Ιδιώτης
| Το λήμμα δεν περιέχει πηγές ή αυτές που περιέχει δεν επαρκούν. |
Η λέξη ιδιώτης προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ἰδιώτης, που σήμαινε «ιδιώτης, ιδιωτικό πρόσωπο» (σε αντιδιαστολή προς το κράτος), «ιδιώτης πολίτης» (σε αντιδιαστολή προς τον κάτοχο δημόσιου ή πολιτικού αξιώματος), «κοινός άνθρωπος», καθώς και «πρόσωπο χωρίς επαγγελματική κατάρτιση, λαϊκός». Αργότερα απέκτησε τις σημασίες «ανειδίκευτος» και «αμαθής». Ο όρος παράγεται από το επίθετο ἴδιος (idios), που σημαίνει «προσωπικός» (όχι δημόσιος, όχι κοινός).
Στα λατινικά, η λέξη idiota υιοθετήθηκε με τη σημασία «αμόρφωτος», «αμαθής», «κοινός άνθρωπος» και στη Ύστερη Λατινική έλαβε τη σημασία «αγροίκος, αναλφάβητος, αμαθής».[1] Στα γαλλικά διατήρησε τις σημασίες «αναλφάβητος» και «αμαθής» και, κατά τον 13ο αιώνα, προστέθηκε η σημασία «ανόητος». Στην αγγλική γλώσσα, κατά τον 14ο αιώνα, προστέθηκε η σημασία «διανοητικά ανεπαρκής».
Στα νέα ελληνικά καταλήξει συνώνυμο του "ιδιοκτήτη".
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Αυτό το λήμμα χρειάζεται επέκταση. Μπορείτε να βοηθήσετε την Βικιπαίδεια επεκτείνοντάς το. |