Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ
Rigaud Mansart.jpg
Πορτρέτο του Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ, έργο του Υασίντ Ριγκώ, με φόντο το Μέγαρο των Απομάχων
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Jules Hardouin-Mansart (Γαλλικά)
Γέννηση16  Απριλίου 1646[1][2][3][4][5][6]
Παρίσι[7][8]
Θάνατος11  Μαΐου 1708[1][9][2][3][4][5][6]
Μαρλί-λε-Ρουά
Χώρα πολιτογράφησηςΓαλλία[10]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΓαλλικά[11]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητααρχιτέκτονας
καλλιτέχνης
Αξιοσημείωτο έργοGrand commun
Κάστρο του Σαμπόρ
Μεγάλο Τριανόν
Κάστρο του Σαζερόν
Παλάτι των Βερσαλλιών
Château de Marly
Πλατεία Βαντόμ
Οικογένεια
ΤέκναJacques Hardouin-Mansart
ΑδέλφιαMichel Hardouin
ΣυγγενείςΦρανσουά Μανσάρ (granduncle)
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαSurintendant des Bâtiments
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ (γαλλικά: Jules Hardouin-Mansart), κόμης του Σαγκόν (από το 1699) (1646 -1708), ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας της εποχής του γαλλικού μπαρόκ - κλασικισμού. Ήταν ο πρώτος αρχιτέκτονας του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ και επιθεωρητής των Βασιλικών Κτηρίων, ολοκλήρωσε το σχέδιο των Βερσαλλιών. [12]

Ήταν απόγονος του αρχιτέκτονα Φρανσουά Μανσάρ (1599-1666), από τον οποίο έμαθε αρχιτεκτονική και του οποίου το διάσημο επώνυμο πρόσθεσε στο δικό του για να ενισχύσει τη φήμη του.[13]

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1646 στο Παρίσι. Εκπαιδεύτηκε από τον θείο του Φρανσουά Μανσάρ και από τον Λιμπεράλ Μπρυάν. Άρχισε να αναδεικνύεται το 1674 με την κατασκευή του μικρού κάστρου του Βαλ και τη συμμετοχή του στις εργασίες του κάστρου του Σαντιγί. Ο Ερρίκος Γ΄ του Κοντέ, γιος του Μεγάλου Κοντέ εκτιμούσε ιδιαίτερα το ταλέντο του. [14]

Κέρδισε την εκτίμηση του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ το 1674 με τα σχέδια για το κάστρο του Κλανί, που προορίζονταν για την ερωμένη του βασιλιά, την κυρία ντε Μοντεσπάν. Ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του ήταν πολλές ιδιωτικές κατοικίες-αρχοντικά. Το 1675, έγινε επίσημος αρχιτέκτονας του βασιλιά και εισήλθε στη Βασιλική Ακαδημία Αρχιτεκτονικής. Το 1681 ορίσθηκε πρώτος αρχιτέκτονας του βασιλιά και το 1685 διορίστηκε επιθεωρητής των βασιλικών κτηρίων. Από το 1678, επιδόθηκε στην ανασχεδίαση και επέκταση του ανακτόρου των Βερσαλλιών. Βασιζόμενος στα σχέδια του Λουί Λε Βω, ανήγειρε την αίθουσα των Κατόπτρων, την Ορανζερί, το Μεγάλο Τριανόν και τη βόρεια και νότια πτέρυγα.[15]

Μετά το θάνατο του Σαρλ Λε Μπρεν το 1690, ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ, ο οποίος μόλις είχε ολοκληρώσει τον τρούλο του Μεγάρου των Απομάχων, έγινε Γενικός Επιθεωρητής των Βασιλικών Κτηρίων το 1691. Κάλεσε τον ζωγράφο Σαρλ ντε Λα Φος το 1692 και του ανέθεσε τις τοιχογραφίες στο εσωτερικό του θόλου από το 1702 έως το 1706.

Ανεβαίνοντας στην εκτίμηση του βασιλιά, το 1682 έλαβε τίτλο ευγενείας από τον Λουδοβίκιο ΙΔ΄, αλλά κόμης ονομάστηκε το 1699, όταν αγόρασε (για 130.000 λίρες) την κομητεία Σαγκόν στο δουκάτο της Βουρβόνης.

Ο Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ παντρεύτηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1668 την Αν Μποντέν (1646-1738) με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά.

Πέθανε στο Μαρλί-λε-Ρουά στις 11 Μαΐου 1708 σε ηλικία 62 ετών. [16]Ενταφιάστηκε στο Παρίσι, σε εκκλησία που καταστράφηκε το 1796-1799, όπως και το μαρμάρινο επιτάφιο μνημείο που είχε ανεγείρει ο Αντουάν Κουαζεβό. Τα λείψανά του αποτέθηκαν στις κατακόμβες του Παρισιού.

Έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το παρεκκλήσιο του Αγίου Λουδοβίκου στο Μέγαρο των Απομάχων

Το τεράστιο έργο ανάπτυξης του ανακτόρου των Βερσαλλιών τον απασχόλησε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του. Συγχρόνως ανήγειρε πολλά δημόσια κτήρια, εκκλησίες, γέφυρες, πλατείες και ιδιωτικά μέγαρα. Το παρεκκλήσιο του Αγίου Λουδοβίκου στο Μέγαρο των Απομάχων θεωρείται χαρακτηριστικό έργο του συνδυασμού του κλασικού με το μπαρόκ αρχιτεκτονικό στοιχείο. Στα σημαντικότερα έργα του Ζυλ Αρντουάν-Μανσάρ περιλαμβάνονται:[17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 RKDartists. rkd.nl/explore/artists/52380. Ανακτήθηκε στις 23  Αυγούστου 2017.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Αγγλικά) SNAC. w6tx649j. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. 3,0 3,1 3,2 (Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά) Structurae. Ράτιγκεν. 1000164. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 4,2 (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. mansart-jules. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. 5,0 5,1 5,2 «Gran Enciclopèdia Catalana» (Καταλανικά) Grup Enciclopèdia Catalana. 0032150.
  6. 6,0 6,1 6,2 «Jules Hardouin-mansart». annuaire prosopographique: la France savante. 114649.
  7. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 10  Δεκεμβρίου 2014.
  8. «Большая советская энциклопедия» (Ρωσικά) The Great Russian Encyclopedia. Μόσχα. 1969. Ανακτήθηκε στις 28  Σεπτεμβρίου 2015.
  9. «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Jules-Hardouin-Mansart. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  10. RKDartists. rkd.nl/explore/artists/52380. Ανακτήθηκε στις 19  Ιουνίου 2020.
  11. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) αρχή της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12553191g. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  12. . «britannica.com/biography/Jules-Hardouin-Mansart». 
  13. . «chateauversailles.fr/discover/history/great-characters/jules-hardouin-mansart». 
  14. Bertrand Jestaz, « Documents sur l'œuvre de Jules Hardouin-Mansart à Chantilly », Bulletin Monumental, vol. 149, no 1,‎ 1991, p. 7-75
  15. Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα, τομ. 40, σελ. 230
  16. . «visual-arts-cork.com/architecture/jules-hardouin-mansart». 
  17. . «francethisway.com/culture/jules-hardouin-mansart».