Ιερά Σινδόνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Φωτογραφία της Σινδόνης του Τορίνο από τον Giuseppe Enrie το 1931.

Η Σινδόνη του Τορίνο ή Ιερά Σινδόνη είναι ένα κομμάτι ύφασμα πάνω στο οποίο είναι αποτυπωμένη η εικόνα ενός γενειοφόρου άνδρα, και η τοποθέτηση του πάνω στο ύφασμα πιστεύεται ότι ταιριάζει σε σώμα που έχει σταυρωθεί και τραυματιστεί. Έχει αποτελέσει πηγή διαμάχης μεταξύ της θρησκευτικής και της επιστημονικής κοινότητας για αιώνες, καθώς υποστηρίζεται ότι πρόκειται για το σάβανο στο οποίο εναποτέθηκε το σώμα του Ιησού Χριστού, μετά την αποκαθήλωσή του από τον Σταυρό, ενώ σύμφωνα με κάποιες επιστημονικές μελέτες αποτελεί ανθρώπινο κατασκεύασμα. Η Σινδόνη είναι ένα λινό ύφασμα κιτρινωπού χρώματος, διαστάσεων 4,40 μέτρων μάκρος και 1,10 μέτρων φάρδος,[1] που φυλάσσεται από το 1578 στον καθεδρικό ναό του Τορίνο. Η ύφανση του είναι από ψαροκόκκαλο από ίνες λιναριού, υλικά που χρησιμοποιούνταν την εποχή του Ιησού Χριστού.[2]

Για την αυθεντικότητα και την προέλευσή της έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Επιστημονικές αναλύσεις και χρονολογήσεις του υφάσματος αναφέρονται από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν παρατηρήθηκε πως οι χρωματικοί τόνοι των εικόνων της Σινδόνης είχαν μάλλον το χαρακτήρα φωτογραφικών αρνητικών. Το 1988, τρεις ανεξάρτητες μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε εργαστήρια του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, της Αριζόνας και του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Ελβετίας αντίστοιχα, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως πρόκειται για δημιούργημα που χρονολογείται την περίοδο 1290-1390. Με βάση τα αποτελέσματα των ερευνών, η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία αποδέχτηκε τη Σινδόνη ως μη αυθεντική[3][4].

Εντούτοις, το βασικό επιχείρημα κατά των παραπάνω μελετών έχει να κάνει με την αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο έχει ληφθεί το δείγμα προς εξέταση και όχι της μεθόδου (radiocarbon dating) που χρησιμοποιήθηκε. Επιστήμονες υποστηρίζουν ότι τα αποτελέσματα των μελετών του 1988 προήλθαν από την ανάλυση του άκρου που χρησιμοποιήθηκε για τη χρονολόγηση και όχι του κύριου μέρους του υφάσματος. Όπως εξηγούν, η φωτιά που ξέσπασε το 1532 στο παρεκκλήσι όπου φυλασσόταν η Σινδόνη προκάλεσε φθορές στο ύφασμα, οι οποίες επιδιορθώθηκαν με την τοποθέτηση μπαλωμάτων από καινούριο ύφασμα.[5] Μέρος του υφάσματος αυτού χρησιμοποιήθηκε για να προσδιοριστεί η χρονολογία του υφάσματος με τη μέθοδο της ραδιοχρονολόγησης. Όπως υποστηρίζεται, η φωτιά και η ανακατασκευή είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή της ποσότητας του ραδιενεργού άνθρακα στο ύφασμα και γι' αυτό τα αποτελέσματα της ραδιοχρονολόγησης δε βρίσκονται σε συμφωνία με άλλες παρατηρήσεις, όπως η τεχνολογία παραγωγής λινού (linen technology production) και η χημεία των ινών (chemistry of fibers) που είχαν γίνει απευθείας στο κύριο μέρος του υφάσματος το 1978. [2][6][7] Συγκεκριμένα, η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του υφάσματος, η χημική του σύνθεση, και η έλλειψη βανιλίνης στη λιγνίνη του υποδεικνύουν πολύ μεγαλύτερη ηλικία από αυτήν που αναφέρθηκε από τις αναλύσεις της ράδιοχρονολογησης, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα για την εγκυρότητα του δείγματος που χρησιμοποιήθηκε.[2]

Ιστορία της Σινδόνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν το Μεσαίωνα η ιστορία της Σινδόνης του Τορίνο είναι σκοτεινή και καλύπτεται από μυστήριο. Πιθανολογείται ότι μετά τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού (ή όταν η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 70 μ.Χ.) μεταφέρθηκε στην Έδεσσα της Μικράς Ασίας (σημερινή Ούρφα της Τουρκίας). Είχε γίνει γνωστό ως Άγιο Μανδύλιο ή Εικόνα της Έδεσσας, γιατί ήταν διπλωμένο έτσι ώστε να φαίνεται, μόνο το πρόσωπο μέσα σε ανοιχτή θήκη. Οι Βυζαντινοί εισέβαλαν στην Έδεσσα το 944 μ.Χ. με σκοπό να αποκτήσουν το ύφασμα και να το πάρουν μαζί τους στην Κωνσταντινούπολη. Η Δ' Σταυροφορία το 1204 λεηλάτησε την Βασιλεύουσα, και μέχρι τον 14ο αιώνα η Σινδόνη εξαφανίστηκε.

Ιστορικές αναφορές στη Σινδόνη του Τορίνο χρονολογούνται από το 1354. Νωρίτερα, υπάρχουν υπόνοιες πως ανήκε στο Τάγμα των Ναϊτών Ιπποτών, για τους οποίους υποστηρίζεται πως την είχαν στην κατοχή τους για 200 χρόνια περίπου. Οι τελευταίοι Ναϊτες που εικάζεται ότι κατείχαν τη σινδόνη ήταν ο Ζακ ντε Μολέ και ο Ζοφρέ Ντε Σαρνέ, οι οποίοι κάηκαν στην πυρά το 1314, μετά την διάλυση του Τάγματος. Ως πρώτος κάτοχός της αναγνωρίζεται με ασφάλεια ο Γάλλος ιππότης Ζοφρέ Ντε Σαρνέ, ο οποίος δίσταζε να δημοσιοποιήσει το γεγονός της ύπαρξής της, πιθανώς λόγω των μυστηριωδών συνθηκών με τις οποίες είχε έρθει στα χέρια του, μάλλον λόγω συγγένειας με τον Ναϊτη Ντε Σαρνέ. Ο ίδιος είχε χτίσει μία φτωχική εκκλησία στο Λιρέ της Γαλλίας, και ενώ η οικογένειά του ήταν σε οικονομικό αδιέξοδο, αποφάσισε να εκθέσει εκεί τη Σινδόνη. Ο επίσκοπος της περιοχής Ερρίκος του Πουατιέ, αντέδρασε για την αυθεντικότητα της και υπέβαλλε μνημόνιο, το οποίο ανέφερε πως μετά από εξετάσεις που έκανε στη Σινδόνη, την βρήκε πλαστή, αναφέροντας επίσης πως είχε ανακαλύψει και τον καλλιτέχνη που τη φιλοτέχνησε. Η Σινδόνη αμέσως αποσύρθηκε, για να εκτεθεί εκ νέου το 1389. Ο γιος του Ντε Σαρνέ, αγνοώντας τον τοπικό επίσκοπο, πήρε άδεια από τον Πάπα, παραδεχόμενος εξ αρχής πως δεν ήταν γνήσια, αλλά αντίγραφο. O επίσκοπος της περιοχής Πιέρ Ντ΄Αρσί, σε μνημόνιο προς τον Πάπα Κλήμεντα Ζ'[8], χαρακτήριζε τη Σινδόνη ως απάτη, αναφερόμενος στις προγενέστερες έρευνες του Ερρίκου του Πουατιέ.

Το 1452, το ύφασμα πωλήθηκε στο Λουδοβίκο δούκα της Σαβοΐας, ο οποίος ανέγειρε ειδικό παρεκκλήσι και τοποθέτησε τη Σινδόνη στο Σαμπερύ της Γαλλίας το 1464. Το 1532, προκλήθηκε πυρκαγιά στο παρεκκλήσι, που προκάλεσε φθορές στη Σινδόνη, με αποτέλεσμα η οικογένεια της Σαβοΐας να τη μεταφέρει στο Τορίνο της Ιταλίας, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Η μοναδική φορά που μεταφέρθηκε από το Τορίνο ήταν τα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν τοποθετήθηκε στο μοναστήρι του Μοντεβεγκίνε, στο Αβελίνο της νότιας Ιταλίας, για να παραμείνει αργότερα οριστικά στο Τορίνο.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σινδόνη φέρει την εικόνα ενός γενειοφόρου άνδρα, εμπρός και πίσω, ηλικίας περίπου 33 ετών, με ύψος περίπου 1,80 μ. και βάρος 77 κιλά. Σε όλο το μήκος του υφάσματος υπάρχουν κηλίδες αίματος που αποδίδονται σε θάνατο από σταύρωση. Είναι εμφανείς τρύπες από καψίματα και μερικές σταγόνες νερού από την πυρκαγιά του 1532. Ο άνθρωπος της Σινδόνης φέρει στους καρπούς των χεριών και στα πόδια σημάδια από αίμα που σημαίνει ότι σταυρώθηκε και επίσης στην πλάτη σημάδια από μαστίγωση. Στο πρόσωπο, υπάρχουν διογκώσεις που είναι αιματώματα, τα οποία είναι ιδιαίτερα ορατά στο δεξί μάγουλο. Σε όλο το σώμα υπάρχουν σημάδια από μώλωπες και πληγές. Στο μέτωπο, στον αυχένα και στα μαλλιά που είναι μακριά, υπάρχει αίμα, ενώ πληγές καλύπτουν την περιφέρεια του κεφαλιού, που μάλλον έχουν προκληθεί από στεφάνι φτιαγμένο από μυτερά αγκάθια. Στο στήθος και στην πλάτη φαίνονται γδαρσίματα, που πιθανώς έγιναν από μαστίγιο, όργανο βασανισμού των ρωμαϊκών χρόνων. Στη δεξιά ωμοπλάτη, υπάρχουν τετραγωνικές εκχυμώσεις που αποδίδονται σε βαρύ αντικείμενο, που μπορεί να ήταν ο οριζόντιος δοκός του σταυρού που ο καταδικασμένος κουβαλούσε μέχρι τον τόπο της εκτέλεσης. Στη δεξιά θωρακική περιοχή βρέθηκαν σημάδια αίματος, που έχουν τα χαρακτηριστικά εκείνα πτωτικού αίματος[6].

Επιστημονικές μελέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρόγραμμα STURP του 1978[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Οκτώβριο του 1978, μία ομάδα Αμερικανών ερευνητών και τεχνικών, επικουρούμενη από δύο Ιταλούς συνεργάτες, τον Govanni Rigi (μικροαναλυτής) και τον Luigi Gonella (επιστημονικός συνεργάτης του Καρδινάλιου του Τορίνο), προχώρησε στην ανάλυση της Ιεράς Σινδόνης. Η ομάδα χρησιμοποίησε διαφορετικές τεχνικές ανάλυσης του υφάσματος, όπως φωτογραφική απεικόνιση, υπέρυθρη και υπεριώδη φασματοσκοπία, υπέρυθρη (ΙR) θερμογραφία, μέθοδο φθορισμού ακτίνων Χ, και ακτινογραφική απεικόνιση. Συγκεντρώθηκαν, επίσης, μικροσκοπικά δείγματα διαφόρων ειδών εικόνων και σημείων του υφάσματος για χημικές δοκιμές.[5] Λήφθηκαν χιλιάδες φωτογραφίες και χρειάστηκαν περισσότερες από 100.000 ώρες εργαστηριακής επεξεργασίας των δεδομένων που συλλέχθηκαν, κάτι το οποίο οδήγησε στην παραγωγή περίπου τριάντα άρθρων σε συνέδρια και επιστημονικά περιοδικά με κριτές.[7]

Τα συμπεράσματα της ομάδας ήταν τα εξής:

  1. Mε βάση τα αποτελέσματα της επεξεργασίας, οι ερευνητές απέκλεισαν την πιθανότητα η εικόνα να είναι ζωγραφισμένη.[9][10][11]  Συγκεκριμένα, οι φωτογραφίες με υπεριώδεις ακτίνες φθορισμού, όπως επίσης η χημική του επεξεργασία έδειξαν ότι η εικόνα του σώματος σχηματίζεται από το μονόχρωμο και επιφανειακό χρωματισμό ινών λινού (σε βάθος της τάξης 40 μικρών), κάτι το οποίο προκύπτει από μια διαδικασία οξειδωτικής αφυδάτωσης της κυτταρίνης του λινού και της σύζευξης της δομής των μικροϊνών του λινού.[12] Αυτή η παρουσία των μικροϊνών προκαλεί την περισσότερο ή λιγότερο εμφανή εικόνα του σώματος.[13][14]
  2. Σχετικά με τις κηλίδες αίματος, η μελέτη φθορισμού ακτίνων Χ, έδειξε υψηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο[15], κάτι το οποίο σε συνδυασμό με μικροσκοπικές μελέτες, χημικές αναλύσεις και ιατροδικαστικές αναφορές για τις αποτυπωμένες πληγές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι ανθρώπινο αίμα.[16][5][6][12]
  3. Η ανάλυση των επιπέδων πυκνότητας χρωματισμού της εικόνας προσώπου και του σώματος αναπαραστάθηκε σε τρισδιάστατη μορφή, η οποία έδειξε ότι η πυκνότητα της εικόνας του σώματος ήταν ανάλογη με την απόσταση υφάσματος-σώματος σε οποιοδήποτε σημείο, και ήταν παρόμοια με εκείνη ενός φωτογραφικού αρνητικού που έχει ήδη παρατηρηθεί στο παρελθόν.[17]

Παρά τα παραπάνω συμπεράσματα, όλες οι ειδικότητες ερευνητών της ομάδας ανέφεραν στα άρθρα τους ότι υπήρχαν κάποιες λεπτομέρειες στο ύφασμα, τις οποίες δεν μπορούσαν να εξηγήσουν με τις έως τότε γνώσεις τους και οι οποίες χρειάζονταν περαιτέρω διερεύνηση.

Ραδιοχρονολόγηση του 1988[18][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1988, παρουσία του Αρχιεπισκόπου του Τορίνο Anastasio Ballestrero, του καθηγητή Luigi Gonella (συμμετείχε και στην ομάδα STURP), δύο ειδικών στην κλωστοϋφαντουργία, αντιπρόσωπο του Βρετανικού Μουσείου, και αντιπροσώπους των τριών εργαστηρίων ραδιοχρονολόγησης (Πανεπιστημίων Οξφόρδης, Ζυρίχης και Αριζόνας), ο καθηγητής Giovanni Riggi αφαίρεσε μία λωρίδα από το ύφασμα της Σινδόνης του Τορίνο. Η λωρίδα προήλθε από την κάτω αριστερή γωνία του υφάσματος, η οποία χωρίστηκε σε τρία μέρη, περίπου 50 mg σε βάρος (Δείγμα 1). Τα δείγματα αυτά τυλίχθηκαν σε αλουμινόχαρτο και τοποθετήθηκαν σε αριθμημένα δοχεία από ανοξείδωτο χάλυβα. Δύο δείγματα ελέγχου (control samples) αποτελούμενα από κομμάτια υφάσματος ανάλογου βάρους τοποθετήθηκαν σε δύο άλλα δοχεία (Δείγμα 2 και 3), όπως επίσης και το τρίτο δείγμα ελέγχου σε μορφή νημάτων (Δείγμα 4).

Το κάθε εργαστήριο έλαβε ένα δείγμα από το ύφασμα και τρία δείγματα ελέγχου, ενώ δε γνώριζε ποιο ήταν το δείγμα από τη Σινδόνη του Τορίνο. Το πρώτο δείγμα ελέγχου περιείχε λινό 11-12 αι. μ.Χ, προερχόμενο από έναν τάφο που ανακαλύφθηκε στη Νουβία της Αιγύπτου το 1964. Το δεύτερο δείγμα ελέγχου περιείχε λινό από μούμια της Κλεοπάτρας αρχών 2 αι. μ.Χ. από τη Θήβα, το οποίο φυλασσόταν στο Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων του Βρετανικού Μουσείου. Το τρίτο δείγμα προερχόταν από ένα ένδυμα 1290-1310 μ.Χ. του Αγίου Λουδοβίκου της Τουλούζης, το οποίο βρισκόταν στο παρεκκλήσι της Βασιλικής του Αγίου Μάξιμου στη Γαλλία.

Μετά την ανάλυση των δειγμάτων, τα εργαστήρια έστειλαν τα αποτελέσματα στο Βρετανικό Μουσείο για στατιστική ανάλυση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για κάθε εργαστήριο δεν βρέθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των αποτελεσμάτων της χρονολόγησης, παρόλο που το κάθε εργαστήριο χρησιμοποίησε τη δική του διαδικασία καθαρισμού.

Στον Πίνακα 1 αποτυπώνονται περιληπτικά οι μέσες τιμές ραδιοχρονολόγησης και η αξιολόγηση της εργαστηριακής διασποράς.

Δείγμα 1 (Σινδόνη) 2 3 4
Αριζόνα 646±31 927±32 1995±46 722±43
Οξφόρδη 750±30 940±30 1980±35 755±30
Ζυρίχη 676±24 941±23 1940±30 685±34
Μη σταθμισμένος μέσος όρος 691±31 936±5 1972±16 721±20
Σταθμισμένος μέσος όρος 689±16 937±16 1964±20 724±20
Τιμή Χ2 (2 β.ε.) 6.4 0.1 1.3 2.4
Επίπεδο σημαντικότητας 5% 90% 50% 30%

Σημείωση: οι χρονολογίες είναι σε χρόνια πριν την εισαγωγή μεθόδου ραδιοχρονολόγησης (έτος αναφοράς), η οποία ξεκίνησε το 1950.

Στον Πίνακα 2 αποτυπώνεται το βαθμονομημένο εύρος ημερομηνιών για το κάθε δείγμα στο επίπεδο σημαντικότητας 68% και 95%.

Δείγμα Μέση τιμή (σε χρόνια πριν το έτος αναφοράς) Επίπεδο σημαντικότητας Εύρος ημερομηνιών ημερολογιακού έτους
1 691±31 68% 1273-1288 μ.Χ.
95% 1262-1312, 1353-1384 μ.Χ.
2 937±16 68% 1032-1046, 1089-1119, 1142-1154 μ.Χ.
95% 1026-1160 μ.Χ
3 1964±20 68% 11-64 μ.Χ
95% 9 π.Χ-78 μ.Χ.
4 724±20 68% 1268-1278 μ.Χ.
95% 1263-1283 μ.Χ.

Εν κατακλείδι, τα αποτελέσματα των μετρήσεων ραδιενεργού άνθρακα στα εργαστήρια της Αριζόνας, της Οξφόρδης και της Ζυρίχης καταλήγουν σε ένα βαθμονομημένο εύρος ηλικίας του λινού της Σινδόνης του Τορίνο στο 1260-1390 μ.Χ. με πιθανότητα 95%. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι το λινό είναι μεσαιωνικό.

Τοποθέτηση της Καθολικής Εκκλησίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρά την αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων της ραδιοχρονολόγησης, η Καθολική Εκκλησία αρνείται να γίνει επαναχρονολόγηση ραδιενεργού άνθρακα στο ύφασμα. Με βάση τον καθηγητή αρχαιολογίας Jacques Evin, το ύφασμα είναι πολύ ευαίσθητο και αποτελεί ένα έργο τέχνης. Το σημαντικότερο πια είναι η συντήρησή του.[19] Εξάλλου, εάν γινόταν επανεξέταση, το σημείο από το οποίο θα γινόταν η λήψη του δείγματος θα έπρεπε να απομακρυνθεί για να εξεταστεί, κάτι το οποίο θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη βλάβη στο ύφασμα.[20]

Τρισδιάστατη αναπαράσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2018, ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Giulio Fanti, ο οποίος ασχολείται με τη μελέτη της Σινδόνης του Τορίνο τα τελευταία 20 χρόνια, ανακατασκεύασε τη φυσική εικόνα του άνδρα που έχει εντυπωθεί στο ύφασμα. Η ανακατασκευή διήρκησε 2 χρόνια στην οποία συμμετείχαν το Πανεπιστήμιο και το Νοσοκομείο της Πάδοβας. Οι ερευνητές μέτρησαν τουλάχιστον 370 ραπίσματα στο σώμα του άνδρα, ενώ πιστεύεται ότι πιθανότατα θα υπήρχαν τουλάχιστον 600 πληγές σε όλο του το σώμα, αν το ύφασμα κάλυπτε και τα πλευρά του. Επιπλέον, η τρισδιάστατη αναπαράσταση έκανε δυνατή την αποκάλυψη ότι τη στιγμή του θανάτου του, ο άνδρας της Σινδόνης έγερνε προς τα δεξιά, επειδή ο δεξής του ώμος μετατοπίστηκε τόσο σοβαρά πριν τη σταύρωση, ώστε να τραυματιστούν τα νεύρα του.[21][20]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Barcaccia et al. (2015). «Uncovering the sources of DNA found on the Turin Shroud». Scientific Reports. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC4593049/pdf/srep14484.pdf. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2020. 
  2. 2,0 2,1 2,2 Rogers, Raymond (2005). «Studies on the radiocarbon sample from the shroud of turin». Thermochimica Acta. http://www.shroud.it/ROGERS-3.PDF. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2020. 
  3. Turin, Shroud of. (2007). Encyclopædia Britannica Online.
  4. Εφημερίδα «Το Βήμα» Αρχειοθετήθηκε 2009-04-10 στο Wayback Machine., 7 Απριλίου 2009
  5. 5,0 5,1 5,2 Jumper et al. (1984). «A Comprehensive examination of the various stains and images on the Shroud of Turin». Archeological Chemistry. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093642/https://www.shroud.com/pdfs/Comprehensive%20Exam%20of%20Stains%20Jumper%20et%20al%201984%20OCR.pdf. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2020. 
  6. 6,0 6,1 6,2 Fanti et al. (2005). Evidences for testing hypotheses about the body image formation of the Turin Shroud. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2020-02-24. https://web.archive.org/web/20200224210455/https://www.shroud.com/pdfs/doclist.pdf. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουνίου 2020. 
  7. 7,0 7,1 «STURP's Published Papers». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Φεβρουαρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2020. 
  8. H επιστολή του Ντ' Αρσί Αρχειοθετήθηκε 2009-03-18 στο Wayback Machine. (Γερμανικά)
  9. Jumper, Eric (1982). «An overview of the testing performed by the Shroud of Turin Research Project with a summary of results». IEEE Proceedings of the International Conference on Cybernetics and Society. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093622/https://www.shroud.com/pdfs/Overview%20of%20Testing%20with%20Summary%20of%20Results%20Jumper%201982%20OCRsm.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  10. Miller and Peliccori (1981). «Ultraviolet fluorescence photography of the Shroud of Turin». Journal of Biological Photography. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093636/https://www.shroud.com/pdfs/UV%20Fluorescence%20Miller%20Pellicori%201981%20OCRsm.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  11. Fanti, G. (2001). A review of 3D characteristics of the Tourin Shroud body image. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2020-06-15. https://web.archive.org/web/20200615074025/http://sindone.dii.unipd.it/giulio.fanti/research/Sindone/Art.%203D%20Dig.%20Imaging%2012.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  12. 12,0 12,1 Schwalbe and Rogers (1982). «Physics and Chemistry of the Shroud of Turin: A summary of the 1978 investigation». Analytica Chimica Acta. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093624/https://www.shroud.com/pdfs/Physics%20Chemistry%20of%20Shroud%20Schwalbe%20Rogers%201981%20OCRsm.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  13. Heller and Adler (1981). «A chemical investigation of the Shroud of Turin». Canadian Society of Forensic Sciences Journal. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093628/https://www.shroud.com/pdfs/Chemical%20Investigation%20%20Heller%20Adler%201981%20OCR.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  14. Pellicori, S. (1980). «Spectral properties of the Shroud of Turin». Applied Optics. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093652/https://www.shroud.com/pdfs/Spectral%20Properties%20Pellicori%201980%20OCRsm.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  15. Heller and Adler (1980). «Blood on the Shroud of Turin». Applied Optics. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093637/https://www.shroud.com/pdfs/Blood%20On%20The%20Shroud%20Heller%20Adler%201980%20OCR.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  16. Heller, John (1983). Report on the Shroud of Turin. Boston: US: Houghton Mifflin Harcourt. σελ. 225. 
  17. Avis et al. (1982). «Image processing of the Shroud of Turin». IEEE Proceeding of the International Conference on Cybernetics and Society. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-07-28. https://web.archive.org/web/20190728093617/https://www.shroud.com/pdfs/Image%20Processing%20Avis%20Lynn%20Lorre%20et%20al%201982%20OCRsm.pdf. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  18. Damon et al. (1989). «Radiocarbon dating of the Shroud of Turin». Nature. https://www.shroud.com/nature.htm. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  19. Morin, Par Herve (2005). «La recette du suaire de Turin livrée par les "zététiciens"». Le Monde. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2020. 
  20. 20,0 20,1 Cionci, Andrea (3 Ιουλίου 2019). «Shroud, here is the 3D reconstruction of the wrapped body». La Stampa. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2020. 
  21. «Shroud of Turin used to create 3D copy of Jesus». Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2020. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τα Μυστηρια Της Βιβλου: Η Σινδονη Του Τορινο | Ντοκιμαντερ[1]
  • Η ΣΙΝΔΟΝΗ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ [2]