Κόκκινη τρομοκρατία (Ουγγαρία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Ερυθρά τρομοκρατία (Ουγγαρία))
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Κόκκινη τρομοκρατία (αποσαφήνιση).
Μέλη των «Παιδιών του Λένιν» και ένα εκ των θυμάτων τους.

Η ονομασία Κόκκινη τρομοκρατία (ουγγρικά: vörösterror) έχει αποδοθεί στο σύνολο των ενεργειών πολιτικής καταστολής οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το καθεστώς της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας το 1919. Η συγκεκριμένη ονομασία αναφέρεται στη ρωσική κόκκινη τρομοκρατία, η οποία πραγματοποιείτο, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, από το σοβιετικό καθεστώς, με το οποίο η ουγγρική κομμουνιστική κυβέρνηση ταυτιζόταν άμεσα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την πρώτη του συνεδρίαση, οι commissaires του Επαναστατικού Συμβουλίου της Κυβερνήσεως της Σοβιετικής Δημοκρατίας αποφάσισαν την δημιουργία «επαναστατικών δικαστηρίων», των οποίων οι δικαστές θα επιλέγονταν από τον λαό[1]. Το επαναστατικό δικαστήριο προχώρησε στην εκτέλεση, περίπου, 590 προσώπων, μεταξύ των οποίων άτομα κατηγορούμενα για «εγκλήματα εναντίον της επαναστάσεως»[2]. Μία ειδικά μονάδα της κυβερνήσεως, η Μονάδα Τρόμου του Επαναστατικού Συμβουλίου, γνωστή ως «τα Παιδιά του Λένιν» (ουγγρικά: Lenin fiuk, επίσης αναφερόμενη ως Σύντροφοι του Λένιν) ιδρύθηκε έχοντας ως στόχο την εφαρμογή της καταστολής[3], ενώ τέθηκε υπό την διοίκηση ενός πρώην ναυτικού, του Γιόζεφ Τσέρνι. Ο τελευταίος, ήταν οικείος του Τίμπορ Σαμουέλι, κομισάριου επί των στρατιωτικών υποθέσεων και ενός εκ των πλέον ριζοσπαστών του ουγγρικού κομμουνιστικού κινήματος.

Ο Γιόζεφ Τσέρνι, αριστερά, μαζί με τους ηγέτες των «Παιδιών του Λένιν».

Η πολιτική της κόκκινης τρομοκρατίας εφαρμόστηκε από την ουγγρική επαναστατική κυβέρνηση προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη δυσαρέσκεια του πληθυσμού, η οποία οφειλόταν στην ένδεια, καθώς και στην πολιτική αντιπολίτευση την οποία ενσάρκωνε η αντεπαναστατική κυβέρνηση η οποία έδρευε στο Σέγκεντ[4] · [3]. Η καταστολή εφαρμόστηκε, επίσης, στις ανακαταληφθείσες πόλεις της Τσεχοσλαβακίας και του Βασιλείου της Ρουμανίας κατά τη διάρκεια της προελάσεως του ουγγρικού Κόκκινου Στρατού. Ο Τίμπορ Σαμουέλι, μέσω ενός επιταγμένου τραίνου και όντας επικεφαλής περίπου είκοσι «Παιδιών του Λένιν», μετέβη στο Σόλνοκ, το οποίο είχε μόλις ανακαταληφθεί από τις ουγγρικές δυνάμεις, όπου και προχώρησε στην εκτέλεση αριθμού προυχόντων, οι οποίοι κατηγορούνταν για δωσιλογισμό με τους Ρουμάνους. Κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών του ανά την χώρα, ο Σαμουέλι προχώρησε, μεταξύ άλλων, στον απαγχονισμό αγροτών οι οποίοι αντιτίθεντο στα μέτρα υπέρ της κολεκτιβοποίησης[5]. Βία χρησιμοποιήθηκε, επίσης, εναντίον του κλήρου, καθώς και για την επίταξη των σπόρων των αγροτών[2]. Καθώς η δυσαρέσκεια αυξανόταν και η στρατιωτική κατάσταση επιδεινωνόταν, το καθεστώς οδηγήθηκε στην χρήση αντισημιτικής προπαγάνδας, παρά το γεγονός πως η πλειοψηφία εκ των στελεχών του ήσαν, οι ίδιοι, εβραϊκής καταγωγής[6]: μία αφίσα κατηγορούσε τους Εβραίους οι οποίοι αρνούνταν να μεταβούν στο μέτωπο, ενώ, ταυτόχρονα, διακήρυσσε «Εξοντώστε τους, εφόσον δεν επιθυμούν να θυσιάσουν την ζωή τους για τον ιερό σκοπό του προλεταριάτου!». Ο Μπέλα Κουν προχώρησε στην μαζική σύλληψη πέντε χιλιάδων Πολωνών Εβραίων, οι οποίοι βρίσκονταν στην Ουγγαρία προκειμένου να επιχειρήσουν τον ανεφοδιασμό τους[5].

Η πολιτικής της κόκκινης τρομοκρατίας, τελικώς, οδήγησε στην δημιουργία εντάσεων μεταξύ των κομμουνιστών και των σοσιαλδημοκρατών συμμάχων τους[7]. Στις 24 Ιουνίου, οι τελευταίοι επιχείρησαν να ανατρέψουν τους πρώτους. Εμπρός στις ακρότητες των «Παιδιών του Λένιν», ο Μπέλα Κουν πρότεινε την διάλυσή τους: ως απάντηση, ο Γιόζεφ Τσέρνι διέταξε τους άνδρες του να βαδίσουν εναντίον του Σπιτιού των Σοβιέτ. Κατόπιν σχετικών διαπραγματεύσεων, οι δυνάμεις του Τσέρνι εντάχθηκαν στον στρατό ή στο Λαϊκό Κομισαριάτο Εσωτερικού. Εμπρός στην επιδείνωση της καταστάσεως του καθεστώτος, ο Τσέρνι ανακοίνωσε, ολίγον καιρό αργότερα, τον επανασχηματισμό της μονάδος καταστολής του, πράγμα το οποίο η κυβέρνησε διέψευσε, ανακοινώνοντας, ταυτόχρονα, πως τα Παιδιά του Λένιν «προέβησαν σε πράξεις τόσο σοβαρές για την προλεταριακή τιμή που η εκ νέου κατάταξή τους στην υπηρεσία της Σοβιετικής Δημοκρατίας αποκλείεται». Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων της υπάρξεως του καθεστώτος, τα ριζοσπαστικά στοιχεία επιχείρησαν να καταλάβουν την εξουσία, διεκδικώντας τον ορισμό του Σαμουέλι στην ηγεσία της κυβερνήσεως, καθώς και την εντατικοποίηση της πολιτικής της τρομοκρατίας, και απαιτώντας μία  [8].

Απολογισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων της ουγγρικής κόκκινης τρομοκρατίας δεν είναι γνωστός: οι εκτιμήσεις διαφέρουν μεταξύ τους αρκετά, καθώς κυμαίνονται μεταξύ μερικών εκατοντάδων έως μερικών χιλιάδων θυμάτων. Ο Μίκλος Μόλναρ κλίνει περισσότερο προς την εκτίμηση περί μερικών εκατοντάδων θυμάτων, εκτιμώντας, ωστόσο, πως ο αριθμός τους ήταν επαρκής προκειμένου «να προκληθεί η ανασφάλεια και το μίσος»[9]. Ο Γιόζεφ Κέρεκες, βοηθός του Σαμουέλι, κατηγορήθηκε, συνολικά, για εκατό πενήντα δολοφονίες: ο ίδιος ομολόγησε πως πυροβόλησε πέντε άτομα, ενώ απαγχόνισε ακόμη δεκατρία. Ο κομμουνιστής ιστορικός Πιερ Μπρουέ γράφει: «Στην πραγματικότητα, ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της «κόκκινης τρομοκρατίας» είναι κατώτερος εκείνου των θυμάτων της καταστολής, η οποία, στις περισσότερες εκ των περιπτώσεων, κρίνεται ως «περιορισμένη», και η οποία πραγματοποιήθηκε εντός του γαλλικού στρατού από τον Πεταίν, έπειτα από τις στάσεις του 1917.»[10]. Αντιθέτως, ο συντηρητικός συγγραφέας Ζερόμ Ταρώ και ο αδερφός του, Ζαν, κάνουν λόγο για ένα λουτρό αίματος το οποίο έλαβε χώρα στην Ουγγαρία, και το οποίο είχε ως συνέπεια αρκετές δεκάδες χιλιάδες θύματα[11]. Ο Άρθουρ Κέστλερ εκτιμά πως ο συνολικός αριθμός των θυμάτων του καθεστώτος δεν ξεπέρασε τα πεντακόσια, ενώ οι Στεφάν Κουρτουά και Ζαν-Λουί Πανέ αποδίδουν, από την πλευρά τους, «αρκετές εκατοντάδες» θύματα στα «Παιδιά του Λένιν»[12].

Η πολιτική της κόκκινης τρομοκρατίας έλαβε τέλος μαζί με την κατάρρευση του καθεστώτος και την φυγή της κυβερνήσεως του Μπέλα Κουν[13], εμπρός στην προέλαση των ρουμανικών δυνάμεων[13], ενώ ακολουθήθηκε από μία περίοδο λευκής τρομοκρατίας κατά τη διάρκεια της οποίας οι ουγγρικές αντεπαναστατικές δυνάμεις προέβησαν σε επιθέσεις εναντίον πραγματικών ή υποτιθέμενων υποστηρικτών του καθεστώτος, καθώς και εναντίον των Εβραίων, οι οποίοι ήσαν εξομοιωμένοι με τους κομμουνιστές[14]. Ο ακριβής συνολικός αριθμός των θυμάτων της λευκής τρομοκρατίας, η οποία διήρκεσε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα συγκριτικά με την κόκκινη τρομοκρατία, επίσης δεν είναι γνωστός, ωστόσο συχνά εκτιμάται ως υψηλότερος εκείνου των θυμάτων του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Courtois 1997, σελ. 301
  2. 2,0 2,1 (Αγγλικά) Library of Congress
  3. 3,0 3,1 Ormos 2001, σελ. 10
  4. Szende 2000, σελ. 14
  5. 5,0 5,1 Courtois 1997, σελ. 302
  6. Molnar 1996, σελ. 339
  7. Molnar 1996, σελ. 336
  8. Courtois 1997, σελ. 301-302
  9. Molnar 1996, σελ. 332
  10. Broué 1997, σελ. 105
  11. Tharaud 2006
  12. Courtois 1997, σελ. 302
  13. 13,0 13,1 Ormos 2001, σελ. 11
  14. Ormos 2001, σελ. 12

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]