2008 στο Wayback Machine.
- Litvinsky, B. A., ed., 1996. History of civilizations of Central Asia, Volume III. The crossroads of civilizations: A.D. 250 to 750. Paris, UNESCO Publishing.
- Liu, Xinru 2001 "Migration and Settlement of the Yuezhi-Kushan: Interaction and Interdependence of Nomadic and Sedentary Societies." Journal of World History, Volume 12, No. 2, Fall 2001. University of Hawaii Press, pp 261–292. .
- Bulletin of the Asia Institute: The Archaeology and Art of Central Asia. Studies From the Former Soviet Union. New Series. Edited by B. A. Litvinskii and Carol Altman Bromberg. Translation directed by Mary Fleming Zirin. Vol. 8, (1994), pp 37–46.
- Millward, James A. (2007). Eurasian Crossroads: A History of Xinjiang. Columbia University Press, New York. (ISBN 978-0-231-13924-3).
- Neelis, Jason (2010). arly Buddhist Transmission and Trade Networks: Mobility and Exchange Within and Beyond the Northwestern Borderlands of South Asia. BRILL.
- Pulleyblank, Edwin G. 1970. "The Wu-sun and Sakas and the Yüeh-chih Migration." Bulletin of the School of Oriental and African Studies 33 (1970), pp 154–160.
- Ptolemy (1932). The Geography. Translated and edited by Edward Luther Stevenson. 1991 unabridged reproduction. Dover Publications, Mineola, N. Y. (ISBN 0-486-26896-9) (pbk)
- Puri, B. N. 1994. "The Sakas and Indo-Parthians." In: History of civilizations of Central Asia, Volume II. The development of sedentary and nomadic civilizations: 700 B.C. to A.D. 250. Harmatta, János, ed., 1994. Paris: UNESCO Publishing, pp 191–207.
- Ronca, Italo (1971). Ptolemaios Geographie 6,9–21. Ostrian und Zentralasien, Teil I. IsMEO — ROM.
- Seldeslachts, Erik (2007). «Greece, the Final Frontier? The Westwards Spread of Buddhism». Στο: Heirman, Ann· Bumbacher, Stephan Peter, επιμ. The Spread of Buddhism. BRILL.
- Watson, Burton. Trans. 1993. Records of the Grand Historian of China: Han Dynasty II (Revised Edition). Translated from the Shih chi of Ssu-ma Ch'ien. Chapter 123: The Account of Ta-yüan. Columbia University Press. (ISBN 0-231-08167-7)
- Wilcox, Peter and Angus McBride (1986). Rome's Enemies (3): Parthians and Sassanid Persians (Men-at-Arms). Osprey Publishing; illustrated edition. (ISBN 978-0-85045-688-2).
- Yu, Taishan. 1998. A Study of Saka History. Sino-Platonic Papers No. 80. July 1998. Dept. of Asian and Middle Eastern Studies, University of Pennsylvania.
- Yu, Taishan. 2000. A Hypothesis about the Source of the Sai Tribes. Sino-Platonic Papers No. 106. September 2000. Dept. of Asian and Middle Eastern Studies, University of Pennsylvania.
- Political History of Ancient India, 1996, H. C. Raychaudhury
- Hindu Polity, A Constitutional history of India in Hindu Times, 1978, K. P. Jayswal
- Geographical Data in Early Puranas, 1972, M. R. Singh
- India and Central Asia, 1955, P. C. Bagchi.
- Geography of Puranas, 1973, S. M. Ali
- Greeks in Bactria and India, W. W. Tarn
- Early History of North India, S. Chattopadhyava
- Sakas in Ancient India, S. Chattopadhyava
- Development of Kharoshthi script, C. C. Dasgupta
- Ancient India, 1956, R. K. Mukerjee
- Ancient India, Vol III, T. L. Shah
- Hellenism in Ancient India, G. N. Banerjee
- Manu and Yajnavalkya, K. P. Jayswal
- Anabaseeos Alexanddrou, Arrian
- Mathura lion capital inscriptions
- Corpus Inscriptionium Indicarum, Vol II, Part I, S. Konow
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- "Indo-Scythian dynasties", R. C. Senior[usurped]
- Coins of the Indo-Scythians
