Ζοζέφ Φρανσουά Φουλόν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Ζοζέφ Φρανσουά Φουλόν

Ο Ζοζέφ-Φρανσουά Φουλόν ντε Ντουέ (Joseph-François Foullon de Doué) ή Foulon de Doué (Παρίσι, 25 Ιουνίου 1715-22 Ιουλίου 1789) ήταν Γάλλος πολιτικός και γενικός ελεγκτής των Οικονομικών επί βασιλείας Λουδοβίκου ΙΣΤ΄.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αξιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Σομίρ (Saumur) επί του Μεν και Λουάρ (Maine-et-Loire). Στη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου υπηρέτησε σε αξιώματα στο Στρατό και στο Ναυτικό (Γενικός Επιθεωρητής, Intendant-General) με στρατάρχη το Σαρλ Λουί Ογκίστ Φουκάν ντε Μπελ Ιλ (Charles-Louis-Auguste Fouquand de Belle-Isle). Το 1771 διορίστηκε επιθεωρητής των Οικονομικών και το 1789, μετά την απόλυση του Ζακ Νεκέρ, ο Φουλόν διορίστηκε γενικός ελεγκτής των Οικονομικών και υπουργός παρά τω βασιλεί (Maison du Roi), καθώς αποτέλεσε την επιλογή ενός κόμματος ως αντικαταστάτης.

Ήταν μισητός σε όλες τις πλευρές. Οι γεωργοί τον μισούσαν για την αυστηρότητά του, οι Παρισινοί για τα πλούτη του και θεωρούσαν ότι οφείλονταν στην εκμετάλλευση του λαού. Σύμφωνα με μια ανυπόστατη φήμη, ο Φουλόν φέρεται να είχε πει στη διάρκεια του λιμού που είχε ταλανίσει τη Γαλλία νωρίτερα: "Αν αυτά τα αγρίμια δεν έχουν ψωμί, τότε ας φάνε άχυρο". Ήταν ακραιφνής συντηρητικός και συνάμα πολύ εχθρικός προς τον κύκλο του Λουδοβίκου Φιλίππου της Ορλεάνης.

Προτού ξεσπάσει η Γαλλική Επανάσταση, ο Φουλόν ήταν μέλος του Κοινοβουλίου των Παρισίων (Parlement) και είχε το παρατσούκλι Ame damnée (κοινός δαίμονας).

Φυγή και φόνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το λιντσάρισμα του Φουλόν από τον όχλο.

Έπειτα από την κατάληψη της Βαστίλης στις 14 Ιουλίου 1789, γνωρίζοντας ότι ο λαός τον μισούσε, ο Φουλόν έφυγε από το Παρίσι και πήγε στην οικία του φίλου του, Αντουάν ντε Σαρτέν στο Βιρί-Σατιγιόν (Viry-Châtillon), λίγα μίλια νότια της πρωτεύουσας. Εκεί αποπειράθηκε να διαδοθεί σε όλους ότι είχε πεθάνει.

Ωστόσο σύντομα συνελήφθη από τους χωρικούς που εργάζονταν στα κτήματα του Σαρτέν και μεταφέρθηκε στο δημαρχείο των Παρίσίων (Hôtel de Ville). Υποβλήθηκε σε ταπεινωτική μεταχείριση από τους χωρικούς, που τον ανάγκασαν να περπατήσει ξυπόλητος, έχοντας ένα φορτίο άχυρα δεμένο στην πλάτη του και του έδωσαν να πιει μόνο ξίδι που είχε πιπέρι. Επιπλέον, του σκούπισαν τον ιδρώτα από το πρόσωπό του με τσουκνίδες.

Ο Ζαν Σιλβέν Μπαγί και ο Ζακ Λαφαγιέτ προσπάθησαν να μπουν ανάμεσα οι ίδιοι, αλλά ο Φουλόν σύρθηκε μαζί με το γαμπρό του Μπερτιέ ντε Σοβινί από τον όχλο στην πλατεία Γκρεβ. Εκεί τον κρέμασαν από ένα φανάρι αλλά το σχοινί κόπηκε 3 φορές. Έτσι, αποφάσισαν να τον αποκεφαλίσουν και στη συνέχεια το κεφάλι του το περιέφεραν καρφωμένο σε πάσσαλο, ενώ το στόμα του το γέμισαν με άχυρα. Την ίδια σχεδόν στιγμή σκοτώθηκε και ο Μπερτιέ ντε Σοβινί. Το επεισόδιο αυτό αναφέρεται στο έργο του Τσαρλς Ντίκενς "Ιστορία Δύο Πόλεων".

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Eugène Bonnemère, Histoire des paysans (4th ed., 1887), tome iii
  • Charles Louis Chassin, Les Élections et les cahiers de Paris en 1789 (Paris, 1889), tomes iii. and iv.