Ευδύπτης
| Λοφιοφόρος πιγκουίνος | ||||||||||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
Πιγκουίνος του είδους Eudyptes chrysolophus | ||||||||||||||
| Συστηματική ταξινόμηση | ||||||||||||||
|
Ο ευδύπτης (επιστημονική-λατινική ονομασία Eudyptes) είναι γένος πιγκουίνων, δηλαδή πουλιών που ανήκουν στην οικογένεια απτηνοδυτίδες (ή σφηνισκίδες). Οι ευδύπτες είναι γνωστοί στην αγγλική με την κοινή ονομασία crested penguins[1] = λοφιοφόροι πιγκουίνοι. Η επιστημονική ονομασία του γένους ετυμολογείται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις εὖ = καλά και δύπτης = δύτης.[2] Οι ευδύπτες ζουν σε υποανταρκτικές νήσους και στην Ανταρκτική.
Είδη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σήμερα αναγνωρίζονται γενικώς[3] το πολύ τα εξής οκτώ είδη ευδύπτη (άλλοι ταξινομιστές δέχονται λιγότερα, έως και 4):
- Eudyptes chrysocome
- Eudyptes chrysolophus
- Eudyptes filholi (παλαιότερα θεωρούμενο ως υποείδος του E. chrysocome)
- Eudyptes moseleyi (παλαιότερα θεωρούμενο ως υποείδος του E. chrysocome)
- Eudyptes robustus
- Eudyptes schlegeli (κοινώς «βασιλικός πιγκουίνος», royal penguin)
- Eudyptes pachyrhynchus
- Eudyptes sclateri
Εκτός αυτών υπήρχε το εξαφανισμένο σήμερα είδος Eudyptes warhami (κοινώς «πιγκουίνος των Νήσων Τσάταμ»), γνωστό μόνο από οστά, που πρέπει να εξαφανίσθηκε λίγο μετά τον εποικισμό των Νήσων Τσάταμ από τον άνθρωπο.
Περιγραφή
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι ευδύπτες όλων των ειδών μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Το πτέρωμά τους είναι μαύρο και άσπρο με πολύ ξεκάθαρο διαχωρισμό των διαφορετικών μερών, αλλά η κεφαλή ξεχωρίζει για τα χρώματά της, με κίτρινο λοφίο, κόκκινο ή πορτοκαλί ράμφος και κόκκινα μάτια. Το πτέρωμα του προσώπου είναι λευκό στον Eudyptes schlegeli και μαύρο σε όλα τα άλλα είδη.
Γεννούν από δύο αβγά σε κάθε εποχή αναπαραγωγής, αλλά σχεδόν πάντοτε αναθρέφουν μόνο τον ένα νεοσσό, γεγονός που σχετίζεται με το παράδοξο φαινόμενο το πρώτο αβγό να είναι αρκετά μικρότερο από το δεύτερο. Φυσιολογικώς αυτό ερμηνεύεται επειδή αναπτύσσεται όσο η μητέρα κολυμπά ακόμα στη θάλασσα και έτσι ο οργανισμός της αφιερώνει λιγότερη ενέργεια για τη δημιουργία του αβγού.[4]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «ITIS Standard Report Page: Eudyptes».
- ↑ Jobling, James A. (2010). The Helm Dictionary of Scientific Bird Names. Λονδίνο: Christopher Helm. σελ. 152. ISBN 978-1-4081-2501-4.
- ↑ Gill, Frank· Donsker, David· Rasmussen, Pamela, επιμ. (Φεβρουάριος 2025). «Kagu, Sunbittern, tropicbirds, loons, penguins». IOC World Bird List Version 15.1. International Ornithologists' Union. Ανακτήθηκε στις 5 Μαρτίου 2025.
- ↑ Young, Ed (4 Οκτωβρίου 2016). «Why Crested Penguins Always Lay Doomed Eggs». National Geographic. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Οκτωβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2016.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Williams, Tony D.: The Penguins, Oxford University Press, Οξφόρδη 1995, ISBN 0-19-854667
- Το ομώνυμο λήμμα στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 12, σελ. 862