Η Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιν
The Ballad of Reading Gaol (1904).djvu
Συγγραφέας Όσκαρ Ουάιλντ
Γλώσσα Αγγλικά
Είδος αφηγηματική ποίηση
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Η Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιν είναι ποίημα του Όσκαρ Γουάιλντ, που γράφηκε κατά την αυτοεξορία του, αμέσως μετά την αποφυλάκισή του από την φυλακή του Ρέντιν, στις 19 Μαρτίου του 1897 (Reading Goal, το οποίο προφέρεται Ρέντιν Τζέιλ), στο Μπερνεβάλ Λε Γκραν, κοντά στη Ντιέπ της Νορμανδίας. Ο Γουάϊλντ είχε φυλακιστεί για διαφθορά των νέων σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα.

Κατά τον εγκλεισμό του Γουάιλντ, στις 7 Ιουλίου 1896, πραγματοποιήθηκε η εκτέλεση δι' απαγχονισμού του στρατιώτη της Αγγλικής Βασιλικής Ιππικής Φρουράς Charles Thomas Woolridge που είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τον φόνο της συζύγου του, κόβοντας με ξυράφι τον λαιμό της. Το ποίημα ξεκινά από αυτή την πραγματική ιστορία και καταλήγει στη συμβολική ταυτοποίηση του συνόλου των φυλακισμένων.[1] Δεν γίνεται προσπάθεια να εκτιμηθούν η δικαιοσύνη και οι νόμοι που τους καταδίκασαν, αλλά τονίζεται η αποκτήνωση της τιμωρίας που οι καταδικασμένοι μοιράζονται μεταξύ τους. Ταυτόχρονα ο ποιητής ταυτίζει τον εαυτό του με τον μελλοθάνατο, αφού κι αυτός είχε χωρίσει από τη γυναίκα του και τα παιδιά του, στον στίχο "Μα ο καθένας από μας σκοτώνει ό, τι αγαπάει".

Γραφή και μέτρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συγγραφέας υιοθέτησε προλεταριακό τύπο μπαλάντας, που αποτελείται από 109 στροφές έξη γραμμών σε 8-6-8 ή 6-8-6 συλλαβές[2] και a-b-c-b-d-b[3] . Κάποιες στροφές ενσωματώνουν ρυθμό και κάποιες οχτασύλλαβους στίχους.

Ιστορικό έκδοσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν έφθασε στη Γαλλία, ο Γουάιλντ επιβίωνε μ' ένα μικρό επίδομα που του έδινε η σύζυγός του, Κονστάνς Λόϋντ, και προσπαθούσε να βρει άλλες πηγές εισοδήματος. Έχοντας καταρρακωθεί πλέον από την εμπειρία της φυλάκισής του, είχε προτείνει να δημοσιευτεί το ποίημα στο Reynold's magazine, που κυκλοφορούσε ευρέως στον υπόκοσμο, αφού πίστευε ότι ανήκε πλέον εκεί και θα διαβαζόταν από «ισάξιούς» του. Έλεγε πως θα ήταν μια νέα εμπειρία γι' αυτόν[4]. Όμως ο Ρόμπι Ρος, ο φίλος και λογοτεχνικός ατζέντης του, δεν του το επέτρεψε. Αφού ήρθε σ' επαφή με αρκετούς εκδότες, έπεισε τον Γουάϊλντ να στείλει ένα προσχέδιο στον εκδότη Λέοναρντ Σμίθερς, τον Αύγουστο του 1897, ο οποίος ενθουσιάστηκε και ήρθε σ' επαφή με τον σκιτσογράφο Όμπρεϋ Μπίρντσλι για να εκτελέσει την εικονογράφηση που τελικά δεν έγινε.

Κατόπιν υπήρξε πολλαπλή και έντονη αλληλογραφία μεταξύ συγγραφέα και εκδότη, καθότι ότι ο πρώτος διόρθωνε και την ίδια στιγμή προέκτεινε το ποίημα. Ταυτόχρονα επέβλεπε την επιλογή, το μέγεθος γραμματοσειράς αλλά και την σελιδοποίηση παρ' όλο που και το τυπογραφείο που το είχε αναλάβει ζητούσε αλλαγές - από φόβο να μην αναγνώριζε τον εαυτό του ο γιατρός της φυλακής στον στίχο «ενώ ο γιατρός με τα κάπως σαρκώδη χείλη», και συμφωνήθηκε να αλλαχθεί σε «κάποιος γιατρός...». Όπως είπε ένας βιογράφος του, o Ingleby, «Ποτέ κάποιο ποίημα δεν είχε διορθωθεί τόσο, δεν είχε περικοπεί και δεν είχε λουστραριστεί ξανά και ξανά, όσο αυτή η φωνή από το κελί της φυλακής»[5].

Άλλη αλλαγή στη 2η έκδοση είναι : ενώ στη 1η έκδοση ο στίχος ήτανε «Και το βήμα του ήταν ελαφρύ», στη 2η έγινε «Και το βήμα του έμοιαζε ελαφρύ». Τέτοιες μικρές αλλαγές έγιναν μέχρι και την 7η έκδοση, την τελευταία που έγινε από τον Λέοναρντ Σμίθερς. Από κει και πέρα έγιναν πάμπολλες ανατυπώσεις [6] και επειδή ο Λέοναρντ Σμίθερς είχε κρατήσει τις πλάκες, γίνεται υπόθεση πως αυτές γίνονταν με αίτηση του συγγραφέα.

Στην πραγματικότητα, η πρώτη έκδοση - η οποία δεν ήταν σίγουρο πως θα ξανατυπωνόταν - είχε σχεδιαστεί για 400 αντίτυπα, αλλά μόλις ο συγγραφέας υπολόγισε το κόστος, συνειδητοποίησε πως ακόμα και αν πωλούνταν όλα, δεν θα κάλυπταν το κόστος, επέμενε και έτσι ο Λέοναρντ Σμίθερς είπε στον τυπογράφο να διπλασιάσει τα αντίτυπα και να κρατήσει τις πλάκες εκτύπωσης, σε περίπτωση που ανατυπωνόταν. Καθώς η μέρα της κυκλοφορίας έφτανε, ο συγγραφέας πανικοβλήθηκε και έκανε κάποιες απεγνωσμένες προσπάθειες να πουλήσει τα δικαιώματά του παίρνοντας άμεσα μετρητά. Τελικά δεν κατάφερε τίποτα. Μέσα σε δέκα μέρες πουλήθηκαν όλα τα βιβλία και τα επόμενα επίσης για 1 χρόνο περίπου.

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συγγραφέας δεν παραδεχόταν το εμφανές λάθος που είχε κάνει στην πρώτη γραμμή του ποιήματος, στον πρώτο στίχο, στο σημείο που έλεγε: «δεν φορούσε το πορφυρό του το παλτό» ενώ ο Charles Thomas Woolridge, ο οποίος ανήκε στην Βασιλική Ιππική Φρουρά, φορούσε μπλε στολή. Μπορεί πάραυτα να θεωρηθεί ποιητική αδεία ως συνδυασμός του ενδύματος με το αίμα και το κρασί.

Λέγεται πως ο συγγραφέας εμπνεύστηκε από το IXο ποίημα του Α.Ε. Housman «A Shropsire Lad» που αναφέρεται στον απαγχονισμό κάποιων εγκλείστων. Ένα απόσπασμα του ποιήματος του Α.Ε. Housman είναι:

«Μας κρέμασαν τώρα στη φυλακή του Σρούμπερυ, και οι σφυρίχτρες ακούγονται απεγνωσμένες.Τα τραίνα τρίζουν όλη νύχτα στις ράγες για τους ανθρώπους που την αυγή πεθαίνουν».

Επίσης αρκετά κομμάτια του ποιήματος έγιναν γνωστά όπως «Όλοι οι άνθρωποι σκοτώνουν ό,τι αγαπούν» το οποίο μπορεί να είναι παρμένο από τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ μόνο που εδώ ο στίχος είναι ερωτηματικός. Δεν υπάρχουν όμως αρκετά στοιχεία για την επιβεβαίωση των λεγομένων αυτών.

Ζωγραφικοί πίνακες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ζωγράφος François Heaulme εμπνεύστηκε από το ποίημα της «Μπαλάντας» και έδωσε μια σειρά από πίνακες. Ένα απ' αυτά είναι και το «La ballade de la Geôle de Reading» του 2002

Παραγωγές θεατρικών έργων βασισμένων στο ποίημα, στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Η «Μπαλάντα της φυλακής» ενέπνευσε έναν μουσικό δίσκο το 2014 από τους KollektivA, που στη συνέχεια μεταφέρθηκε ομώνυμα σε θεατρικό έργο από την Χριστίνα Μητροπούλου, σε σκηνοθεσία και χορογραφίες του Τάσου Μπεκιάρη, που πραγματεύεται το δίπολο εγκλεισμού / απελευθέρωσης ατομικού και συλλογικού εγκλεισμού, με τον σύγχρονο κόσμο ως φυλακή και την πρωταρχική ανάγκη για ελευθερία. Σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης ο εγκλεισμός αφορά όλους τους ανθρώπους ως κάτι που μπορεί να νοιώσει κάποιος στην εργασία του, στην οικογένειά του ή ακόμα και στην ίδια του την σεξουαλική ταυτότητα.
  • Επίσης η «Μπαλάντα», μαζί με το «De profundis», έγιναν θεατρική παράσταση το 2015 σε σκηνοθεσία του Σπύρου Κυριαζόπουλου.

Μουσικά έργα που βασίζονται στην «Μπαλάντα»[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1920 - Ο Jacques Brel γράφει μια διασκευή για μπαλέτο και ένα λιμπρέτο για πιάνο με δύο άτομα (1924) - La ballade de la Geôle de Reading
  • Στην μουσική σύνθεση του Arthur Wills με τίτλο «Η θυσία του Θεού» (χορωδιακό 1986 - 4 μέρη με χορωδία και όργανο, λέξεις από «Ψαλμούς» και την «Μπαλάντα της φυλακής»), την οποία συνέθεσε στη μνήμη της μικρής του ανιψιάς.
  • Το 1989 οι συνθέτες Gavin Friday και Maurice Seezer χρησιμοποίησαν τον στίχο «Each man Kills the Thing he loves»
  • To 1991 o συνθέτης Donald Swann συνέθεσε την «Poetic Image : A Victorian Song Cycle» σε κείμενα της «Μπαλάντας» αλλά και του «Ηarriot's House» καθώς και σε κείμενα του Τέννυσον, της Κριστίνα Ροσσέτι και του Τζον Κλαρ.
  • Ο συνθέτης Henri Zagwijn απαγγέλλει το ποίημα συνοδεία μουσικής στα Ολλανδικά.
  • Οι Πυξ - Λαξ, ελληνικό συγκρότημα, έγραψαν το 2001 το άλμπουμ «Τα δοκάρια στο γρασίδι περιμένουν τα παιδιά» όπου υπάρχει το τραγούδι «Η Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ»
  • Ο μουσικός King Charles το 2012 στο CD με τίτλο "Love blood" χρησιμοποίησε πολλούς στίχους από το ποίημα στο τραγούδι «Love Wilde» συνοδεία χορωδίας
  • Ο μουσικός Peter Doherty, στο τραγούδι «Broken Love Song» του σόλο άλμπουμ του «Grace/Wastelands», σε κάποιο απόσπασμα ξεκινάει με το «Ποτέ δεν είδα κάποιον να κοιτάζει με τόσο μελαγχολικό βλέμμα»

Ποιητικές εμπνεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, στο μακρύ ποίημα με τίτλο «Γι' αυτό» υπάρχει ένα τμήμα που ονομάζεται «Η Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντιν»
  • Στον Ευγένιο Ο' Νηλ αναφέρεται στα έργα του «Α, ερημιά» καθώς και στην πράξη V του «Ολοήμερου Ταξιδιού στη Νύχτα»

Παραγωγές ταινιών και τηλεταινιών που επηρεάστηκαν από το ποίημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Στην κορύφωση της «Ανυπομονησίας» του D.W. Griffith, όταν το Αγόρι οδηγούνταν προς την κρεμάλα, κάποιος από τους παριστάμενους ψέλλισε : «Έτσι, με περίεργα μάτια κι αρρωστημένες εικασίες, τον παρατηρούσαμε κάθε μέρα κι αναρωτιόμασταν αν ο καθένας μας θα 'θελε να 'χει παρόμοιο τέλος, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει σε ποια Κόκκινη Κόλαση, η τυφλή του ψυχή θα περιπλανιέται»
  • Στο επεισόδιο της σειράς του 1962 «Τhe Virginian» με τίτλο «The Brazen Bell», ένας ντροπαλός δάσκαλος απαγγέλλει τη «Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντιν» για ν' αποσπάσει την προσοχή κάποιου φυγόδικου δολοφόνου της συζύγου του, ο οποίος κρατούσε όμηρο τον ίδιο και μια μικρή ομάδα παιδιών.
  • Στο Κουρδιστό πορτοκάλι, την ώρα που συζητούν για την πειραματική «θεραπεία αποστροφής» που δοκιμάζεται πάνω στον αφηγηματογράφο Άλεξ, ο Δρ. Μπράνον λέει : «Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ότι αγαπά...» όπως είπε και ο ποιητής - κατάδικος Γουάιλντ.
  • Στη τουρκική σειρά Εζέλ(Ezel),όπου ο αφηγητής αφηγείται τμήμα από το ποίημα τη στιγμή που η Εϋσάν επισκέπτεται τον Ομέρ/Εζέλ(πρωταγωνιστής) στη φυλακή.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Sandulescu,, C. George. C. Smyth (1994). Rediscovering Oscar Wilde. England: Rowman & Littlefield Publishers, σελ. 308-310. ISBN ISBN 0-86140-376-2. 
  2. Mason, Stuart (1914). Biblio0graphy of Oscar Wilde. England: T. Werner Laurie, σελ. 406-423. ISBN ASIN: B002WUIV66. 
  3. Elmann, Richard (1988). Oscar Wilde. New York: Vintage Books, σελ. 526. ISBN ISBN 978-0-394-75984-5. 
  4. Kiberd, D. (2000). Irish classics. Granata, σελ. 336. ISBN ISBN 1-86207-459-3. 
  5. Ingleby,, Leonard Cresswell, (1907). Oscar Wilde. London: T. Werner Laurie - First Edition edition, σελ. σελίδες 283-298 (το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι στη σελίδα 286. ISBN ASIN: B000J2RA4S. 
  6. Mason, Stuart (1907). Bibliography of the Poems of Oscar Wilde Mason, Stuart,. London: Grant Richards, σελ. σελίδες 82-84 και 417-419.. ISBN ASIN: B00A0352IW.