Η Πόρτα (ταινία, 2012)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Πόρτα
Az ajtó - The Door
Az ajtó-The door-2012-affiche.png
Η κινηματογραφική αφίσα
ΣκηνοθεσίαΊστβαν Ζάμπο
ΠρωταγωνιστέςΈλεν Μίρεν[1], Μαρτίνα Γκέντεκ, Károly Eperjes, Erika Marozsán, Gábor Koncz, Péter Andorai και Dorka Gáspárfalvi[2]
ΦωτογραφίαElemér Ragályi
Πρώτη προβολή2012
Διάρκεια97 λεπτά
ΠροέλευσηΟυγγαρία, Γερμανία
ΓλώσσαΑγγλικά

Η Πόρτα (Ουγγρικά: Az ajtó) είναι ουγγρική δραματική ταινία του 2012 στην αγγλική γλώσσα, σε σκηνοθεσία Ίστβαν Ζάμπο. [3]Πρωταγωνιστούν η Μαρτίνα Γκέντεκ και η Έλεν Μίρεν.[4]Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μάγκντα Ζάμπο και αναφέρεται στην ασυνήθιστη σχέση μιας μυθιστοριογράφου με την φτωχή, ηλικιωμένη υπηρέτριά της στη δεκαετία του 1960 στην Ουγγαρία.

Η ταινία επιλέχθηκε για να εμφανιστεί στο πρόγραμμα του 34ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας. Τον Νοέμβριο του 2012, κέρδισε το βραβείο Κοινού Μάικλ Κερτίζ στο Ουγγρικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λος Άντζελες. [5]

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ουγγαρία στη δεκαετία του 1960: Η συγγραφέας Μάγκντα (Μαρτίνα Γκέντεκ) και ο σύζυγός της Τιμπόρ (Κάρολυ Έπερχες) μετακομίζουν στη Βουδαπέστη. Καθώς η Μάγκντα δεν έχει χρόνο να διευθύνει το νοικοκυριό και είναι απασχολημένη με τα βιβλία της, αναζητά οικιακή βοηθό. Έτσι, επισκέπτεται την Έμερενς (Έλεν Μίρεν), η οποία ζει σε ένα μικρό σπίτι απέναντι και εργάζεται σαν οικιακή βοηθός σε κοντινά σπίτια. Η Έμερενς της λέει ότι δεν δουλεύει για κανέναν, πριν «ενημερωθεί» γι' αυτόν πρώτα. Μια νύχτα εμφανίζεται και τους ανακοινώνει ότι αναλαμβάνει τη δουλειά. Όσον αφορά την αμοιβή της, δεν δίνει συγκεκριμένη απάντηση, λέει απλώς ότι εξαρτάται από την εργασία. Χαιρετάει τη Μάγκντα και τον σύζυγό της, τον οποίο αποκαλεί στο εξής «Αφέντη». Αρχίζει να εργάζεται στο σπίτι και είναι πολύ μεθοδική στη δουλειά και τις συνήθειές της. Σκουπίζει, καθαρίζει και μαγειρεύει.[6]

Ο χρόνος περνά, η Μάγκντα εργάζεται σκληρά, γράφει το επόμενο βιβλίο της και η Έμερενς κάνει επίσης τη δουλειά της. Μια μέρα, η Μάγκντα και ο σύζυγός της βρίσκουν ένα κουτάβι στο δρόμο και το παίρνουν στο σπίτι. Η Έμερενς αμέσως αναλαμβάνει τον σκύλο και τον φροντίζει σαν να ήταν μικρό παιδί. Για πολύ καιρό θα είναι το μόνο ζωντανό πλάσμα στο οποίο «ανοίγει» την πόρτα της, γιατί η ηλικιωμένη γυναίκα δεν έχει επιτρέψει σε κανέναν να μπει στο σπίτι της για 20 χρόνια. Εξ αιτίας αυτού, υπήρξαν αρκετές φήμες γι' αυτήν στη γειτονιά που υπαινίσσονται σκοτεινά μυστικά για το παρελθόν της, όπως ότι κρύβει ένα πτώμα ή ότι, καθώς είχε παλιά εργαστεί για την εβραϊκή οικογένεια Γκρόσμαν η οποία είχε εκτοπισθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, έκρυβε την κληρονομιά τους.

Σταδιακά δημιουργείται ένας παράξενος δεσμός μεταξύ των δύο γυναικών που αναδεικνύει τη δύναμη του ενός χαρακτήρα και την αδυναμία του άλλου. Η Μάγκντα πηγαίνει στη Βουδαπέστη για να λάβει ένα λογοτεχνικό βραβείο, ακριβώς όταν η Έμερενς αρρωσταίνει και περνά μια κρίση που θα ολοκληρώσει τη σχέση των δύο γυναικών με τραγικό τρόπο.[7]Τελικά, η Έμερενς αποκαλύπτει στη Μάγκντα το μυστικό της: έχει εννέα γάτες στο διαμέρισμά της, ενώ η συμφωνία ενοικίασης επιτρέπει μόνο δύο.

Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια της ταινίας είναι ότι περιέχει αυτοβιογραφικά στοιχεία από τη ζωή της Ουγγαρέζας μυθιστοριογράφου Μάγκντα Ζάμπο (συνωνυμία με τον σκηνοθέτη), η οποία έγραψε το μυθιστόρημα στο οποίο βασίζεται η ταινία.[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]