Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας των ΗΠΑ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το έμβλημα της AEC των ΗΠΑ.

Η Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας των ΗΠΑ, (γνωστή με τα αρχικά AEC, αρκτικόλεξο εκ του Atomic Energy Commission) ήταν ένας κυβερνητικός οργανισμός των Ηνωμένων Πολιτειών που δημιουργήθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο από το αμερικανικό Κονγκρέσο προκειμένου να προωθήσει τον έλεγχο και την ανάπτυξη, εν καιρώ ειρήνης, της ατομικής επιστήμης και τεχνολογίας. Η AEC διατηρήθηκε μέχρι τον Ιανουάριο του 1975 όπου οι αρμοδιότητές της μεταφέρθηκαν στην ERDA, στο Υπουργείο Ενέργειας και σε άλλους αμερικανικούς φορείς.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν με την Πράξη McMahon / Ατομικής Ενέργειας, που υπέγραψε την 1η Αυγούστου του 1946, (ήτοι ένα χρόνο μετά τη ρίψη ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι), μετέφερε τον έλεγχο της αμερικανικής ατομικής ενέργειας από στρατιωτικά σε πολιτικό χέρια, με έναρξη ισχύος από 1 Ιανουαρίου, 1947. Αυτή η μεταφορά αρμοδιότητας έδωσε στα πρώτα μέλη της εν λόγω Επιτροπής πλήρη έλεγχο για την παραγωγή και εξέλιξη της ατομικής βόμβας.

Κατά τη διάρκεια της αρχικής εγκατάστασης στην Ουάσιγκτον (1946-1957), και μετέπειτα λειτουργικότητα, στη Germantown, Μαίρυλαντ (1958-1975) η AEC έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του θεσμικού πλαισίου των οικοσυστημάτων οικολογίας. Συγκεκριμένα, υπό την προϋπόθεση ζωτικής σημασίας οικονομικών πόρων, επέτρεψε σε οικολόγους με ένα ευρύ φάσμα πρωτοπορειακών τεχνικών την ολοκλήρωση των ερευνών τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και αρχές της δεκαετίας του 1960, η AEC ενέκρινε επίσης τη χρηματοδότηση για πολλά βιο-περιβαλλοντικά έργα στην Αρκτική και περί την Αρκτική. Τα έργα αυτά είχαν ως σκοπό την εξέταση των συνεπειών της πυρηνικής ενέργειας στο περιβάλλον που ήταν ένα μέρος της προσπάθειας της Επιτροπής για τη δημιουργία ειρηνικών εφαρμογών της ατομικής ενέργειας.

Ένας αυξανόμενος όμως αριθμός των επικριτών, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, υποστήριζαν ακυρωτικά ότι οι κανονισμοί της AEC ήταν αρκετά αυστηροί σε ορισμένους σημαντικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της ακτινοβολίας και πρότυπα προστασίας, της ασφάλειας των πυρηνικών αντιδραστήρων, της επί των σχεδιασμών χωροθέτησής τους, καθώς και στην προστασία του περιβάλλοντος γενικότερα, με συνέπεια η εφαρμογή τους να καθίσταται ιδιαίτερα δαπανηρή μέχρι αποτρεπτική, τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα. Μέχρι το 1974, τα ρυθμιστικά προγράμματα της AEC είχαν έρθει κάτω από τέτοιες ισχυρές επιθέσεις που το Κογκρέσο αποφάσισε τελικά την κατάργησή της. Ο οργανισμός αυτός καταργήθηκε με το νόμο περί Ενέργειας Αναδιοργάνωση του 1974, δια του οποίου δημιουργήθηκαν δύο νέες υπηρεσίες: η Διοίκηση Ενεργειακής Έρευνας και Ανάπτυξης και η Πυρηνική Ρυθμιστική Επιτροπή. Στις 4 Αυγούστου του 1977, ο Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ υπέγραψε σε νόμο Το Τμήμα του Οργανισμού Ενέργειας Πράξη του 1977, που δημιούργησε το Υπουργείο Ενέργειας. Η νέα υπηρεσία ανέλαβε τις ευθύνες της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ενέργειας, της Ενεργειακής Έρευνας και Ανάπτυξης Διοίκησης, της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ισχύος, καθώς και τα προγράμματα διαφόρων άλλων οργανισμών.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα United States Atomic Energy Commission της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).