Θεωρία της μικροεπιθετικότητας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Θεωρία της μικροεπιθετικότητας είναι όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει σύντομες και συνηθισμένες καθημερινές λεκτικές, συμπεριφορικές ή περιβαλλοντικές προσβολές, που γίνονται είτε εκ προθέσεως είτε ακούσια και επικοινωνούν εχθρικές, υποτιμητικές ή αρνητικές στάσεις απέναντι σε στιγματισμένες ή πολιτισμικά περιθωριοποιημένες ομάδες. Ο όρος επινοήθηκε από τον ψυχίατρο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Τσέστερ Πιρς το 1970 προκειμένου να περιγράψει τις προσβολές, τις ύβρεις και την υποτίμηση που έβλεπε να εξαπολύουν οι λευκοί Αμερικανοί στους αφροαμερικανούς. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την περιστασιακή υποβάθμιση της οποίας γινόταν αποδέκτης οποιαδήποτε κοινωνικά περιθωριοποιημένη ομάδα, συμπεριλαμβανομένων της κοινότητας ΛΟΑΤ, των ανθρώπων που διαβιούν υπό συνθήκες φτώχειας και των ατόμων με αναπηρία. Ο ψυχολόγος Derald Wing Sue ορίζει την μικροεπιθετικότητα ως "καθημερινή, σύντομη ανταλλαγή λεγομένων που στέλνουν δυσφημιστικά μηνύματα σε άτομα που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη ομάδα". Τα άτομα που κάνουν τα υποτιμητικά σχόλια μπορεί υπό διαφορετικές συνθήκες να είναι καλοπροαίρετα και να αγνοούν τον πιθανό αντίκτυπο των λεγομένων τους.

Ορισμένοι μελετητές και κοινωνικοί σχολιαστές έχουν επικρίνει την έννοια της μικροεπιθετικότητας καθώς χαρακτηρίζεται από έλλειψη επιστημονικής βάσης, υπερβολική εξάρτηση από υποκειμενικά στοιχεία και προωθεί την ψυχολογική αστάθεια. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι συμπεριφορές αποφυγής μιας κατάστασης, τις οποίες κάποιος ερμηνεύει ως μικροεπιθετικότητα, περιορίζει την ελευθερία κάποιου ατόμου και προκαλεί συναισθηματικό αυτοτραυματισμό αλλά και ότι η χρήση ορισμένων αξιακών αρχών για την αντιμετώπιση της μικροεπιθετικότητας μπορεί να οδηγήσει στην ατροφία των δεξιοτήτων που απαιτούνται για την μεσολάβηση στις προσωπικές διαφορές κάποιου. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι επειδή ο όρος μικροεπιθετικότητα χρησιμοποιεί μια γλώσσα βίας για να περιγράψει την λεκτική συμπεριφορά, μπορεί να γίνει (και είναι) καταχρηστική προκειμένου να μεγαλοποιήσει την βλάβη του θύματος με αποτέλεσμα την αύξηση της θυματοποίησης.