Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Καρυάς Ολύμπου
Συντεταγμένες: 39°59′10.792″N 22°23′29.702″E / 39.98633111°N 22.39158389°E
| Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Καρυάς Ολύμπου | |
|---|---|
| ανατολική ορθόδοξη εκκλησία | |
| διατηρητέο κτήριο στην Ελλάδα | |
![]() | |
| Γεωγραφικές συντεταγμένες | 39°59′11″N 22°23′30″E |
| Διοικητική υπαγωγή | Δήμος Ελασσόνας |
| Τοποθεσία | Καρυά Λάρισας |
| Χώρα | Ελλάδα |
| Δεδομένα () | |
Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου βρίσκεται στο χωρίο Καρυά Ολύμπου του Νομού Λάρισας[1].
Τοποθεσία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Καρυά Ολύμπου, κτισμένη σε υψόμετρο 900μ., υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ελασσόνας και βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του νομού Λάρισας, στα σύνορα της Θεσσαλίας με τη Μακεδονία, στους πρόποδες του όρους Όλυμπος[2].
Περιγραφή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου βρίσκεται στο βόρειο άκρο του χωριού και αποτελεί το κέντρο της θρησκευτικής αλλά και κοινωνικής ζωής των κατοίκων. Είναι κτισμένος στη βόρεια πλευρά ενός ευρύχωρου οικοπέδου δίνοντας τη δυνατότητα στα νότια και δυτικά να υπάρχει μεγάλος ελεύθερος χώρος ο οποίος διαμορφώνεται σε τρία επίπεδα. Στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου βρίσκεται η αίθουσα του Κατηχητικού Σχολείου, που χρησιμοποιείται και για διάφορες άλλες πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες της ενορίας, διάφοροι αποθηκευτικοί χώροι και πίσω από το Ιερό ένας ξεχωριστός χώρος για τον ενταφιασμό των εφημερίων του ναού.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η ανοικοδόμηση του Ιερού Ναού άρχισε το 1805 και αποπερατώθηκε δύο χρόνια αργότερα, το 1807 επί Επισκόπου Πλαταμώνος Γερασίμου (1798-1822), όπως μαρτυρεί η επιγραφή σε μεγάλη λίθινη επιφάνεια εντοιχισμένη εξωτερικά στην ανατολική πλευρά του ναού. Άλλη μια επιγραφή που μαρτυρεί κι αυτή τη χρονολογία ιδρύσεως του ναού βρίσκεται εξωτερικά στη δυτική πλευρά του ναού στην οποία αναγράφεται μόνο το έτος 1807[3] .
Η προφορική παράδοση που διασώζεται θέλει για την ανοικοδόμηση του ναού να χορηγείται άδεια από τον διαβόητο Αλή πασά των Ιωαννίνων, σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τα ένοπλα σώματα των κλεφταρματολών που δρούσαν στις κατάφυτες πλαγιές του Ολύμπου και στην Καρυά έβρισκαν καταφύγιο και ανάπαυση. Η παράδοση αυτή ίσως δικαιολογεί και το μεγάλο μέγεθος του ναού, μεγαλοπρεπούς για τα δεδομένα της εποχής και του τόπου αλλά και τη διακόσμηση του με μοναδικής ομορφιάς και τεχνοτροπίας ξυλόγλυπτου τέμπλου και εικόνων.
Η αφιέρωση του ναού στον Άγιο Νικόλαο, έναν κατεξοχήν θαλασσινό Άγιο, προστάτη των ναυτικών, προξενεί απορία, αφού αυτός βρίσκεται κτισμένος σε τόσο μεγάλο υψόμετρο, 900 μ. κάτω από τις επιβλητικές κορυφές του Ολύμπου. Την απορία αυτή διαφωτίζει μια προφορική διήγηση που διασώζεται μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την οποία κάποιος κάτοικος της Καρυάς εκείνη την εποχή είτε εργαζόταν ως ναυτικός, είτε επέβαινε ως ταξιδιώτης σε κάποιο πλοίο. Σε μια θαλασσοταραχή διαβλέποντας μεγάλο κίνδυνο να πνιγεί, απεύθυνε προσευχή προς τον Άγιο Νικόλαο υποσχόμενος πως αν σωθεί θα χτίσει έναν ναό επ' ονόματι του. Πράγματι, όταν αργότερα επέστρεψε στο χωριό, υλοποίησε αμέσως το τάμα του ανεγείροντας αυτό τον περικαλλή ναό. Ως ανάμνηση, αλλά και απόδειξη αυτής της παράδοσης, επικαλείται ένα ξυλόγλυπτο αγαλματίδιο σε ομοίωμα ναυτικού πάνω στο οποίο στηρίζεται ο άμβωνας. Η παράδοση θέλει ο ναυτικός αυτός να αποκαλείται «Ανανίας»[4].
Αρχιτεκτονική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αρχιτεκτονικά ο ναός κατατάσσεται στο ρυθμό της τρίκλιτης βασιλικής μετά τρούλου και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ναού που κτιζόταν στην ευρύτερη περιοχή κατά τους οθωμανικούς χρόνους. Η γερή θεμελίωσή του, η επιμελημένη και άριστη τοιχοποιία του, με ασβεστόκτιστο εξωτερικό τοίχο πλάτους 1,20 μέτρων προσδίδει στο ναό στιβαρότητα, μεγαλοπρέπεια και αξιοθαύμαστη αντοχή στο πέρασμα του χρόνου.
Η είσοδος στο ναό επιτρέπεται από δύο πύλες, μία στα νότια, που είναι και η κεντρική, γι' αυτό και μεγαλοπρεπής, η οποία διακοσμείται με τρείς λαξευμένους ογκόλιθους από πράσινο σχιστόλιθο, διαστάσεων 1,25 επί 0,25 μέτρα οι δύο κάθετοι και 1,30 επί 0,80 μέτρα το κοιλόκυρτο υπέρθυρο το οποίο φέρει ανάγλυφους τρείς σταυρούς.

Η όλη κατασκευή ενισχύεται από χοντρά σίδερα τοποθετημένα στο ύψος των δύο παραστάδων, τα οποία διαπερνούν τους λίθινους όγκους βγαίνοντας από την άλλη πλευρά. Ένα έξυπνο τέχνασμα που χαρίζει μεγαλύτερη ασφάλεια και αντοχή στο χρόνο. Πάνω από την εντυπωσιακή αυτή κατασκευή σχηματίζεται εξωτερικά αβαθή κόγχη η οποία κοσμείται με την εικόνα του τιμώμενου Αγίου.
Η βαριά ξύλινη θύρα στηρίζεται σε δύο μεταλλικούς ρεζέδες οι οποίοι στερεώνονται στην τοιχοδομή. Είναι κατασκευασμένη από χοντρά, όχι πολύ καλά επεξεργασμένα, δρύινα σανίδια και στην εξωτερική πλευρά είναι εμφανή πολλά πλατυκέφαλα χειροποίητα σιδερένια καρφιά. Εντύπωση και θαυμασμό προκαλεί η κλειδαριά στη δεξιά πλευρά της θύρας, περίτεχνα κατασκευασμένη με ιδιάζουσα λειτουργία, καθώς και το βαρύ μεταλλικό κλειδί της. Ο χώρος που απομένει κενός ανάμεσα στους δύο παραστάδες είναι αρκετά στενός, ιδιότυπο και αυτό χαρακτηριστικό ναών της Οθωμανοκρατίας, σκόπιμα κατασκευασμένο, ώστε να αποτρέπεται η συνήθης πρακτική των κατακτητών να εισέρχονται πάνω στα άλογά τους, προς βεβήλωση των χριστιανικών ναών. Η είσοδος της δυτικής πλευράς, σε αντίθεση με την κεντρική, είναι πιο λιτή, πιο μικρή και πιο χαμηλή. Βρίσκεται στη βάση του κωδωνοστασίου και σχηματίζει κι αυτή αβαθή κόγχη στο υπέρθυρο της χωρίς όμως εικόνα Αγίου. Ένα εντυπωσιακό, ιστορικό στοιχείο που παραμένει αναλλοίωτο σ' αυτή είναι η υπερμεγέθης δρύινη δοκός, εσωτερικά της θύρας, στην πραγματικότητα μοιάζει με άκομψα κατεργασμένο κορμό δένδρου, η οποία χρησιμεύει ως μπάρα ασφαλείας συρόμενη από τη μία πλευρά στην άλλη, στερεωμένη σε βαθιές κοιλότητες της τοιχοδομής.
Το δάπεδο του ναού βρισκόταν παλαιότερα σε χαμηλότερο ύψος από αυτό που σήμερα βρίσκεται και ήταν πλακόστρωτο. Αυτό ήταν συνηθισμένο εκείνη τη εποχή αφ' ενός μεν για λόγους μυσταγωγίας και δημιουργίας μιας ατμόσφαιρας κατάνυξης, καθώς ο πιστός εισερχόμενος στο ναό αναγκάζεται να σκύψει και να κατέβει χαμηλότερα από το επίπεδο της γης δηλώνοντας την ταπείνωση και αφοσίωσή του στον Θεό, αφ' ετέρου δε επειδή οι Οθωμανοί έθεταν περιορισμούς ως προς το ύψος των χριστιανικών ναών με αποτέλεσμα οι τεχνίτες να τοποθετούν το δάπεδο χαμηλότερα από την επιφάνεια της γης προκειμένου να εξασφαλίσουν το απαιτούμενο ύψος[3].
Το εσωτερικό του ναού χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες. Οι κίονες αυτοί, οκτώ συνολικά, συνδέονται μεταξύ τους, αλλά και με τις τέσσερις πλευρές οικοδομής, με μεγάλους ξύλινους ελκυστήρες πελεκημένους στο χέρι, οι οποίοι χαρίζουν σταθερότητα στο ναό και στηρίζουν τα τόξα των θόλων.
Τέσσερα δίλοβα σιδερόφρακτα παράθυρα με ευρύχωρη εσωτερικά κόγχη, δίνουν το απαραίτητο, αν και λιγοστό, φως στο εσωτερικό του ναού. Στη βόρεια πλευρά δεν υπάρχουν παράθυρα καθώς το μεγαλύτερο μέρος της τοιχοδομής βρίσκεται μέσα στο έδαφος εξαιτίας της γεωλογικής διαμόρφωσης του τόπου.
Το πιο εντυπωσιακό όμως στοιχείο, και συνάμα εκείνο που προσδίδει μια αξιοθαύμαστη ιδιαιτερότητα στην αρχιτεκτονική του ναού είναι οι εσωτερικά μόνο ορατοί φουρνικοί θόλοι της οροφής[5]. Οι εσωτερικοί αυτοί τρούλοι, δεκαπέντε συνολικά, προσδίδουν ιδιαίτερη μυσταγωγική ατμόσφαιρα και παράλληλα συμβάλλουν στην καλή ακουστικότητα του χώρου.
Στη βόρεια πλευρά του εσωτερικού, απέναντι σχεδόν από την κεντρική πύλη βρίσκεται ο άμβωνας, υπερυψωμένος τόσο που αγγίζει τους τρούλους της οροφής. Η ξύλινη κατασκευή του σχηματίζει κωνική μορφή με εννέα συνολικά αγιογραφημένες επιφάνειες και με ξυλόγλυπτη περιστερά στο μέσον του θωρακίου να χρησιμοποιείται ως αναλόγιο. Η όλη κατασκευή υποβαστάζεται από ένα ξύλινο αγαλματίδιο που αναπαριστά μια μορφή ναυτικού, το αποκαλούμενο ως « Ανανίας».
Στη δυτική πλευρά, αρκετά υπερυψωμένος από το εσωτερικό του κυρίως ναού, δημιουργείται ο γυναικωνίτης, χωριζόμενος με χοντρό ασβεστόκτιστο τοίχο όμοιο με τον εξωτερικό, στον οποίο σχηματίζονται δύο ευρύχωρες θύρες για επικοινωνία και ένα ορθογώνιο άνοιγμα ως παράθυρο. Ο χώρος διαιρείται σε δύο ορόφους και φωτίζεται από δύο παράθυρα σε κάθε όροφο όμοια με αυτά του κυρίως ναού. Στον επάνω όροφο οδηγεί ξύλινη κλίμακα. Στον τοίχο της νότιας πλευράς του επάνω ορόφου παλαιότερα σχηματίζονταν τρείς κογχοειδείς θύρες που οδηγούσαν στον εξώστη που έβλεπε στον κυρίως ναό. Σήμερα για λόγους στατικότητας κυρίως ο εξώστης δεν υπάρχει, οι θύρες που οδηγούσαν σ' αυτόν έχουν χτιστεί και ο επάνω όροφος του γυναικωνίτη χρησιμοποιείται ως μουσειακός χώρος στον οποίο εκτίθενται και φυλάσσονται τα κειμήλια που διασώζονται στο ναό.
Στην ανατολική πλευρά σχηματίζεται ευρύχωρο Ιερό Βήμα, το οποίο χωρίζεται από τον κυρίως ναό με το εξαιρετικό ξυλόγλυπτο τέμπλο, το οποίο θα περιγράψουμε αναλυτικά στη συνέχεια της παρούσας εργασίας. Η κεντρική κόγχη του Ι. Βήματος εσωτερικά είναι αγιογραφημένη σχετικά πρόσφατα. Στην εξωτερική της πλευρά σχηματίζει τρεις πολυγωνικές κόγχες από λαξευτό πωρόλιθο με κάποια υποτυπώδη ανάγλυφη τοξωτή διακόσμηση. Στην κεντρική κόγχη μόλις που διακρίνεται ανάγλυφος ένας σταυρός[5].
Η στέγη του ναού είναι τετρακλινής, πλακοσκέπαστη αρχικά, αντικαταστάθηκε τη δεκαετία του 1980 από κεραμοσκεπή. Στο μέσον της στέγης δεσπόζει υπερυψωμένος ο κεντρικός τρούλος κατασκευασμένος πολυγωνικά από πω ρόλιθους όμοιους με αυτούς των εξωτερικών κογχών της ανατολικής πλευράς. Ο τρούλος είναι πλακοσκεπής με δύο ζώνες ενσφηνωμένων κεραμιδοειδών κάτωθεν της στέγης, ενώ σε κάθε πλευρά σχηματίζεται από ένα μικρό μονόλοβο παράθυρο. Εξαιτίας της κατασκευής του πιθανολογείται πως χρησίμευε περισσότερο για πρακτικούς λόγους, όπως ο εξαερισμός του εσωτερικού χώρου του κυρίως ναού.
Στη δυτική πλευρά, ακριβώς στη θέση της δυτικής θύρας, υψώνεται μεγαλόπρεπο το τριώροφο πέτρινο κωδωνοστάσιο του ναού, κτισμένο το 1863 με τη συνδρομή των αδελφών Κωνσταντίνου, Ιωάννου και Αντωνίου Γκόλτσιου. Την κεντρική καμπάνα είχε δωρίσει ο Αρχιμανδρίτης Μόδεστος, όπως μαρτυρεί λιθανάγλυφη πλάκα εντοιχισμένη πλησίον του κωδωνοστασίου, η οποία απεικονίζει το ομοίωμα ενός κληρικού με την επιγραφή: « ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΝΔΡΟΜΙΤΗΣ ΚΑΡΥΑ 1863 ΜΑΡ 5 »[6].
Στο εσωτερικό του ναού δεν διασώζεται κάποιος αξιόλογος αγιογραφικός διάκοσμος καθώς αυτός που υπάρχει είναι πολύ πρόσφατος. Οι μοναδικές αγιογραφίες που υπάρχουν και διασώζονται από την εποχή ανέγερσης του ναού είναι οι τέσσερις Ευαγγελιστές στα τύμπανα της βάσης του κεντρικού τρούλου, και οι τοιχογραφίες των δύο Αρχαγγέλων εκατέρωθεν της πύλης που οδηγεί στο γυναικωνίτη. Στο υπέρθυρο αυτής της πύλης σώζεται πίνακας μεγάλων διαστάσεων που εικονίζει την παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έργο του ζωγράφου Δημήτρη Οικονομίδη το 1937 με τη συνδρομή του εφημερίου του ναού, πατέρα Ιωάννη Γκόλτσιο.
Πολιτισμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου εκτός από χώρος λατρευτικών συνάξεων στάθηκε κατά τους τελευταίους δύο αιώνες και το κέντρο της κοινωνικής ζωής των κατοίκων. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε και η συμβολή του στην εκπαιδευτική ζωή του τόπου.
Σύμφωνα με προφορικές πηγές τα πρώτα εκπαιδευτικά ιδρύματα στην περιοχή του χωριού λειτούργησαν στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Κλημάδων, ως κρυφό σχολειό και στο γειτονικό χωριό της Σκαμνιάς όπου στο γυναικωνίτη του Ιερού ναού της Αγίας Τριάδος λειτουργούσε σχολείο, υπό την εποπτεία των μονών της περιοχής[7].
Μια πολύ αξιόλογη μαρτυρία αναφορικά με τη λειτουργία του πρώτου εκπαιδευτικού ιδρύματος στην Καρυά μάς παρέχει ο κ. Θεόδωρος Παπαγεωργίου, δάσκαλος του χωριού, ο οποίος σε Έκθεση του προς τον Επιθεωρητή Ελασσόνας γράφει: «Κατά το έτος 1807, τότε ανεγέρθη ο νυν υπάρχων Ναός του Αγ. Νικολάου, ευρέθησαν οι κάτοικοι εις την ανάγκην να ανεγείρουν το ίδιον έτος, παραπλεύρως του Ναού και εις εκκλησιαστικόν χώρον το πρώτο διδακτήριον δαπάναις των Μοναστηριών εκ των εσόδων της τεραστίας περιουσίας των»[8].
Το σχολείο λειτούργησε στο χώρο αυτό για έναν περίπου αιώνα, μέχρι και την απελευθέρωση του 1912. Τότε: «εγκατελείφθη το παλαιόν διδακτήριον και εστεγάσθη εις το υπάρχον τότε καινουργές Τουρκικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον επειδή εκπληρούσε πληρέστερον τους όρους υγιείνης και παιδαγωγικούς σκοπούς».
Έπειτα, το σχολείο λειτούργησε στο νέο κτίριο μέχρι και την γερμανική κατοχή του 1941. Εξαιτίας των δύσκολων συνθηκών της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε οι κάτοικοι εκπατρίστηκαν από το χωριό. Μετά τον επαναπατρισμό τους το 1950, λόγω της ανατινάξεως του σχολικού κτιρίου από τους Γερμανούς, το σχολείο συνέχισε να λειτουργεί και πάλι στον πρώτο του χώρο, στον γυναικωνίτη του ναού του Αγίου Νικολάου, μέχρι και το 1954[8].
Από εκείνα τα χρόνια διασώζονται ακόμη στο αρχείο του ναού, ως αδιάψευστοι μάρτυρες, δύο χειρόγραφα. Το πρώτο φέρει την επιγραφή: «Εν Καρυά Ολύμπου τη 18 Ιουλίου 1847. Ο Καθηγορίτης Γεώργιος από τον Τύρναβο, σχολάρχης στην Καρυά, έγραψε το βίο και την Ακολουθία του Αγίου Μοδέστου»[5].
Το δεύτερο χειρόγραφο επιγράφεται: «Εν Καρυά τη 27 Ιανουαρίου 1876. Ο Αγοραστίδης Δημήτριος από τη Ραψάνη, δάσκαλος στην Καρυά, έγραψε την Ακολουθία στη μνήμη του Στυλιανού του Παφλαγώνος»[5].
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Δ.Ε. Καρυάς». dimoselassonas.gr. Ανακτήθηκε στις 6 Απριλίου 2023.
- ↑ Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα. 32. Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος. 1996. σελ. 251.
- 1 2 Καρυά Ολύμπου. Αναζητώντας τα ίχνη των ανθρώπων που έζησαν στο λεκανοπέδιο της Ζηλιάνας. Έκδοση του Μ. Ε. Συλλόγου Καρυωτών Λάρισας και περιχώρων «Ο Ζεύς». Ζυγούρης Δημήτριος Λάρισα 2019. σελ. 269.
- ↑ Τα τοπωνύμια της Καρυάς του Ολύμπου », Έντυπη Έκδοση Συλλόγου Καρυωτών Λάρισας και περιχώρων «Ο Ζεύς». Λάρισα 2010. σελ. 5-6
- 1 2 3 4 Η εκκλησία και το τέμπλο του Αγίου Νικολάου στην Καρυά Ολύμπου. Διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία - Τμήμα Εικαστικών και Επιστημών της Τέχνης της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Λαπούσης Δημήτριος. Ιούνιος 2021. σελ. 40-44
- ↑ Συνοπτική περιγραφή του χωρίου μου Καρυά Ολύμπου και ο βίος των κατοίκων αυτού. Οικονομίδης Αθανάσιος. Παρουσίαση Σακελλαρίδη Δημ. Λάρισα 1987.
- ↑ Ιστορία της Σκαμνιάς Ολύμπου. Ανέκδοτο βιβλίο. Μουγδής Δημήτριος.
- 1 2 Η εκπαίδευση στην Κοινότητα Καρυάς από την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα. Έντυπη Έκδοση Συλλόγου Καρυωτών Λάρισας και περιχώρων «Ο Ζεύς». Λάρισα 2010. σελ. 12-13
