Επισκοπικό παλάτι της Αστόργα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 42°27′28″N 6°03′22″W / 42.4578°N 6.0560°W / 42.4578; -6.0560

Το Επισκοπικό Παλάτι της Αστόργα είναι ένα κτήριο σχεδιασμένο από τον μοντερνιστή αρχιτέκτονα Άντονι Γκαουντί . Βρίσκεται στην πόλη Αστόργα (επαρχία της Λεόν) ,στης οποίας την πρωτεύουσα βρίσκεται η Οικία Μποτίνες , που μαζί με το Ελ Καπρίτσο δε Κομίγιας (Καντάμπρια) είναι τα μοναδικά έργα του Γκαουντί εκτός Καταλωνίας. Η κατασκευή ολοκληρώθηκε ανάμεσα στα έτη 1889 και 1915.

Αυτό το έργο ανήκει στη νεογοτθική περίοδο του Γκαουντί (1889-1898),περίοδο κατά την οποία ο αρχιτέκτονας εμπνεύστηκε κυρίως από τη μεσαιωνική γοτθική τέχνη , την οποία προσεγγίζει με τρόπο ελεύθερο, προσωπικό, προσπαθώντας να βελτιώσει τους δομικούς προβληματισμούς του . Ο νεογοτθικός ρυθμός υπήρξε εκείνη την εποχή ένας από τους ιστορικισμικούς ρυθμούς με μεγαλύτερη επιτυχία, κυρίως στη βάση των θεωρητικών μελετών του Βιολέ λε Ντύκ. Ο Γκαουντί μελέτησε εις βάθος τον καταλανικό γοτθικό ρυθμό, εκείνο των Βαλεαρίδων Νήσων και του Ροσεγιό, καθώς επίσης και εκείνο της περιοχής Λεόν και Καστίλλης κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Λεόν και στο Μπούργος, φτάνοντας στην πεποίθηση ότι επρόκειτο για έναν ατελή ρυθμό, προς επίλυση . Στα έργα του περιορίζει την αναγκαιότητα επιστηλωμάτων μέσω της εφαρμογής καμπυλωτών επιφανειών και αφαιρεί προσόψεις και υπερβολικά φορτωμένα διακοσμητικά.

Γενικές Πληροφορίες

Χρήση:Παλάτι

Ρυθμός:Νεογοτθικός,Μοντερνιστικός

Καταλογογράφηση:Αγαθό Πολιτιστικού Ενδιαφέροντος

                 24 Ιουλίου 1969
                 RI-51-0003827	

Διεύθυνση:Γκλοριέτα Εδουάρδο δε Κάστρο,5

Τοποθεσία:Αστόργα, ,Λεόν ,Ισπανία

Συντεταγμένες: 42°27′28″N 6°03′22″O

Έναρξη:1889

Λήξη:1915

Σχέδιο και κατασκευή Αρχιτέκτονας/ες :Άντονι Γκαουντί

Από το 1962 το παλάτι φιλοξενεί το Μουσείο των Διαδρομών, που είναι αφιερωμένο στο Σαντιάγο δε Κομποστέλα .Το κτήριο καταλογογραφήθηκε ως Αγαθό Πολιτιστικού Ενδιαφέροντος στις 24 Ιουλίου 1969 με τον αριθμό αναφοράς RI-51-0003827.

Περιεχόμενα [επεξεργασία]

Ιστορία και Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποια χρόνια πριν είχε προκληθεί στο επισκοπικό παλάτι μια πυρκαγιά, που το άφησε τελείως κατεστραμμένο . Από τη στιγμή που η πόλη δεν διέθετε έναν εκκλησιαστικό αρχιτέκτονα, ο επίσκοπος Χοάν Μπαπτίστα Γκράου ι Βαγιεσπινός αποφάσισε να αναθέσει την κατασκευή του νέου επισκοπικού παλατιού στον φίλο του, Γκαουντί. Η φιλία μεταξύ των δύο είχε αρχίσει χρόνια πριν καθώς ο Γκράου-από το χωριό Ρέους όπως και ο Γκαουντί-υπήρξε γενικός εφημέριος της Αρχιεπισκοπής της Ταρραγόνα και εγκαινίασε την εκκλησία του Ιησού και της Μαρίας, της οποίας το βωμό είχε σχεδιάσει ο Γκαουντί.

Όταν ο Γκαουντί ανέλαβε την ανάθεση να κατασκευάσει το επισκοπικό παλάτι ήταν απασχολημένος με διάφορα σχέδια, όπως το Παλάτι Γκουέλ, τα περίπτερα Γκουέλ , το κολέγιο των Ταρεσιανών και την Σαγράδα Φαμίλια , για αυτό δεν μπορούσε να μετακινηθεί στην Αστόργα για να μελετήσει το έδαφος και το περιβάλλον του καινούριου κτηρίου .Για να μην καθυστερήσει το σχέδιο, ζήτησε από τον επίσκοπο να του στείλει φωτογραφίες, σχέδια και περισσότερες πληροφορίες για το μέρος, που θα του επέτρεπαν να αρχίσει να σχεδιάζει το κτήριο με τρόπο που θα εναρμονιζόταν με τα κτήρια του περιβάλλοντος του. Από τη στιγμή που μελέτησε όλο το υλικό που παρέλαβε, ο Γκαουντί προετοίμασε τα πλάνα του σχεδίου και τα έστειλε στην Αστόργα. Ο Γκράου αισθάνθηκε ικανοποιημένος και ξεκίνησε τις διαδικασίες για να αποκτήσει τις διοικητικές άδειες ,γιατί εφόσον ήταν ένα δημόσιο κτήριο, έπρεπε να έχει την έγκριση της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Σαν Φερνάντο .

Αφού εισήγαγε κάποιες αλλαγές, το σχέδιο εγκρίθηκε το Φεβρουάριο μήνα του 1889.Κάποιους μήνες αργότερα, στις 24 Ιουνίου, στην ονομαστική γιορτή του επισκόπου, μπήκε η πρώτη πέτρα. Ο προϋπολογισμός του έργου ανήλθε σε 168 520 πεσέτες.

Παρόλο που λόγω δημοπρασίας τα έργα απονεμήθηκαν στον εργολάβο της Αστόργα Πολικάρπο Άριας Ροντρίγκεθ, ο Γκαουντί αποφάσισε να διορίσει για το έργο καταλανούς εργάτες και οικοδόμους ,εφόσον είχαν ήδη δουλέψει για εκείνον, με σκοπό το έργο εν απουσία του να συνεχίζεται με ακριβή τρόπο σύμφωνα με τις ιδέες του. Το Επισκοπικό Παλάτι της Αστόργα είναι ένα κτήριο που έχει έναν μεσαιωνικό αέρα, κατάλληλο για το σκοπό του. Ο Γκαουντί το σχεδίασε με ρυθμό νεογοτθικό, ρεύμα που προερχόταν από την ιστορική αρχιτεκτονική που ήταν της μόδας εκείνη την εποχή, και που ο Γκαουντί εφάρμοσε στο Κολέγιο των Τερεσιανών ,στο Μπελεςγκουαρντ και στην Οικία Μποτίνες, μαζί με την Αστόργα. Συνέλαβε την ιδέα του παλατιού ως ένα κάστρο εξωτερικά και μια εκκλησία εσωτερικά.

Η πέτρα με την οποία είναι φτιαγμένο (γκρι γρανίτης του Μπιέρθο ) είναι εναρμονισμένη με το περιβάλλον, κυρίως με τον καθεδρικό που βρίσκεται σε άμεση απόσταση, όπως επίσης και με τη φύση, που στην Αστόργα τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν περισσότερο έντονη από ότι τώρα. Παρόλα αυτά ,το κτήριο επίσης ενσωματώνει κάποια από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Γκαουντί στα μελλοντικά του έργα ,όπως τα τόξα της κύριας εισόδου και ο όγκος που είναι τοποθετημένος πάνω σε αυτή ή οι μεγάλες καμινάδες που με φαινομενικό τρόπο ενσωματώνονται στις πλευρικές προσόψεις.

Το παλάτι έχει δάπεδο σε μορφή ελληνικού σταυρού πάνω στο οποίο επικαλύπτεται ένα τετραγωνισμένο επίπεδο, με τέσσερις κυλινδρικούς πύργους στις γωνίες και περιτριγυρισμένο από μια τάφρο .Στις δυο από τις πλευρές παρουσιάζει κάποια σώματα που προεξέχουν από το ορθογώνιο επίπεδο, ενώ στα άλλα δυο βρίσκονται ο πύργος εισόδου και το παρεκκλήσι ,επίσης σε ορθογώνια μορφή, και ολοκληρωμένο με μια αψίδα και τρεις μικρότερους θόλους. Στο εσωτερικό υπάρχουν τέσσερα επίπεδα: ένα ημιυπόγειο, το ισόγειο-για διοικητικές εργασίες-,ο κυρίως όροφος-με την θέση του επισκόπου, το σαλόνι του θρόνου και το παρεκκλήσι-και η σοφίτα.

Η στοά με τις κιονοστοιχίες της εισόδου έχει τρεις μεγάλους θόλους που έχουν περισσότερο φως στη μια παράμετρο από ότι στην άλλη ,φτιαγμένους με πέτρες χωρισμένες μεταξύ τους από κεκλιμένα αντιτειχίσματα . Το ισόγειο περιέχει ένα μεγάλο προθάλαμο, που χωρίζει τη σκάλα για τους ευγενείς, αποκτώντας ένα μεγάλο ύψος που επιτρέπει το άνοιγμα των μεγάλων παραθύρων, σε τριγωνικό σχήμα, που παρέχουν μεγάλη φωτεινότητα ¨αυτό το σχήμα θυμίζει λίγο αυτό που χρησιμοποιήθηκε στο Παλάτι Γκουέλ. Η δομή του κτηρίου στηρίζεται σε πυλώνες με διακοσμημένα κιονόκρανα και σε σταυρωτούς θόλους πάνω σε μυτερές αψίδες με γυαλί. Καταλήγει σε μια έπαλξη σε ρυθμό μουδέχαρ .

Στο εσωτερικό ξεχωρίζει ο διακοσμητικός πλούτος που αποκτήθηκε με διαφορετικά υλικά( γρανίτης, τούβλο, γύψος, ψηφιδωτό, κεραμική, χαρακτικά ,υαλογραφήματα (βιτρώ)) όπως και η άνεση χώρου και η φωτεινότητα που ο αρχιτέκτονας κατάφερε να απονέμει στο παλάτι . Ένα καλό παράδειγμα αυτού του διακοσμητικού πλούτου είναι η ποικιλία των κιονόκρανων που ο Γκαουντί σχεδίασε για τις διαφορετικές κολώνες του κτηριακού συμπλέγματος, στα οποία συνδυάζονται διαφορετικοί ρυθμοί, από τον γοτθικό και τον μουδέχαρ, μέχρι τα νατουραλιστικά μοτίβα που τόσο αρεστά ήταν στον αρχιτέκτονα ,μέχρι κάποια κιονόκρανα των αστεροειδών αβακίων εμπνευσμένα από την Σεν-Σαπέλ του Παρισιού.

Το 1893,μετά το θάνατο του επισκόπου Γκράου, ο Γκαουντί παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας με τον εκκλησιαστικό υπεύθυνο ,και εξαιτίας αυτού του γεγονότος τα έργα σταμάτησαν για αρκετά χρόνια-έμενε να ολοκληρωθεί ο επάνω όροφος και η στέγη. Τελικά ,ολοκληρώθηκε ανάμεσα στα έτη 1907 και 1915 από τον αρχιτέκτονα Ρικάρδο Γκαρθία Γκερέτα,ο οποίος συνέχισε την πορεία του Γκαουντί ,αλλά με ένα στίγμα πιο συμβατικό. Στην παρέμβαση του Γκερέτα φαίνεται η επιρροή του Ευγέν Βιολέτ λε Ντυκ , κυρίως στα επιστεγάσματα που στέφουν τους πλευρικούς πύργους. Στην αλλαγή διεύθυνσης οφείλεται επίσης και το γεγονός ότι κάποια αγάλματα αγγέλων που έπρεπε να στέφουν το κτήριο σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, τοποθετήθηκαν τελικά στον κήπο του παλατιού. Τοποθετήθηκαν τελικά το 1913, και ένας από τους αγγέλους κρατάει ένα σταυρό ,άλλος ,μια ποιμαντορική ράβδο και ο τρίτος μια επισκοπική μίτρα.

Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου χρησίμευσε ως στρατόπεδο πυροβολικού και βάση της Φάλαγγας . Ανάμεσα στα 1943 και 1955 αποκαταστάθηκαν οι ζημιές που υπέστη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το 1956,ο επίσκοπος Χουλιά Καστελτόρτ ξεκίνησε την αναστήλωση για να μετατραπεί το κτήριο στον τόπο διαμονής του επισκόπου, αρχική λειτουργία που ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Από την στιγμή που πέθανε μέσα σε λίγο διάστημα , ο καινούριος επίσκοπος Μαρθέλο Γκονθάλεθ Μαρτίν , αποποιήθηκε τελικά την επισκοπική του λειτουργία και προώθησε την μετατροπή του σε αυτό που τώρα είναι το κτήριο, στο Μουσείο των Διαδρομών, αφιερωμένο στη Διαδρομή του Σαντιάγο.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντόνι Γκαουντί Καταλανικός Μοντερνισμός

Παράρτημα:Αγαθά Πολιτιστικού Ενδιαφέροντος της Επαρχίας Λεόν."

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

↑ Bergós i Massó, 1999, p. 56.

↑ Bassegoda i Nonell, 2002, p. 147.
↑ Giralt-Miracle, 2012, p. 126.

↑ Saltar a: a b c d Regàs, 2009, p. 69.