Ιδιώτης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η λέξη "ιδιώτης" προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ἰδιώτης. Στην αρχαία Ελλάδα ορίζονταν ως ιδιώτης  το άτομο που ήταν εγωιστής δεν προσέφερε με την εργασία του στην κοινωνία και δεν συμμετείχε στα κοινά. Ο Θουκυδίδης ανέφερε χαρακτηριστικά  (τόν τε μηδὲν τῶνδε μετέχοντα οὐκ ἀπράγμονα, ἀλλ᾽ ἀχρεῖον νομίζομεν) που σημαίνει "Είμαστε οι μόνοι, οι οποίοι, όποιον δεν μετέχει των πολιτικών/"κοινά" δεν τον θεωρούμε απράγμονα, φιλήσυχο, αλλά άχρηστο πολίτη". Στη συνέχεια η λέξη πέρασε στα λατινικά που ενώ στην αρχή είχε την ίδια σημασία όπως στην αρχαία Ελλάδα με το πέρασμα του χρόνου έφθασε να είναι συνώνυμο της λέξης χαζός "idiot". Το ίδιο συνέβη και με τα νέα ελληνικά αφού η λέξη έχασε την σημασία της για να καταλήξει συνώνυμο του "ιδιοκτήτη".