Η μυστηριώδης νήσος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εξώφυλλο της πρωτότυπης γαλλικής έκδοσης του μυθιστορήματος

Η μυστηριώδης νήσος (γαλλικά: L'Île mystérieuse) είναι μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν, το οποίο εκδόθηκε το 1874 από τις εκδόσεις Hetzel και εικονογραφημένο από τον Ιούλιο Φερά. Το μυθιστόρημα αποτελεί συνέχεια των διάσημων έργων του Βερν 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα και Τα τέκνα του πλοιάρχου Γκραντ.

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, στις 20 Μαρτίου του 1865 και ενώ η πόλη Ρίτσμοντ πολιορκούνταν από τους Βορείους, πέντε άντρες οι οποίοι ήταν αιχμάλωτοι των Νοτίων σχεδίαζαν να δραπετεύσουν με αερόστατο. Ήταν ο μηχανικός του στρατού των Βορείων Κύρος Σμιθ, ο δημοσιογράφος Γεδεών Σπίλετ, ο ναυτικός Πένκροφ, ο νεαρός Χάρμπερτ Μπράουν (προστατευόμενος του Πένκροφ) και ο Ναμπ (μαύρος υπηρέτης του μηχανικού Κύρου Σμιθ).

Η ευκαιρία για την απόδραση δόθηκε σε μια στιγμή που, λόγω φοβερής καταιγίδας, το αερόστατο με το οποίο ο Τζόναθαν Φόρστερ, φανατικός αυτονομιστής των Νοτίων, θα περνούσε πάνω από τις γραμμές των πολιορκητών του Ρίτσμοντ, έμεινε αφρούρητο λόγω της καταιγίδας. Οι πέντε τολμηροί Αμερικανοί παίρνοντας μαζί τους και τον Τοπ, τον πιστό σκύλο του μηχανικού Σμιθ, μπαίνουν στο αερόστατο και απογειώνονται ενώ η καταιγίδα μαίνεται.

Μετά από τέσσερις ημέρες ταξίδι στο άγνωστο, το αερόστατο έπεσε στη θάλασσα, ταλαιπωρημένο από την λαίλαπα, κοντά σε μια ακτή. Παλεύοντας με τα κύματα το πλήρωμα του αερόστατου κατόρθωσε να φτάσει στην ακτή. Εκεί ανακάλυψαν ότι η στεριά στην οποία είχαν βρεθεί ναυαγισμένοι ήταν ένα άγνωστο και ακατοίκητο νησί του Ειρηνικού.

Από την πρώτη στιγμή, ο μηχανικός Σμιθ φροντίζει να δημιουργήσει μια εγκατάσταση όσο το δυνατόν πιο τέλεια, σαν να μην επρόκειτο να φύγουν ποτέ. Μέρα με τη μέρα αντιμετωπίζονταν αποτελεσματικά οι διάφορες ανάγκες σε φαγητό και σε στέγη. Άγρια ζώα, ψάρια και πτηνά αποτελούν το φαγητό τους και μια μεγάλη και απρόσιτη σπηλιά το σπίτι τους. Μια μέρα μέσα στη λιμνούλα, η οποία ήταν σχηματισμένη δίπλα στη σπηλιά τους, ξεπρόβαλε ένα ντιγκόνγκ, δηλαδή μια θαλάσσια αγελάδα, που επιτέθηκε στον Τοπ. Όλοι θεωρούσαν τον Τοπ χαμένο, ώσπου τον είδαν να εκσφενδονίζεται έξω από το νερό, σα να τον είχε πετάξει ένα χέρι. Συγχρόνως τα νερά της λιμνούλας κοκκίνιζαν από αίμα.

Οι πέντε άντρες σκέφτονταν ότι κάποιο μυστήριο υπήρχε σ' αυτό το νησί. Αναρωτιούνταν ποιος είχε σώσει το μηχανικό Σμιθ από τα κύματα, όταν ναυάγησαν, ποιος είχε εκσφενδονίσει τον Τοπ και ποιος είχε μαχαιρώσει το θαλάσσιο τέρας.

Αλλά στο μυστηριώδες αυτό νησί, οι εκπλήξεις συνεχίζονται. Είχαν ήδη περάσει επτά μήνες από τότε που οι πέντε τολμηροί Αμερικανοί έπεσαν στο άγνωστο και έρημο νησί, όταν σκοτώνοντας ένα αγριογούρουνο βρήκαν στο κρέας του ένα σκάγι. Κάποιος πυροβολισμός είχε πέσει στο νησί Λίνκολν, όπως είχαν ονομάσει το νησί τους. Κι αυτό τους έκανε να νομίσουν πως είχαν αποβιβαστεί πειρατές.

Χάρτης της «Νήσου Λίνκολν»

Έφτιαξαν σύντομα μία πιρόγα για να εκτελέσουν τον περίπλου του νησιού. Όταν γύρισαν, είδαν στη θάλασσα δύο βαρέλια σε ένα κιβώτιο. Ανοίγοντάς τα, είδαν έκπληκτοι ότι περιείχε όπλα, εργαλεία, ρουχισμό, όργανα ναυσιπλοΐας, χάρτες και βιβλία, ανάμεσα στα οποία υπήρχε και μία Αγία Γραφή. Ξεφυλλίζοντάς την, είδαν να είναι υπογραμμισμένη από κάποιον αυτή η φράση: «Πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει». Οι πέντε άντρες απορούσαν για το ποιος τους είχε αφήσει εκεί το φορτίο και ποιος είχε υπογραμμίσει τα λόγια της Αγίας Γραφής.

Αφού ο μηχανικός Σμιθ φρόντισε να υπολογίσει τις ακριβείς συντεταγμένες της Νήσου Λίνκολν (34°57′S 150°30′W), με τον εξάντα που είχαν βρει στο κιβώτιο, αποφάσισαν να εξερευνήσουν το νησί ώστε να φτάσουν στη δυτική ακτή του, πλέοντας στον ποταμό που περνούσε δίπλα από την κατοικία τους με την πιρόγα που είχε κατασκευάσει ο Πένκροφ. Εκεί έδεσαν την πιρόγα τους σε μια όχθη, για να την πάρουν μετά και βρήκαν έναν ποταμό που τους οδήγησε δυτικά. Στο γυρισμό, όμως, καθώς έφτασαν στον ποταμό που είχαν αρχίσει δεν μπορούσαν να περάσουν στην απέναντι όχθη, αλλά τότε είδαν έκπληκτοι την πιρόγα τους παρασυρμένη από το ρεύμα να έρχεται προς αυτούς. Το σκοινί της ήταν κομμένο και το ότι βρέθηκε μπροστά τους εκείνη την στιγμή αποτελούσε μια παράξενη σύμπτωση...

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους, αντιλήφθηκαν πως η ανεμόσκαλα που οδηγούσε εκεί έλειπε. Ξαφνικά, εμφανίστηκε πλήθος ουρακοτάγκων στο σπίτι τους και οι ναυαγοί άρχισαν να τους πυροβολούν. Αφού έφυγαν όλοι, εκείνη την στιγμή η ανεμόσκαλα ξετυλίχτηκε μπροστά τους. Προσεκτικά μπήκαν μέσα στην κατοικία τους. Τότε άκουσαν μια κραυγή από κάπου. Ήταν ένας ουρακοτάγκος που είχε ξεμείνει. Έτσι, αποφάσισαν να τον κάνουν υπηρέτη τους και τον ονόμασαν Ζουπ, δηλαδή Ζούπιτερ.

Ποιος άραγε είχε κόψει το σκοινί της πιρόγας τους και ποιος είχε ξετυλίξει την ανεμόσκαλα όταν έφτασαν στην κατοικία τους;

Μετά από μήνες, οι ναυαγοί βρήκαν ένα σημείωμα το οποίο έγραφε πως ένας ναυαγός υπήρχε στο νησί Ταμπόρ, νοτιοδυτικά του νησιού Λίνκολν. Αμέσως έσπευσαν να πάνε και, αφού κατασκεύασαν ένα καράβι που το ονόμασαν «Καλότυχο», τον βρήκαν εξαθλιωμένο και, κατόπιν, τον έφεραν στο νησί τους. Όταν, όμως, το ρώτησαν αν είχε γράψει το σημείωμα με τις συντεταγμένες του νησιού Ταμπόρ, εκείνος απάντησε αρνητικά.

Στα τέλη του ίδιου χρόνου, εμφανίστηκε ένα πλοίο στα ανοιχτά. Μετά, όμως, αντιλήφθηκαν ότι ήταν ένα πειρατικό μπρίκι. Ο ναυαγός του νησιού Ταμπόρ, ο Έυρτον αποπειράθηκε να το ανατινάξει, μα γύρισε άπραγος. Αργότερα, καθώς αποβιβάζονταν μερικοί πειρατές στο νησί, ξάφνου το πλοίο τους ανατινάχτηκε στον αέρα και οι ναυαγοί απόρησαν ποιος το έκανε...

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η Μυστηριώδης Νήσος, Κλασσικά Εικονογραφημένα, Εκδόσεις Ατλαντίς, Νο 1016
  • Το Μυστηριώδες Νησί, Κλασική Λογοτεχνία Σε Σύντομες Διασκευές, Εκδόσεις Πατάκη, Β' Έκδοση