Ηλεκτρυώνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ηλεκτρυώνη
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Ἠλεκτρυώνη (Αρχαία Ελληνικά)
Οικογένεια
ΓονείςΉλιος και Ρόδη

Στην ελληνική μυθολογία η Ηλεκτρυώνη ήταν ηρωίδα της νήσου Ρόδου. Μυθολογείται ως θυγατέρα του θεού Ηλίου και της μυθικής γυναικείας μορφής Ρόδου. Η Ηλεκτρυώνη ή Αλεκτρώνα ταυτίζεται κατά μεγάλο μέρος με την προελληνική θεότητα του φωτός Ηλέκτρα, που λατρευόταν στη Σαμοθράκη και στη Ρόδο. Σύμφωνα με τον Διόδωρο Σικελιώτη ήταν η μοναχοκόρη του Ήλιου και της Ρόδης [1] και πέθανε παρθένα , ενώ τιμήθηκε από τούς Ροδίους με τιμές ηρωίδας[2].

Διόδωρος Σικελιώτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διόδωρος Σικελιώτης - βιβλίο 5 -55 -56 [3]

55. Τὴν δὲ νῆσον τὴν ὀνομαζομένην Ῥόδον πρῶτοι κατῴκησαν οἱ προσαγορευόμενοι Τελχῖνες・ οὗτοι δ’ ἦσαν υἱοὶ μὲν Θαλάττης, ὡς ὁ μῦθος παραδέδωκε, μυθολογοῦνται δὲ μετὰ Καφείρας τῆς Ὠκεανοῦ θυγατρὸς ἐκθρέψαι Ποσειδῶνα, Ῥέας αὐτοῖς παρακαταθεμένης τὸ βρέφος. γενέσθαι δ’ αὐτοὺς καὶ τεχνῶν τινων εὑρετὰς καὶ ἄλλων τῶν χρησίμων εἰς τὸν βίον τῶν ἀνθρώπων εἰσηγητάς. ἀγάλματά τε θεῶν πρῶτοι κατασκευάσαι λέγονται, καί τινα τῶν ἀρχαίων ἀφιδρυμάτων ἀπ’ ἐκείνων ἐπωνομάσθαι・ παρὰ μὲν γὰρ Λινδίοις Ἀπόλλωνα Τελχίνιον προσαγορευθῆναι, παρὰ δὲ Ἰαλυσίοις Ἥραν καὶ Νύμφας Τελχινίας, παρὰ δὲ Καμειρεῦσιν Ἥραν Τελχινίαν. λέγονται δ’ οὗτοι καὶ γόητες γεγονέναι καὶ παράγειν ὅτε βούλοιντο νέφη τε καὶ ὄμβρους καὶ χαλάζας, ὁμοίως δὲ καὶ χιόνα ἐφέλκεσθαι・ ταῦτα δὲ καθάπερ καὶ τοὺς μάγους ποιεῖν ἱστοροῦσιν. ἀλλάττεσθαι δὲ καὶ τὰς ἰδίας μορφάς, καὶ εἶναι φθονεροὺς ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν τεχνῶν. Ποσειδῶνα δὲ ἀνδρωθέντα ἐρασθῆναι Ἁλίας τῆς τῶν Τελχίνων ἀδελφῆς, καὶ μιχθέντα γεννῆσαι παῖδας ἓξ μὲν ἄρρενας, μίαν δὲ θυγατέρα Ῥόδον, ἀφ’ ἧς τὴν νῆσον ὀνομασθῆναι. γενέσθαι δὲ κατὰ τὸν καιρὸν τοῦτον ἐν τοῖς πρὸς ἕω μέρεσι τῆς νήσου τοὺς κληθέντας γίγαντας・ ὅτε δὴ καὶ Ζεὺς λέγεται καταπεπολεμηκὼς Τιτᾶνας ἐρασθῆναι μιᾶς τῶν νυμφῶν Ἱμαλίας ὀνομαζομένης, καὶ τρεῖς ἐξ αὐτῆς τεκνῶσαι παῖδας, Σπαρταῖον, Κρόνιον, Κύτον. κατὰ δὲ τὴν τούτων ἡλικίαν φασὶν Ἀφροδίτην ἐκ Κυθήρων κομιζομένην εἰς Κύπρον καὶ προσορμιζομένην τῇ νήσῳ κωλυθῆναι ὑπὸ τῶν Ποσειδῶνος υἱῶν, ὄντων ὑπερηφάνων καὶ ὑβριστῶν・τῆς δὲ θεοῦ διὰ τὴν ὀργὴν ἐμβαλούσης αὐτοῖς μανίαν, μιγῆναι αὐτοὺς βίᾳ τῇ μητρὶ καὶ πολλὰ κακὰ δρᾶν τοὺς ἐγχωρίους. Ποσειδῶνα δὲ τὸ γεγονὸς αἰσθόμενον τοὺς υἱοὺς κρύψαι κατὰ γῆς διὰ τὴν πεπραγμένην αἰσχύνην, οὓς κληθῆναι προσηῴους δαίμονας・ Ἁλίαν δὲ ῥίψασαν ἑαυτὴν εἰς τὴν θάλατταν Λευκοθέαν ὀνομασθῆναι καὶ τιμῆς ἀθα- νάτου τυχεῖν παρὰ τοῖς ἐγχωρίοις.
56. Χρόνῳ δ’ ὕστερον προαισθομένους τοὺς Τελχῖνας τὸν μέλλοντα γίνεσθαι κατακλυσμὸν ἐκλιπεῖν τὴν νῆσον καὶ διασπαρῆναι. Λύκον δ’ ἐκ τούτων παραγενόμενον εἰς τὴν Λυκίαν Ἀπόλλωνος Λυκίου ἱερὸν ἱδρύσασθαι παρὰ τὸν Ξάνθον ποταμόν. τοῦ δὲ κατακλυσμοῦ γενομένου τοὺς μὲν ἄλλους διαφθαρῆναι, τῆς δὲ νήσου διὰ τὴν ἐπομβρίαν ἐπι πολασάντων τῶν ὑγρῶν λιμνάσαι τοὺς ἐπιπέδους τόπους, ὀλίγους δ’ εἰς τὰ μετέωρα τῆς νήσου συμφυγόντας διασωθῆναι・ ἐν οἷς ὑπάρχειν καὶ τοὺς Διὸς παῖδας. Ἥλιον δὲ κατὰ μὲν τὸν μῦθον ἐρασθέντα τῆς Ῥόδου τήν τε νῆσον ἀπ’ αὐτῆς ὀνομάσαι Ῥόδον καὶ τὸ ἐπιπολάζον ὕδωρ ἀφανίσαι・ ὁ δ’ ἀληθὴς λόγος ὅτι κατὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς σύστασιν τῆς νήσου πηλώδους οὔσης ἔτι καὶ μαλακῆς, τὸν ἥλιον ἀναξηράναντα τὴν πολλὴν ὑγρότητα ζωογονῆσαι τὴν γῆν, καὶ γενέσθαι τοὺς κληθέντας ἀπ’ αὐτοῦ Ἡλιάδας, ἑπτὰ τὸν ἀριθμόν, καὶ ἄλλους ὁμοίως λαοὺς αὐτόχθονας. ἀκολούθως δὲ τούτοις νομισθῆναι τὴν νῆσον ἱερὰν Ἡλίου καὶ τοὺς μετὰ ταῦτα γενομένους Ῥοδίους διατελέσαι περιττότερον τῶν ἄλλων θεῶν τιμῶντας τὸν Ἥλιον ὡς ἀρχηγὸν τοῦ γένους αὐτῶν. εἶναι δὲ τοὺς ἑπτὰ υἱοὺς Ὄχιμον, Κέρκαφον, Μάκαρα, Ἀκτῖνα, Τενάγην, Τριόπαν, Κάνδαλον, θυγατέρα δὲ μίαν, Ἠλεκτρυώνην, ἣν ἔτι παρθένον οὖσαν μεταλλάξαι τὸν βίον καὶ τιμῶν τυχεῖν παρὰ Ῥοδίοις ἡρωικῶν. ἀνδρωθεῖσι δὲ τοῖς Ἡλιάδαις εἰπεῖν τὸν Ἥλιον, ὅτι οἵτινες ἂν Ἀθηνᾷ θύσωσι πρῶτοι, παρ’ ἑαυτοῖς ἕξουσι τὴν θεόν・ τὸ δ’ αὐτὸ λέγεται διασαφῆσαι τοῖς τὴν Ἀττικὴν κατοικοῦσι. διὸ καί φασι τοὺς μὲν Ἡλιάδας διὰ τὴν σπουδὴν ἐπιλαθομένους ἐνεγκεῖν πῦρ ἐπιθεῖναι τὰ θύματα, τὸν δὲ τότε βασιλεύοντα τῶν Ἀθηναίων Κέκροπα ἐπὶ τοῦ πυρὸς θῦσαι ὕστερον._-διόπερ φασὶ διαμένειν μέχρι τοῦ νῦν τὸ κατὰ τὴν θυσίαν ἴδιον ἐν τῇ Ῥόδῳ, καὶ τὴν θεὸν ἐν αὐτῇ καθιδρῦσθαι. περὶ μὲν οὖν τῶν ἀρχαιολογουμένων παρὰ Ῥοδίοις οὕτω τινὲς μυθολογοῦσιν・ ἐν οἷς ἐστι καὶ Ζήνων ὁ τὰ περὶ ταύτης συνταξάμενος.

55. Την Ρόδο85 την κατοίκησαν πρώτοι οι λεγόμενοι Τελχίνες. Αυτοί ήσαν υιοί της Θαλάσσης, όπως αναφέρει η μυθική παράδοση, και λέγουν ότι αυτοί μαζί με την Κάφειρα, θυγατέρα του Ωκεανού, ανέθρεψαν τον Ποσειδώνα, όταν ήταν βρέφος και τον εμπιστεύθηκε στην φροντίδα τους η Ρέα. 2. Λέγουν ακόμα ότι αυτοί ανακάλυψαν και μερικές τέχνες κι’ ότι εισήγαγαν κι’ άλλα πράγματα χρήσιμα στην ζωή των ανθρώπων. Λέγουν ότι ήσαν οι πρώτοι που φιλοτέχνησαν αγάλματα των θεών, και μερικά από τα αρχαία αγάλματα των θεών έλαβαν το όνομά τους από εκείνους. Επί παραδείγματι, μεταξύ των Λινδίων υπάρχει ένας Απόλλων Τελχίνιος, όπως ονομάζεται, μεταξύ των Ιαλυσίων υπάρχει Ήρα και Νύμφες Τελχίνιες και μεταξύ των Καμειρέων υπάρχει Ήρα Τελχινία. 3. Λέγουν ότι οι Τελχίνες υπήρξαν και θαυματοποιοί, και όποτε ήθελαν συγκέντρωναν σύννεφα κι’ έρριχναν βροχή και χαλάζι, ακόμα και χιόνια έφερναν. Κι’ όλα αυτά, λέγουν ,τα έκαναν όπως οι μάγοι της Περσίας. Ακόμα παράλλαξαν και την ίδια τους την μορφή και κρατούσαν ζηλοτύπως για τον εαυτό τους τα μυστικά της τέχνης τους. 4. Ο Ποσειδών, συνεχίζει ο μύθος, ερωτεύθηκε την Αλία, την αδελφή των Τελχίνων, ζευγάρωσε μαζί της και γέννησε έξι υιούς και μία κόρη, την Ρόδο, από την οποία έλαβε η νήσος αυτό το όνομα. 5. Αυτήν την εποχή γεννήθηκαν στα ανατολικά μέρη της νήσου οι λεγόμενοι Γίγαντες. Και τον καιρό κατά τον οποίο ο Ζευς καταπολέμησε τους Τιτάνες, ερωτεύθηκε μία από τις νύμφες, την Ιμαλία, και γέννησε απ’ αυτήν τρεις υιούς, τον Σπαρταίο, τον Κρόνιο και τον Κύτο. 6. Κι’ όταν αυτοί ήσαν ακόμα νέοι, η Αφροδίτη, λέγουν, που ταξίδευε από τα Κύθηρα στην Κύπρο και πήγε να προσορμιστεί στην Ρόδο, εμποδίστηκε από τους υιούς του Ποσειδώνος, οι οποίοι ήσαν άνθρωποι υπερήφανοι και αλαζονικοί. Κι’ η θεά από την οργή της τους έριξε μανία και στην αλλοφροσύνη τους βίασαν την μητέρα τους και διέπραξαν πολλές βιαιότητες σε βάρος των ντόπιων. 7. Αλλά όταν ο Ποσειδών έμαθε τα συμβάντα, έκρυψε τα παιδιά κάτω από την γη για τις ντροπές τους, κι’ ονομάστηκαν από τότε Προσηώοι δαίμονες (ανατολικοί δηλαδή). Κι’ η Αλία έπεσε μόνη της στην θάλασσα κι’ ονομάστηκε Λευκοθέα και εδέχθη θεϊκές τιμές από τους ντόπιους.
56. Αργότερα οι Τελχίνες προαισθάνθηκαν τον κατακλυσμό, που επρόκειτο να γίνη, και εγκατέλειψαν την νήσο και διασκορπίσθηκαν. Ένας απ’ αυτούς, ο Λύκος, πήγε στην Λυκία86 και ίδρυσε εκεί, πλησίον του Ξάνθου ποταμού87, ένα ναό του Λυκίου Απόλλωνος. 2. Κι’ όταν έγινε ο κατακλυσμός οι άλλοι κάτοικοι χάθηκαν και καθώς τα νερά από την μεγάλη νεροποντή πλημμύρισαν διότι τα πεδινά μέρη μετετράπησαν σε λίμνη και μόνο λίγοι που κατέφυγαν στα ψηλώματα της νήσου σώθηκαν. Μεταξύ αυτών ήσαν και οι υιοί του Διός. 3. Ο Ήλιος, κατά τον μύθο, ερωτεύθηκε την Ρόδο και ονόμασε την νήσο με το όνομά της Ρόδο και εξαφάνισε τα νερά από τα οποία είχε πλημμυρίσει. Η αληθινή εξήγηση είναι ότι κατά την αρχική δημιουργία του κόσμου, η νήσος ήταν ακόμα αργιλώδης και μαλακή, κι’ ο ήλιος εξατμίζοντας την μεγάλη υγρασία ζωογόνησε την γη και γεννήθηκαν οι λεγόμενοι Ηλιάδαι, που έλαβαν το όνομα απ’ αυτόν, επτά τον αριθμό, και άλλοι λαοί, το ίδιο και αυτοί αυτόχθονες. 4. Συνέπεια όλων αυτών των γεγονότων ήταν να θεωρηθεί η νήσος ιερή του Ηλίου και οι Ρόδιοι των μεταγενεστέρων χρόνων εξακολουθούσαν να τιμούν τον Ήλιο περισσότερο από τους άλλους θεούς, ως γενάρχη τους. 5. Οι επτά υιοί του ήσαν ο Όχιμος, ο Κέρκαφος, ο Μάκαρ, ο Ακτίς, ο Τενάγης, ο Τριόπας και ο Κάνδαλος και μία θυγατέρα η Ηλεκτρυώνη, που άφησε αυτόν τον κόσμο, όταν ήταν ακόμα παρθένος, και τιμήθηκε από τους Ροδίους με τιμές ήρωος. Κι’ όταν ανδρώθηκαν οι Ηλιάδαι, τους είπε ο Ήλιος, ότι όποιοι θυσιάζουν πρώτοι στην Αθηνά, θα έχουν με το μέρος τους την θεά. Λέγουν ότι το ίδιο πράγμα είπε και στους κατοίκους της Αττικής. 6. Γι’ αυτό λέγουν ότι οι Ηλιάδαι από την βιασύνη τους λησμόνησαν να βάλουν φωτιά κάτω από τα σφάγια, όμως τα τοποθέτησαν εγκαίρως στον βωμό, ενώ ο Κέκροψ, ο οποίος ήταν τότε βασιλεύς των Αθηναίων, τοποθέτησε τα σφάγια επί της πυράς αλλά βραδύτερα απ’ ό, τι οι Ηλιάδαι. 7. Γι’ αυτό, λέγουν, διατηρείται μέχρι σήμερα στην Ρόδο ένας ιδιότυπος τρόπος θυσίας κι’ ότι η θεά έχει την έδρα της εκεί. Αυτή είναι η αρχαιότατη ιστορία της Ρόδου την οποία τηνεκθέτουν μερικοί μυθογράφοι, μεταξύ των οποίων και ο Ζήνων, ο οποίος συνέταξε μία ιστορία της νήσου.

Επιγραφή του Ναού της Ηλεκτρυώνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια μαρμάρινη πλακέτα του 3ου αιώνα π.Χ. που βρέθηκε στην Ιαλυσό περιέχει μια επιγραφή με τους κανονισμούς που ισχύουν για τους επισκέπτες του ναού της Ηλεκτρυώνης[4]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • το όνομα «Ηλεκτρυώνη» ήταν επωνυμία της Αλκμήνης.

Γενεαλογικό δένδρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικές θαλάσσιες θεότητες

ΓαίαΟυρανός
ΩκεανόςΤηθύς
 Ποταμοί Ωκεανίδες
ΠόντοςΘάλασσα
ΝηρέαςΘαύμαςΦόρκυςΚητώΕυρυβίαΤελχίνεςΑλίαΠοσειδώνΑφροδίτη[5]
ΈχιδναΓοργόνεςΓραίεςΛάδωναςΕσπερίδεςΘόωσαΉλιοςΡόδη
ΣθενώΓραίεςἩλιάδαιΗλεκτρυώνη
ΕυρυάληΕνυώ
Μέδουσα[6]Γραίες

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Διόδωρος Σικελιώτης - βιβλίο 5-55
  2. Διόδωρος Σικελιώτης - βιβλίο 5-56
  3. Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica - βιβλίο 5 -55 -56 Perseus
  4. «About – ELECTRYONE – ΗΛΕΚΤΡΥΩΝΗ» (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 21 Ιουλίου 2021. 
  5. Υπάρχουν δύο πολύ διαφορετικές ιστορίες για την προέλευση της Αφροδίτης: Ο Ησίοδος (Θεογονία) ισχυρίζεται ότι «γεννήθηκε» από τον αφρό της θάλασσας αφού ο Κρόνος ευνούχισε τον Ουρανό, κάνοντας της έτσι κόρη του Ουρανού; Αλλά ο Όμηρος στην Όμηρος(Ιλιάδα, βιβλίο V) έχει την Αφροδίτη ως κόρη του Δία και της Διόνης. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα (Συμπόσιο 180e), οι δύο θεότητες ήταν εντελώς ξεχωριστές οντότητες: ηΟυρανία Αφροδίτη και Αφροδίτη Πάνδημος'.
  6. Οι περισσότερες πηγές περιγράφουν τη Μέδουσα ως κόρη του Φόρκυ και της Κήτους, αν και ο συγγραφέας Υγίνος (μύθους Preface) προτείνει άλλη εκδοχή.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969