Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ευσέβιος (ύπατος το 359)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ευσέβιος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση4ος αιώνας
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Ρώμη
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπολιτικός
Περίοδος ακμής4ος αιώνας
Οικογένεια
ΓονείςEusebius
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΡωμαίος συγκλητικός
Ύπατος στην αρχαία Ρώμη

Ο Φλάβιος Ευσέβιος (απεβ. μετά το 371) ήταν Ρωμαίος συγκλητικός, κουνιάδος του Αυτοκράτορα Κωνστάντιου Β΄.

Γεννημένος σε οικογένεια με καταγωγή από την πόλη της Θεσσαλονίκης και μακεδονικής καταγωγής, ο Ευσέβιος ήταν γιος του Φλάβιου Ευσέβιου υπάτου του 347. Πιθανώς μέσω της επιρροής τής αδελφής του Ευσεβίας, συζύγου του Κωνστάντιου Β΄, ο Ευσέβιος διορίστηκε κυβερνήτης της επαρχίας του Ελλησπόντου το 355.[1] Ενώ βρισκόταν εδώ, ήταν γνωστός ως αποτελεσματικός κυβερνήτης και ήταν καλύτερος σε σχέση με τους προκατόχους του.[2]

Μετά την ολοκλήρωση τής θητείας του, πήγε στην Αντιόχεια όπου ενημερώθηκε για τον διορισμό του ως κυβερνήτη τής Βιθυνίας και του Πόντου, τον οποίο κατείχε το 356. Στη συνέχεια, διορίστηκε ύπατος πρότερος μαζί με τον αδελφό του Φλάβιο Υπάτιο το 359.

Τελικά, επιστρέφοντας στην Αντιόχεια, ήταν εδώ το 371 που ο Ευσέβιος κατηγορήθηκε για προδοσία, και δικάστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορα Ουάλη. Αν και κρίθηκε ένοχος, του επιβλήθηκε πρόστιμο και εξορίστηκε, αλλά σύντομα ανακλήθηκε από την εξορία του από τον Αυτοκράτορα και ο πλούτος και η θέση του αποκαταστάθηκαν.[3]

Ως Χριστιανός, [4] ο Ευσέβιος θαυμαζόταν βαθιά από τον διδάσκαλο της ρητορικής Λιβάνιο, ο οποίος τον περιέγραψε ως εξαιρετικό ρήτορα.[5] Κάποια στιγμή, ο Αυτοκράτορας τον προήγαγε στο βαθμό του πατρίκιου.[6]

  1. Martindale & Jones, pg. 308
  2. Libanius, Scott Bradbury, Selected Letters of Libanius: From the Age of Constantius and Julian (2004), pg. 153
  3. Martindale & Jones, pg. 309
  4. Barnes, T. D., Christians and Pagans under Constantius in L'Eglise et L'Empire au IV Siecle (1989), pg. 317
  5. Petit, Paul, Les fonctionnaires dans l'oeuvre de Libanius: Analyse prosopographique (1994), pg. 98
  6. Martindale & Jones, pg. 448
  • Martindale, J. R.; Jones, A. H. M, The Prosopography of the Later Roman Empire, Vol. I AD 260–395, Cambridge University Press (1971)