Ινγκουσέτιοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ινγκουσέτιοι
ГIалгIай
Γαλγάι
Ingush (Ghalghai).jpg
Ινγκουσέτιος σε απεικόνιση των αρχών του 20ού αιώνα.
Συνολικός πληθυσμός
± 500.000
Περιοχές με σημαντικούς πληθυσμούς
Flag of Russia.svg Ρωσία444,833 (2010)[1]
   Flag of Ingushetia.svg Ινγκουσετία385,537 (2010)[1]
   Flag of the Chechen Republic.svg Τσετσενία1,296 (2010)[1]
   Flag of North Ossetia.svg Βόρεια Οσσετία-Αλανία28,336 (2010)[1]
Flag of Kazakhstan.svg Καζακστάν15,120 (2009)[2]
Flag of Ukraine.svg Ουκρανία455
Γλώσσες
Ινγκουσέτικη γλώσσα
Θρησκεία
Κυρίως Σουνίτες (Σαφί Μαντάμπ)
Σχετιζόμενες εθνικές ομάδες
Τσετσένιοι, Μπάτες, Κίστες και άλλοι Βορειοανατολικοί Καυκάσιοι λαοί

Οι ΙνγκουσέτιοιΙνγκούς, Ινγκούσιοι, ινγκούς: ГIалгIай, Γαλγάι, προφέρεται  [ˈʁəlʁɑj]) είναι βορειοανατολική Καυκάσια εθνότητα που κατοικεί στον Βόρειο Καύκασο, κυρίως στην Ινγκουσετία, μια ομοσπονδιακή δημοκρατία της ρωσικής Ομοσπονδίας. Είναι, όσον αφορά το θρήσκευμα, κατά κύριο λόγο Σουνίτες Μουσουλμάνοι και μιλούν τα ινγκουσετικά.[3] Είναι γνωστοί και ως Βαϊνάχ.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όνομα των Ινγκουσέτιων προέρχεται από το χωριό Ανγκούστ, το σημερινό Τάρσκογιε στη σημερινή Βόρεια Οσετία, κατά την οποία 24 πρεσβύτεροι που εκπροσωπούσαν τοπικές φυλές ορκίστηκαν να ενταχθούν στην Ρωσία.[4][5] Σύμφωνα με τη λαϊκή λαογραφία το ενδωνύμιο Γαλγάι προέρχεται από την ινγκουσική λέξη γκάλα (που σημαίνει πύργος-φρούριο). Μια άλλη θεωρία λέει ότι με βάση την ιστορική εξέλιξη της περιοχής το όνομα προέρχεται από την ένωση των λέξεων χα και χαλ, που κυριολεκτικά σημαίνει τρεις πόλεις. Σύμφωνα με την θεωρία τα 3 χωριά, Ταρκίμ, Χαμχί και Εγκικάλ, είναι οι τρεις πόλεις που αναφέρονται στο όνομα.[6] Αυτό υποστηρίζεται από την πρώτη πραγματική αναφορά της λέξης το 1590, όταν ο ορεινός λαός των Κολκάν επιτέθηκε σε δύο Ρώσους πρεσβευτές στο φαράγγι του Νταριάλ[7] αλλά και την τελική εδραίωση του όρου στους νοτιοδυτικούς Ναχίτες αρκετούς αιώνες αργότερα, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920.[8]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρόγονοι των Ινγκουσέτιων είναι γνωστοί ιστορικά με διάφορα ονόματα, π.χ. Τζουρντζούκοι, Κίστες ή Γλίγβι,[9][10] αν και κανένα από αυτά δεν χρησιμοποιήθηκε από τους ίδιους και είναι γεωργιανής προέλευσης. Ο τελευταίος όρος αναφέρθηκε για πρώτη φορά από τον γεωργιανό πρίγκιπα Βαχούστι του Κάρτλι το 1745, ως μια επικράτεια δίπλα στην Τζουρτζουκία και το Κιστέτι. Προηγουμένως ήταν γνωστή ως Τζουρτζουκία πριν την διαίρεση της.[11] Σύγχρονες πηγές αναφέρουν επίσης το εθνωνύμιο Ναχτσόι, το οποίο χρησιμοποιείται από τους Τσετσένους ακόμα και σήμερα.[12] Ωστόσο, λόγω πολιτικών και εχθρικών διαφωνιών, ο όρος άρχισε να αντικαθίσταται από τον όρο Βαϊνάχ, ξεκινώντας τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα, που σημαίνει ο λαός μας στα τσετσένικα και ινγκουσετικά.[13]

"Οι Σατόι και οι Ναζράν (Ινγκούς) διστάζουν να αυτοαποκαλούνται Ναχτσόι, ο οποίος προέρχεται από τις προηγούμενες εχθρικές αντιλήψεις για τους Τσετσένους. Αλλά με το ξεχείλισμα των εγκάρδιων συναισθημάτων στις συναντήσεις, σε μια γιορτή, στον δρόμο κ.ά., επιβεβαιώνουν πάντα την φυλετική τους ενότητα, εκφράζοντας τους εαυτούς τους: "Είμαστε κοινά αδέρφια" (βάι τσα βεζερέι ντέτσι)" ή "Είμαστε οι ίδιοι Ναχτσόι (βάι τσα ναχτσόι ντου)"."[14]

Οι Ινγκουσέτιοι δεν εφάρμοσαν ποτέ φεουδαρχικό σύστημα[15] και κυβερνούνταν από επιλεγμένους και σε υψηλή εκτίμηση γέροντες από τις φυλές. Το 1770 οι γέροντες των 24 φυλών των Ινγκουσέτιων υπέγραψαν συμφωνία με την Ρωσία αλλά θεωρούνται μέρος της ρωσικής εξουσίας από το 1810.[16] Οι Ινγκουσέτιοι πάντως θεωρούνταν τους ίδιους ανεξάρτητους και δεν δέχονταν να συμφωνήσουν με τους ρωσικούς νόμους, με αποτέλεσμα συγκρούσεις με τις ρωσικές δυνάμεις στην Ινγκουσετία,[17], όπως η εξέγερση του Ναζράν όπου 5.000 ένοπλοι Ινγκούς του Ναζράν προσπάθησαν το 1858 να καταλάβουν το τοπικό φρούριο. Μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες βοήθειας από τον Ιμάμ Σαμίλ οι Ρώσοι κατέστειλαν την εξέγερση. Οι ηγέτες της απαγχονίστηκαν και πολλοί συμμετέχοντες τιμωρήθηκαν σωματικά.[18]

Παρ ' όλα αυτά πολλοί Ινγκουσέτιοι, όπως ο εθνικός ήρωας Ουτσίγκ Μαλσάγκ,[19], τήρησε τον όρκο του 1810 με την Ρωσία, που συμπεριλάμβανε την διαταγή να πολεμήσουν κατά των εχθρών της Ρωσίας και ειδικά των Τσετσένων και των Καμπάρντιων.[20] Υπό την Σοβιετική εποχή, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Ινγκουσέτιοι και οι Τσετσένοι κατηγορήθηκαν ψευδώς για συνεργασία με τους Ναζί και έτσι το σύνολο των δύο εθνών απελάθηκε στις Καζακικές και Κιργιζικές Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες. Οι Ινγκουσέτιοι αποκαταστάθηκαν κατά την δεκαετία του 1950, μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, και τους επετράπη να παλιννοστήσουν το 1957, αν και τότε κάποια δυτικά εδάφη των Ινγκουσέτιοι είχαν παραχωρηθεί στην Βόρεια Οσετία.

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεσαιωνικό συγκρότημα άμυνας και παρατηρητηρίων στο Βόβνασκε. Είναι μοναδικό μνημείο της ινγκουσετικής αρχιτεκτονικής.

Ο διάσημος Σοβιετικός αρχαιολόγος και ιστορικός, καθηγητής Ε.Ι. Κρούπνοφ περιγράφεται τους πύργους των Ινγκουσετίων στο έργο του "Μεσαιωνική Ινγκουσετία":[21]

"Οι πολεμικοί πύργοι των Ινγκουσετίων, είναι στην αληθινή τους έννοια, το αποκορύφωμα της αρχιτεκτονικής και κατασκευαστικής γνώσης του αρχαίου πληθυσμού της περιοχής. Εντυπωσιάζουν με την απλή μορφή τους, την μνημειακότητα και την αυστηρή χάρη τους. Για την ώρα, οι πύργοι των Ινγκούς ήταν πραγματικό θαύμα της ανθρώπινης διάνοιας."

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ινγκουσέτιοι έχουν πλούσιο πολιτισμό με παραδόσεις, θρύλους, έπη, παραμύθια, τραγούδια, παροιμίες και γνωμικά. Οι μουσική, τα τραγούδια και ο χορός χαίρουν μεγάλης μεγάλης εκτίμησης. Δημοφιλή μουσικά όργανα των Ινγκουσέτιων είναι το ντατσίκ-παντέρ (είδος μπαλαλάικας), το κεχάτ ποντέρ (ακορντεόν, το παίζουν κυρίως τα κορίτσια), το μιρζ ποντέρ (βιολί με τρεις χορδές), ο ζουρνάς (τύπος όμποε), το ντέφι, το τύμπανο και άλλα.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ινγκουσέτιοι είναι κατά κύριο λόγο Σουνίτες Μουσουλμάνοι του Σαφί μαντάμπ, με μια κοινότητα Σουφιστών που ανήκουν στην Καντίριγια ταρικά του τσετσένου ιεροκήρυκα Κούντα Χατζί.[22][23]

Γενετική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με έρευνα του Ιβάνε Νασίντζε το 2003 (αναλύεται περαιτέρω το 2004), η δομή του χρωμοσώματος Υ των Ινγκουσέτιων μοιάζει πολύ με αυτή των γειτονικών λαών του Καυκάσου (κυρίως των Τσετσένων, των γλωσσικών και πολιτιστικών αδερφών των Ινγκουσέτιων).[24][25]

Υπήρξε μόνο μία συστηματική μελέτη του ινγκουσέτικου χρωμοσώματος Υ. Τα ακόλουθα στατιστικά στοιχεία δεν πρέπει να θεωρούνται οριστικά, καθώς το έρευνα του Νασίντζε έχει μικρό δείγμα Ινγκουσέτιων. Ωστόσο δίνουν μια ιδέα για τις κύριες απλοομάδες των Ινγκουσέτιων.

  • J2 – το 89% των Ινγκουσέτιων έχουν αυτή την απλοομάδα, που είναι η υψηλότερη συχνότητα αυτή της απλοομάδας στην Εύφορη Ημισέληνο.[26]
  • F* – (11% των Ινγκουσέτιων)[27] Αυτή η απλοομάδα αποκαλείται "F*" από τον Ι. Νασίντζε. Μπορεί να είναι οποιαδήποτε απλοομάδα της ομάδας F που δεν ήταν μέλος των ομάδων G, I, J2, ή Κ. ωστόσο, είναι πιθανόν να αποτελείται από απλοτύπους που είτε ανήκουν στην απλοομάδα J1 (χαρακτηριστικό της περιοχής, με πολύ υψηλές συχνότητες σε μέρη του Νταγκεστάν, καθώς και στην Αραβία, αν και σε διαφορετικό υποκλάδο) ή την F3.
  • G – (27% των Ινγκουσέτιων) Χαρακτηριστική απλοομάδα στη Μέση Ανατολή, τη Μεσόγειο και τον Καύκασο. Οι υψηλότερες τιμές βρέθηκαν ανάμεσα σε Γεωργιανούς, Κιρκάσιους και Οσσέτιους. Υπήρχε μια αισθητή διαφορά του ποσοστού του G μεταξύ Ινγκουσέτιων και Τσετσένων (σε J2 και F*, οι Ινγκούς και οι Τσετσένοι έχουν παρόμοια επίπεδα), ενώ μάλλον οι διαφορές οφείλονται στο γεγονός ότι ήταν λίγα τα δείγματα και όλα από την ίδια πόλη.

Στο μιτοχονδριακό δεοξυριβονουκλεϊκό οξύ, οι Ινγκουσέτιοι είχαν ένα πιο διακριτό πληθυσμό, με απόσταση από άλλους πληθυσμούς. Οι πληθυσμοί, σύμφωνα με ανάλυση του Νασίντζε, με τους οποίους υπήρχε μεγαλύτερη ομοιότητα, είναι οι Τσετσένοι, Καμπάρντιοι και Αντίγκε (Κιρκάσιοι), αλλά είχαν πολύ μεγαλύτερη ομοιότητα με άλλους πληθυσμούς σε σχέση με τους Ινγκουσέτιους.[27]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 «Russian Census 2010: Population by ethnicity». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 17 Ιουνίου 2020. 
  2. Агентство Республики Казахстан по статистике. Перепись 2009. Αρχειοθετήθηκε 2012-05-01 στο Wayback Machine.
  3. Nichols, J. and Vagapov, A. D. (2004).
  4. "Caucasian Highlander". Prague. 1924. 
  5. Географические и статистические описания Кавказа, И. А. (1809). графические и статистические описания Кавказа (рус.). 
  6. Яковлев, Николай Феофанович. Ингуши. 
  7. Кодзоев, Н. Д. Российские и иностранные исследователи. и путешественники XVI—XIX вв. об Ингушетии и ингушах. 
  8. Шнирельман, В. А. (2016). Быть аланами. Интеллектуалы и политика на Северном Кавказе в XX веке. — М.: Новое литературное обозрение. σελ. 103. 
  9. Heinrich Julius Klaproth.
  10. Dietrich Christoph von Rommel.
  11. Bagrationi, Vakhushti (1745). Description of the Georgian Kingdom. Bakhushti Bagrationi. 
  12. Берже, А.П. (1859). Чечня и Чеченцы. σελίδες 65–66. 
  13. Шнирельман, В. А. Быть аланами. Интеллектуалы и политика на Северном Кавказе в XX веке. — М.: Новое литературное обозрение. 
  14. Лаудаев, Умалат (1872). Сборник сведений о кавказских горцах Вып. VI. Тифлис. 
  15. le Carré, John (1996). "Our Game". 
  16. Güldenstädt, Johann Anton (1787). "Travels through Russia and the Caucasus Mountains" Vol. 1. 
  17. Tornau, Baron F.F. (1844). "Memoires Of A Caucasian Officer". 
  18. «История ингушского народа. Глава 5. ГЛАВА 5 ИНГУШЕТИЯ В XIX В. § 1. Ингушетия в первой половине XIX в. Основание Назрани». 
  19. «Уциг Малсаг Долгиев». Ингуш.RU (στα Ρωσικά). 8 Μαΐου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Ιουλίου 2009. Ανακτήθηκε στις 18 Αυγούστου 2010. 
  20. Акты Кавк. Археогр. Комиссии. Т. IV . Тифлис. 1870 г., док. 1382. стр. 899—901. 
  21. Крупнов Е.И. 1971, σελ. 71.
  22. Stefano Allievi· Jørgen S. Nielsen (2003). Muslim networks and transnational communities in and across Europe. 1. 
  23. Керимович, Далгат, Башир. Христианство и магометанство в Чечне. Распространение христианства и магометанства среди ингушей. 
  24. «Testing hypotheses of language replacement in the Caucasus: evidence from the Y-chromosome». Human Genetics 112 (3): 255–61. March 2003. doi:10.1007/s00439-002-0874-4. PMID 12596050. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2010-12-27. https://web.archive.org/web/20101227061005/http://www.familytreedna.com/pdf/Nasidze_2003.pdf. Ανακτήθηκε στις 2011-04-16. 
  25. Nasidze, I.; Ling, E. Y. S.; Quinque, D. (2004). «Mitochondrial DNA and Y-Chromosome Variation in the Caucasus». Annals of Human Genetics 68 (3): 205–221. doi:10.1046/j.1529-8817.2004.00092.x. PMID 15180701. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-06-08. https://web.archive.org/web/20110608081424/http://www.eva.mpg.de/genetics/pdf/Caucasus_big_paper.pdf. 
  26. Oleg Balanovsky, Khadizhat Dibirova, Anna Dybo, Oleg Mudrak, Svetlana Frolova, Elvira Pocheshkhova, Marc Haber, Daniel Platt, Theodore Schurr, Wolfgang Haak, Marina Kuznetsova, Magomed Radzhabov, Olga Balaganskaya, Alexey Romanov, Tatiana Zakharova, David F. Soria Hernanz, Pierre Zalloua, Sergey Koshel, Merritt Ruhlen, Colin Renfrew, R. Spencer Wells, Chris Tyler-Smith, Elena Balanovska, and The Genographic Consortium Parallel Evolution of Genes and Languages in the Caucasus Region Mol.
  27. 27,0 27,1 Nasidze, I.; Ling, E. Y. S.; Quinque, D. (2004). «Mitochondrial DNA and Y-Chromosome Variation in the Caucasus». Annals of Human Genetics 68 (3): 205–221. doi:10.1046/j.1529-8817.2004.00092.x. PMID 15180701. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-06-08. https://web.archive.org/web/20110608081424/http://www.eva.mpg.de/genetics/pdf/Caucasus_big_paper.pdf.