Η όπερα της πεντάρας (1931)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η όπερα της πεντάρας
Die Dreigroschenoper
Threepennyopera1931.jpg
ΣκηνοθεσίαΓκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ
ΠαραγωγήSeymour Nebenzal
ΣενάριοLadislaus Vajda, Léo Lania και Béla Balázs
ΠρωταγωνιστέςRudolf Forster, Carola Neher, Reinhold Schünzel, Fritz Rasp, Valeska Gert, Lotte Lenya, Hermann Thimig, Ernst Busch, Vladimir Sokoloff, Paul Kemp, Albert Préjean, Αντονέν Αρτώ, Florelle, Bill-Bocketts, Gaston Modot, Jacques Henley και Margo Lion
ΜουσικήΚουρτ Βάιλ
ΦωτογραφίαΦριτζ Άρνο Βάγκνερ
ΜοντάζJean Oser
Εταιρεία παραγωγήςWarner Bros.
Πρώτη προβολή1931
Διάρκεια112 λεπτό
ΠροέλευσηΓερμανία, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΓλώσσαΓερμανικά

Η Όπερα της πεντάρας (γερμ. Die Dreigroschenoper) είναι γερμανικό έργο του κινηματογράφου του μεσοπολέμου σε σκηνοθεσία Γκέοργκ Παμπστ του 1931 και σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο λιμπρέτο του Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σενάριο του έργου βασίζεται στο ωμόνυμο λιμπρέτο του Μπρέχτ. Σκηνικό του είναι ο υπόκοσμος του Λονδίνου της Βικτωριανής Εποχής. Ο Μακίθ (Μακ ο Μαχαιροβγάλτης), αρχηγός μιας σπείρας, διασκεδάζει τα βράδια στα καπηλειά του Λονδίνου. Εκεί γνωρίζει την όμορφη Πόλι και αμέσως την ερωτεύεται. Αποφασίζει να την παντρευτεί την ίδια κιόλας νύχτα. Στέλνει τη σπείρα του να συγκεντρώσουν όλα τα απαραίτητα για το μέλλον νιόπαντρο ζευγάρι: ένα νυφικό (το πιο ακριβό και πιο πολυτελές που είναι δυνατόν να βρουν), και ένα πλήρες νοικοκυριό (τραπέζια, καρέκλες, κρεβάτι, κλπ.). Η συμμορία του Μακίθ κατακλέβει την πόλη. Η αστυνομία είναι ανίκανη, πιάνει όμως κατά τύχη έναν από τους λωποδύτες και τον πάει στο τμήμα. Ο λωποδύτης όμως έχει πάνω του ένα ραβασάκι του Μακίθ για τον διευθυντή της αστυνομίας Τάιγκερ Μπράουν. Ο Τάιγκερ δελεάζεται, δέχεται την δωροδοκία και αφήνει τον λωποδύτη να φύγει από την πίσω πόρτα.

Το ίδιο βράδυ γίνεται η τελετή του γάμου σε μια έρημη αποθήκη. Γίνεται γλέντι μεγάλο, στο οποίο παρευρίσκεται και ο διευθυντής της αστυνομίας και φίλος του Μακίθ, ο γνωστός μας Τάιγκερ.

Ο πατέρας της Πόλι, ο «άρχοντας των ζητιάνων» Πίτσαμ, εξοργίζεται μαθαίνοντας τον ξαφνικό γάμο της κόρης του, αφού αυτός την προόριζε για να δουλέψει στην επιχείρησή του. Πάει στον Τάιγκερ και απαιτεί την σύλληψη του Μακιθ, απειλώντας αν δεν το κάνει, οι ζητιάνοι του να παρενοχλήσουν την τελετή της στέψης της βασίλισσας που αναμένεται να γίνει. Ο Τάιγκερ προειδοποιεί τον Μακίθ, και ο Μακίθ καταφεύγει στην Τζένη ζητώντας της να τον κρύψει. Η Τζένη όμως θα τον προδώσει από ζήλια και θα τον παραδώσει στην αστυνομία.

Ο γερο-Πίτσαμ συσπειρώνει τους ζητιάνους και τους βάζει να διαδηλώσουν. Η Πόλι με τα λεφτά του Μακίθ ιδρύει μια τράπεζα και βάζει όλη την συμμορία για υπαλλήλους. Η Τζένη βοηθάει τον Μακίθ να αποδράσει από την φυλακή, και η Πόλι τον κάνει διευθυντή της τράπεζας.

Στο μεταξύ ο Πίσταμ έχει χάσει τον έλεγχο των ζητιάνων του, οι οποίοι παρενοχλούν την τελετή της βασίλισσας, με αποτέλεσμα ο Τάιγκερ Μπράουν να χάσει την θέση του.

Τελικά, ο Μακίθ θα τους λυπηθεί και τους δυο (τον Πίτσαμ και τον Τάιγκερ) και θα τους προσλάβει στην τράπεζά του.

Σχόλια και κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία είναι παραγωγή της εταιρίας Nero-Film εις όνομα των Tobis-Klang-Film και Warner Brothers. Αρχικά είχε προταθεί ο Μπρέχτ για σκηνοθέτης, αλλά όταν αυτός άλλαξε το λιμπρέτο του και το έκανε ακόμα πιο αντικαπιταλιστικό, το αποτέλεσμα ήταν οι τρεις εταιρίες να τον διώξουν. Ο Μπρέχτ και ο Βάιλ κατέφυγαν στα δικαστήρια, δεν κατάφεραν όμως να αποτρέψουν την κινηματογράφηση του έργου τους. Εκτός από την γερμανική έκδοση, το έργο γυρίστηκε με τροποποιημένη ομάδα ηθοποιών και στα Γαλλικά, όπως συνηθίζονταν την εποχή εκείνη.

Πολύ καλές κριτικές απέσπασε ο πρωταγωνιστής στον ρόλο του Μαχαιροβγάλτη, καθώς και η τεχνική παραγωγή της ταινίας.[1]

Το έργο πέρασε από την λογοκρισία το 1931 η οποία επέτρεψε την προβολή του, εξαιρώντας μερικές σκηνές και απαγορεύοντάς το για τη νεολαία.[2] Απαγορεύτηκε όμως τον Απρίλιο του ίδιου έτους[3] κατόπιν σύντομης αίτησης[4] και απαγορεύτηκε ξανά από τους Ναζί το 1933[5][6][7] στην Γερμανία, αφού προηγήθηκαν διαδηλώσεις στην Νυρεμβέργη και αλλού.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Wolfgang Gersch: Deutsche Spielfilme von den Anfängen bis 1933, Henschel Verlag Berlin, 2. Aufl., 1993, S. 246 f.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. zeitgenössische Kritiken
  2. [BayHStA] (14 Φερβουαρίου 1931). «Zensur, Filmprüfstelle Berlin B.28190, 12 Akte» (στα Γερμανικά). www.deutsches-filminstitut.de. http://www.deutsches-filminstitut.de/zengut/1536Zx.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2009. 
  3. «Zensur, Film-Oberprüfstelle O.01975, 12 Akte» (στα Γερμανικά). www.deutsches-filminstitut.de. 1 Απριλίου 1931. http://www.deutsches-filminstitut.de/zengut/df2tb290z1.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2009. 
  4. Thüringisches Ministerium des Innern (28 Φερβουαρίου 1931). «Korrespondenz» (στα Γερμανικά). www.deutsches-filminstitut.de. http://www.deutsches-filminstitut.de/zengut/1536WAx.PDF. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2009. 
  5. Leiter der Landesfilmstelle Süd (13 Μαρτίου 1933). «Korrespondenz» (στα Γερμανικά). www.deutsches-filminstitut.de. http://www.deutsches-filminstitut.de/zengut/SGNSDAPx.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2009. 
  6. «Korrespondenz» (στα Γερμανικά). www.deutsches-filminstitut.de. 1 Ιουλίου 1933. http://www.deutsches-filminstitut.de/zengut/1536WA2x.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2009. 
  7. «Zensur, Film-Oberprüfstelle O.06861, 12 Akte» (στα Γερμανικά). www.deutsches-filminstitut.de. 10 Αυγούστου 1933. http://www.deutsches-filminstitut.de/zengut/df2tb290z2.pdf. Ανακτήθηκε στις 16 Ιουλίου 2009. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Die Dreigroschenoper (1931) της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).