Η ναυτία (μυθιστόρημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η ναυτία
Nausea.jpg
ΣυγγραφέαςΖαν-Πολ Σαρτρ
ΤίτλοςLa Nausée
ΓλώσσαΓαλλικά
Ημερομηνία δημιουργίαςΔεκαετία του 1930[1]
Ημερομηνία δημοσίευσης1938[2]
Είδοςεπιστολικό μυθιστόρημα
LΤ ID9390

Η ναυτία (γαλλικός τίτλος: La Nausée) είναι φιλοσοφικό μυθιστόρημα του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που εκδόθηκε το 1938. Είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Σαρτρ και πρώτη λογοτεχνική επιτυχία του. Είναι γραμμένο με τη μορφή ημερολογίου και αφηγείται τα επαναλαμβανόμενα συναισθήματα αποστροφής που βιώνει ένας νεαρός ιστορικός, καθώς συνειδητοποιεί την κοινοτοπία και το κενό της ύπαρξης[3].

Από το 1950, το μυθιστόρημα βρίσκεται στον κατάλογο των 12 βραβευμένων ως καλύτερων μυθιστορημάτων του πρώτου μισού 20ού αιώνα της γαλλικής λογοτεχνίας.[4]

Συγγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μελαγχολία του Άλμπρεχτ Ντύρερ

Ο Σαρτρ έγραψε το έργο από το 1932 έως το 1936, το είχε ξεκινήσει κατά τη στρατιωτική του θητεία και συνέχισε να γράφει στο Βερολίνο και στη Χάβρη. Επηρεασμένος από τις μελέτες του στο έργο του Έντμουντ Χούσερλ και τη γερμανική φαινομενολογία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της παραμονής του για σπουδές στο Βερολίνο το 1933-1934, εμβάθυνε τη φιλοσοφική πτυχή του έργου. Είχε την αρχική επιθυμία να δημιουργήσει μια φιλοσοφική μελέτη για τη συνείδηση ​​και το ενδεχόμενο. Το υπέβαλε προς έκδοση, όμως δεν έγινε δεκτό. [5] Ο Σαρτρ, νεαρός καθηγητής που εργαζόταν τότε στη Χάβρη, ξαναδούλεψε και ανέπτυξε το κείμενό του, το τροποποίησε αφαιρώντας περίπου πενήντα σελίδες και το μετέτρεψε σε φιλοσοφικό και υπαρξιστικό μυθιστορηματικό έργο, μυθοπλαστική αυτοβιογραφία, υπό την επίδραση έργων του Ζωρζ Ντυαμέλ, ιδιαίτερα από τον μυθιστορηματικό κύκλο Ζωή και περιπέτειες του Σαλαβέν, του Λουί-Φερντινάν Σελίν, του Κάφκα και του Ρεϊμόν Κενώ. Το μυθιστόρημα τελικά έγινε αποδεκτό από τις εκδόσεις Γκαλιμάρ την άνοιξη του 1937.

Ο αρχικός τίτλος που επέλεξε ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ ήταν Μελαγχολία, σε σχέση με το ομώνυμο χαρακτικό του Άλμπρεχτ Ντύρερ, αλλά ο Γκαστόν Γκαλιμάρ τελικά επέβαλε, με τη συγκατάθεση του συγγραφέα, τον οριστικό τίτλο Η ναυτία. [6]

Η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, στην οποία είναι αφιερωμένο το βιβλίο, γράφει ότι ο Σαρτρ ήθελε με τη Ναυτία «να εκφράσει σε λογοτεχνική μορφή μεταφυσικά συναισθήματα και αλήθειες».[7]

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αντουάν Ροκεντέν, ένας ιστορικός περίπου τριάντα πέντε ετών, φτάνει στη Μπουβίλ, μια φανταστική πόλη που θυμίζει τη Χάβρη. Ζει μόνος και εργάζεται, βασισμένος στα αρχεία της βιβλιοθήκης της πόλης, πάνω στη βιογραφία του μαρκήσιου ντε Ρολμπόν, ενός αριστοκράτη στα τέλη του 18ου αιώνα. Ζει με τα εισοδήματά του, αφότου εγκατέλειψε μια δουλειά στη Γαλλική Ινδοκίνα, λόγω της κούρασης των ταξιδιών και όσων πίστευε ότι ήταν περιπέτεια. Αυτή η συνειδητοποίηση σηματοδοτεί μια από τις σημαντικές πρώτες σκέψεις του αφηγητή στο βιβλίο.

Ο Ροκεντέν κρατά ημερολόγιο και είναι αυτό το κείμενο που αποτελεί το μυθιστόρημα, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο. Σιγά σιγά, παρατηρεί ότι η σχέση του με τα συνηθισμένα αντικείμενα έχει αλλάξει και αναρωτιέται πώς. Όλα του φαίνονται δυσάρεστα και πολλές φορές τον κυριεύει μια οντολογική δυσφορία: η ναυτία, κατά την οποία δεν μπορεί πλέον να δει ή να νιώσει τον εαυτό του χωρίς να βιώσει βαθιά αποστροφή. Δεν τρέφει φιλικά αισθήματα πια για κανέναν, παρά τη «συνάντηση» του Αυτοδίδακτου στη βιβλιοθήκη, με τον οποίο θα αρχίσει φιλοσοφικές συζητήσεις σχετικά με τον ουμανισμό και τον ατομικισμό. Ο Ροκεντέν νιώθει μια βαθιά αποξένωση από τα πάντα γύρω του.[8]

Καθώς οι κρίσεις ναυτίας εμφανίζονται πιο συχνά, ο Ροκεντέν δεν αντέχει πλέον την αστική τάξη της Μπουβίλ, ούτε τον βιογραφούμενο μαρκήσιο ντε Ρολμπόν που σύντομα του φαίνεται πολύ βαρετός και χωρίς ενδιαφέρον, «γιατί η ιστορία μιλάει για ό,τι υπήρξε [και] ποτέ ένα υπάρχον δεν μπορεί να αιτιολογήσει την ύπαρξη ενός άλλου υπάρχοντος». Έτσι, εγκαταλείπει την έρευνά του, σταματά το βιβλίο του και η πλήξη τον κυριεύει. Βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του και καταλαβαίνει ότι η ύπαρξή του είναι αδικαιολόγητη, χωρίς λόγο. Τότε είναι που, σε ένα από τα πιο φιλοσοφικά αποσπάσματα του ημερολογίου, αφηγείται ιλιγγιωδώς πώς συνειδητοποιεί την ύπαρξη, που υπάρχει, όπως όλα γύρω. Τα νέα του οράματα αλλάζουν ολόκληρη την ύπαρξή του.

Μαθαίνει ότι η πρώην σύντροφός του, Άννυ, με την οποία μοιράζονταν τις εντυπώσεις του, φεύγει για το Λονδίνο, έτσι βρίσκεται πραγματικά μόνος και δεν υπάρχει πια για τίποτα και για κανέναν. Μόνο η φαντασία θα καταφέρει ίσως να τον λυτρώσει από τη ναυτία και αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα που θα τον κάνει να αποδεχθεί την ύπαρξη και να υπερβεί την πραγματικότητα.[7]

Μεταφράσεις στα ελληνικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ναυτία (1938)

  • μετάφραση: Μάριος Λαέρτης, εκδόσεις Ελικών, 196;
  • μετάφραση: Θάνος Κωστόπουλος, εκδόσεις Βιβλιοαθηναϊκή, 196; και επανέκδοση από τις εκδόεις Μπογιάτη, 1982
  • μετάφραση: Γιώργος Εγγλέζος, εκδόσεις Δαμιανός
  • μετάφραση: Κ. Μιχαήλ, εκδόσεις Εγνατία, 1981
  • μετάφραση: Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδόσεις Πατάκης, 2005

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]