Θεόφιλος Κουρκούας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Θεόφιλος Κουρκούας
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 10ος αιώνας
Θάνατος 10ος αιώνας[1]
Χώρα πολιτογράφησης Βυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα στρατιωτικός
Οικογένεια
Αδέλφια Ιωάννης Κουρκούας
Συγγενείς Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής (εγγονός)
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατός στρατηγός/

Ο Θεόφιλος (άκμασε π. 920-δεκαετία του 960) από την Οικογένεια Κουρκούα ήταν ένας διακεκριμένος στρατηγός του 10ου αι. Εγγονός του ήταν ο Ιωάννης Α΄ Κουρκούας ο Τζιμισκής.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Οικογένειά του καταγόταν από την Αρμενία και είχε καταστεί ως μία από τις ηγετικές Οικογένειες μεταξύ της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Μικράς Ασίας από τις αρχές του 10ου αι.[2][3] Ο πατέρας του πιθανόν ονομαζόταν Ρωμανός και μάλλον ήταν εγγονός του Ιωάννη Κουρκούα του πρεσβύτερου, που υπηρέτησε ως διοικητής του Τάγματος των Ικανάτων και συνωμότησε εναντίον του Βασιλείου Α΄ Μακεδόνος (β. 867-886) στη δεκαετία του 870.[4][5]

Ο Θεόφιλος πρέπει να είναι το πρόσωπο, που μία Αραβική πηγή αναφέρει ως ash-Shamīshāq και μία Αρμενική πηγή αναφέρει ως Ch‘mšshik, που δείχνει ότι το παρωνύμιο Τζιμισκής του εγγονού του (β. 969-976), ήδη το έφερε ο Θεόφιλος.[4][6] Αν και οι Ρωμαϊκές πηγές επιμένουν, ότι το παρωνύμιο δόθηκε μόνο στον διάσημο εγγονό και πως προέρχεται από έναν τύπο μικρών ερυθρών σανδαλιών, που φορούσαν οι γυναίκες στην Ανατολή,[7] θα μπορούσε επίσης να προέρχεται από τον ποταμό και την ομώνυμη πόλη Chimichgezek νότια του θέματος της Μεσοποταμίας, όπου υποθέτουμε ότι ο Θεόφιλος θα ήταν ενεργός, ίσως ως τοπικός στρατηγός (στρατιωτικός κυβερνήτης).[6]

Ο Θεόφιλος ήταν ο νεότερος αδελφός του περίφημου στρατηγού Ιωάννη Κουρκούα, που ήταν δομέστικος των Σχολών (αρχηγός του Στρατού) π. το 923 υπό τον Ρωμανό Α΄ Λεκαπηνό (β. 90-944) και υπηρέτησε στη θέση αυτή για 22 έτη.[8] Ο Θεόφιλος αναφέρεται για πρώτη φορά το 923, όταν μαζί με τον αδελφό του κατέστειλαν την Εξέγερση του Βάρδα Βοϊλά στρατηγού της Χαλδίας (Πόντου). Διαδέχθηκε τον ηττημένο στασιαστή ως κυβερνήτης της στρατηγικά σημαντικής αυτής επαρχίας ως π. το 940.[4][9] Από το 927 και μετά, όταν ο Ιωάννης Κουρκούας ξεκίνησε συνεχείς εκστρατείες εναντίον των γειτονικών Μουσουλμανικών εμιράτων στα σύνορα, ο Θεόφιλος το βοήθησε επιδέξια, ειδικά προς την κατεύθυνση της Αρμενίας και εξελίχθηκε σε κύριο βοηθό και υπαρχηγό του αδελφού του.[6][10] Οι Συνεχιστές του Θεοφάνη επαινούν την αριστεία και την ανδρεία του και τη συγκρίνουν με τον Σολομών, στρατηγό του Ιουστινιανού Α΄, που έδρασε στην Άνω Μεσοποταμία.[4]

Σύμφωνα με το Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν περί διοικήσεως της Αυτοκρατορίας ο Θεόφιλος ξεκινούσε εκστρατείες από τη Χαλδία προς στην περιοχή του Βασεάν (Φασιανή), που ήταν το ανατολικό μέρος του εμιράτου του Καλικαλά (Θεοδοσιούπολης, Ερζερούμ). Σε άγνωστο έτος εξασφάλισε την υποταγή του εμιράτου του Αβνίκ, που ο ηγεμόνας του αναγκάστηκε να στείλει τον γιο του ως όμηρο στην Κωνσταντινούπολη.[4] Ο Θεόφιλος προήλασε και άρχισε την πολιορκία της Θεοδοσιούπολης.

Η πόλη, έπειτα από επτάμηνη πολιορκία, τελικά έπεσε τον Σεπτέμβριο του 949.[11][4] Ο Θεόφιλος ονομάστηκε στρατηγός του νέου θέματος της Θεοδοσιούπολης και κετείχε τη θέση ως το 952 τουλάχιστον.[4] Δεν γνωρίζουμε τη μετέπειτα ζωή του, εκτός από μία σύντομη αναφορά των Συνεχιστών του Θεοφάνη ότι κατείχε το βαθμό του μαγίστρου και τη θέση του δομεστίκου των Σχολών υπό τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά (β. 963-969). Ο διορισμός αυτός ίσως ήταν τιμητικός· πάντως κατά την ιστορικό Λίζα Ανντριόλλο αυτό είναι λανθασμένη ερμηνεία του κειμένου, που στην πραγματικότητα αναφέρεται στον Ιωάννη Τζιμισκή.[4][12]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είχε τέκνο:

  • γιος, νυμφεύτηκε την αδελφή του Νικηφόρου Β΄ Φωκά.[2][13] Το ζεύγος μάλλον είχε πολλά παιδιά,[13] αλλά ο μόνος γνωστός γιος τους είναι ο:
    • Ιωάννης Α΄ Κουρκούας ο Τζιμισκής, που εκτόπισε και σκότωσε τον θείο του Νικηφόρο Β΄ το 969 και κυβέρνησε μόνος του ως Αυτοκράτορας το 976.[14]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 27  Νοεμβρίου 2018.
  2. 2,0 2,1 ODB, σελίδες 1156–1157.
  3. Whittow 1996, σελίδες 337–338.
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 PmbZ, Theophilos Kurkuas (#28152).
  5. Andriollo 2012, σελίδες 58–59.
  6. 6,0 6,1 6,2 Andriollo 2012, σελ. 66.
  7. Andriollo 2012, σελίδες 71–72.
  8. Andriollo 2012, σελίδες 60–66.
  9. Runciman 1988, σελίδες 70–71.
  10. Runciman 1988, σελίδες 135ff..
  11. Runciman 1988, σελίδες 139–140.
  12. Andriollo 2012, σελ. 67 (esp. note 48).
  13. 13,0 13,1 Andriollo 2012, σελ. 71.
  14. ODB, σελίδες 1045, 1157.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Andriollo, Lisa (2012). "Les Kourkouas (IXe-XIe siècle)". In Cheynet, Jean-Claude; Sode, Claudia. Studies in Byzantine Sigillography (in French). 11. Berlin: De Gruyter. pp. 57–88. ISBN 978-3-11-026668-9.
  • Kazhdan, Alexander, ed. (1991). The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford and New York: Oxford University Press. ISBN 0-19-504652-8.
  • Lilie, Ralph-Johannes; Ludwig, Claudia; Pratsch, Thomas; Zielke, Beate (2013). Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit Online. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften. Nach Vorarbeiten F. Winkelmanns erstellt (in German). Berlin and Boston: De Gruyter.
  • Runciman, Steven (1988) [1929]. The Emperor Romanus Lecapenus and His Reign: A Study of Tenth-Century Byzantium. Cambridge, United Kingdom: Cambridge University Press. ISBN 0-521-35722-5.
  • Whittow, Mark (1996). The Making of Byzantium, 600–1025. Berkeley and Los Angeles: University of California Press. ISBN 0-520-20496-4.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Theophilos Kourkouas της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).