Επισκοπή Ρέοντος - Πραστού

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Επισκοπή Ρέοντος & Πραστού, ήταν επισκοπή η οποία ιδρύθηκε κατά την Φραγκοκρατία και εκκλησιαστικά υπαγόταν στην Μητρόπολη Μονεμβασίας. Έδρα της ήταν ο Πραστός Κυνουρίας και καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Κυνουρίας, την Τσακωνιά, καθώς και μέρος της Λακωνίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ίδρυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έτος ίδρυσης της Επισκοπής Ρέοντος & Πραστού[1] είναι άγνωστο, αλλά πιθανόν ιδρύθηκε λίγο πριν την Φραγκική κατάκτηση, περί το 1200, όπως και άλλες Επισκοπές της Πελοποννήσου. Το αρχικό της όνομα, ήταν Επισκοπή Ρέοντος και πήρε το όνομά της από την μεσαιωνική πόλη του Οριόντα ή Ρέοντα, που ήταν η αρχική έδρα της Επισκοπής. Ο Οριόντας, άκμασε κατά την Βυζαντινή περίοδο μέχρι και τον 17ο αιώνα, οπότε και εγκαταλείφθηκε, με αποτέλεσμα να ακμάσει ο Πραστός. Η Επισκοπή, αναφέρεται για πρώτη φορά σε Χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου το 1293 ή 1314, σύμφωνα με το οποίο προστίθεται με άλλες 4 επισκοπές ως υποκείμενη στην Μητρόπολη Μονεμβασίας.

Όρια της Επισκοπής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το Χρυσόβουλλο του 1293, τα όρια της επισκοπής ήταν τα εξής: «Εἶτα ναός τοῦ Ἀγίου Λεωνίδου, μετά δέ τό τοῦ ἀγίου θείου τεμένους, τό καλούμενον Ἂστρος· ἐπαναβάντι δέ κώμη ἡ καλουμένη Κωνστάντζα· μετά δέ τούτην ἀπέρχεται εἰς ἐτέραν κώμην λεγόμενη Ζήτζινα· εἶτα εἰς ναόν τῷν Ἀγίων Ἀναργύρων». Σύμφωνα με αυτά, τα σύνορα της Επισκοπής ξεκινούσαν από τον ναό του Αγίου Λεωνίδα (στην περιοχή του Λεωνιδίου) και κατέληγαν στο Άστρος, ύστερα προς τα δυτικά περιλάμβανε την Κωνστάντζα (Καστάνιτσα Κυνουρίας) και έφτανε στο χωριό Τσίντζινα (Πολύδροσο Λακωνίας) και στην μονή των Αγίων Αναργύρων. Έτσι, η Επισκοπή καταλάμβανε μέρος της Βόρειας Κυνουρίας, την Τσακωνιά, την Νότια Κυνουρία και μέρος της Λακωνίας. Στους επόμενους, όμως αιώνες, η επισκοπή περιορίστηκε σε 5 χωριά.

Επί Μητροπολίτου Διονυσίου Παρδάλη, η επισκοπή είχε βόρειο όριο το έλος του Μουστού και το ποτάμι του Αγίου Ανδρέα (Βρασιάτης). Περιλάμβανε δε τους εξής οικισμούς: τον Πραστό, το Λεωνίδιο, τον Τυρό, τα Μέλανα και τον Άγιο Ανδρέα, το Κορακοβούνι και τα καλύβια του, την Καστάνιτσα και τη Σίταινα, τα Τσίντζινα, τα Ολυμποχώρια, τον Κοσμά, τα Κουνουποχώρια, την Κρεμαστή (στη Λακωνία σήμερα) με τα "εξαρτήματά" της, και κατέληγε πάλι στην θάλασσα αφού περιελάμβανε και το χωριό Χάρακας μαζί με το Μονύδριο των Αγ. Θεοδώρων [βλ. έγγραφο του Μητρ. Διονυσίου προς την Ι. Σύνοδο (ΓΑΚ/Φ.Μοναστηριακών)].

Έδρες της Επισκοπής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχική έδρα της επισκοπής ήταν ο Οριόντας . Ο Οριόντας, αναφέρεται το 1293 και το 1431. Μετά την εγκατάλειψη της πόλης, ο Πραστός έγινε έδρα της Επισκοπής. Δεν είναι γνωστό πότε έγινε η μεταφορά, σίγουρα όμως πριν το 1431, οπότε και αναφέρεται για πρώτη φορά ως Επισκοπή Ρέοντος και Πραστού. Στον Πραστό, υπήρχε Επισκοπείο, μαζί με ναό της Αγίας Κυριακής. Ερείπια του σώζονται μέχρι σήμερα, ανατολικά του ναού του Αγίου Δημητρίου, καθώς και τάφοι αρχιερέων. Χειμερινή έδρα της Επισκοπής υπήρξε το Λεωνίδιο. Σύμφωνα με έγγραφο του 1634, υπήρχε τοπωνύμιο Στην Επισκοπή, στο Λεωνίδιο, άσχετο όμως με το Επισκοπείο του Λεωνιδίου το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα.

Προαγωγές της Επισκοπής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Επισκοπή, για κάποιο χρονικό διάστημα προήχθη σε Αρχιεπισκοπή (κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές του ΙΗ΄ αιώνα). Το 1720, η Αρχιεπισκοπή, υποβιβάζεται πάλι σε Επισκοπή υπό την Μητρόπολη Μονεμβασίας. Έπειτα, το 1812, η Επισκοπή προάγεται σε Μητρόπολη, και ο Μητροπολίτης φέρει τον τίτλο του "υπερτίμου και εξάρχου πάσης Λακωνικής".

Μοναστήρια της Επισκοπής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με έγγραφα του 1628 & 1792, υπήρξαν τα εξής σταυροπηγιακά μοναστήρια: της Έλωνας, της Αρτοκωστάς, της Σίντζας, της Καρυάς, του Ρεοντινού, της Κοντολινάς και της Εδύσσενας, υπαγόμενα απ' ευθείας στο Οικ. Πατριαρχείο. Σύμφωνα με την διαθήκη του Επισκόπου Ιακώβου του Χλωμού το 1812, και άλλες "πηγές" στην περιοχή της Επισκοπής υπήρχαν τα εξής μοναστήρια[2]:

  1. Παναγία Αρτοκωστά ή Ορθοκωστά,
  2. Άγιος Νικόλαος Σίντζας,
  3. Άγιος Νικόλαος Καρυάς,
  4. Άγιος Δημήτριος Ρεοντινού,
  5. Άγιος Γεώργιος Εδύσσενας,
  6. Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος (Εγκλειστούρι),
  7. Παναγία Έλωνα (τότε Ζωοδόχος Πηγή),
  8. Παλαιοπαναγιά η Καστριώτισσα,
  9. Άγιοι Ταξιάρχες Μουράς,
  10. Άγιος Γεώργιος Δρομέας (κοντά στον Κοσμά),
  11. Παναγία Νεοφανερωμένη του Μαριού (ή του Διδασκάλου),
  12. Άγιοι Θεόδωροι του Χάρακα,
  13. Άγ. Νικόλαος & Παντελεήμων Κοντολινάς,
  14. Άγ. Παντελεήμων Καστάνιτσας,
  15. Άγιος Νικόλαος Φούσκας, μετόχι της Μονής Βροντοχίου του Μυστρά,
  16. Προφήτης Ηλίας Πραστού,
  17. Αγία Άννα Πραστού, και
  18. Κελλί των Τσιντζίνων.

Από τα παραπάνω Μοναστήρια σήμερα είναι "εν ενεργεία" τα υπ' αριθ. 1,2,3 και 7. και το υπ. αριθ. 9 τελεί υπο αναστήλωση. Τα υπόλοιπα ή είναι τελείως ερειπωμένα, η απομένει μόνο το "καθολικό" τους σαν εξωκκλήσι, στον δε περίβολο του Χάρακα βρίσκεται το κοιμητήριο του χωριού..

Επίσκοποι Ρέοντος - Πραστού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γνωστοί Επίσκοποι Ρέοντος και Πραστού είναι οι εξής[3] :

  1. Ιωαννίκιος Μαρκόπουλος : από την Ζάκυνθο. Διατελούσε Επίσκοπος το 1540, και μετά την οθωμανική κατάληψη της Μονεμβασιάς και της Τσακωνιάς κατέφυγε στην Ζάκυνθο, όπου "ζούσε ακόμη στα 1563".
  2. Ιωάσαφ ο «Λογιώτατος»: διετέλεσε Επίσκοπος το 1604 και την ίδια χρονιά εξελέγη Μητροπολίτης Μονεμβασίας μέχρι το 1607 οπότε και καθαιρέθηκε.
  3. Ιγνάτιος : πρέπει να θεωρείται διάδοχος του Ιωάσαφ.
  4. Διονύσιος "εκ χώρας Πραστού" : ήταν επίσκοπος από το 1621 [?] μέχρι το 1641 οπότε καθαιρέθηκε και αυτός.
  5. Δανιήλ: διετέλεσε επίσκοπος από το 1641 και ύστερα. Κατ' άλλη πηγή υπογράφει πατριαρχικά γράμματα τα έτη 1622 και 1624.
  6. Κύριλλος: αναφέρεται ως επίσκοπος μέχρι το 1650.
  7. Παρθένιος: επίσκοπος κατά το 1657 οπότε και παραιτήθηκε.
  8. Ιωακείμ: πιθανότατα κατά το 1660 - 1667.
  9. Ιάκωβος Σαλούφης: από την Γιάννιτσα (σήμερα Ελαιοχώρι) της Καλαμάτας, ή κατά τον Δουκάκη από τα Πηγάδια του μετέπειτα Δήμου Αβίας (δυτ. Μάνης σήμερα), πρώην αδελφός και δωρητής της Μονής Δημιόβης . Αναφέρεται ως Αρχιεπίσκοπος πριν από το 1680 έως το 1715 ή 1720.
  10. Θεοδώρητος Σαλούφης: από την Γιάννιτσα της Καλαμάτας επίσης, ανηψιός του ανωτέρω Ιακώβου, τον οποίο και κατά πάσα πιθανότητα διαδέχθηκε, διατελέσας Πρωτοσύγκελλός του. απόγονοι της οικογενείας Σαλούφη υπάρχουν σήμερα στο χωριό Γιαννιτσάνικα του Δήμου Καλαμάτας
  11. Παρθένιος Β΄ ο Επιδαύριος : διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος από το 1727 έως το 1734 [?], παραιτηθείς.
  12. Νεκτάριος : εξελέγη το 1751, αλλά απεβίωσε λίγες εβδομάδες μετά λόγω επιδημίας, χωρίς να μεταβή στην έδρα του.
  13. Παρθένιος Γ΄: διετέλεσε επίσκοπος από το 1751 έως τον θάνατό του το 1758 , ως πρώην Ρέοντος (?) [υπάρχει ασάφεια στις πηγές περί των δύο αυτών Παρθενίων, καθώς και για τη σειρά των αρχιερέων κατά την δεκαετία 1750-1760].
  14. Μακάριος: αναφέρεται το 1751.
  15. Ιερεμίας: αναφέρεται σε έγγραφο του 1753.
  16. Θεοδώρητος Β΄ Κανικλής: από τον Πραστό. Διετέλεσε επίσκοπος μετά το 1751 [άδηλος αρχιερεύς].
  17. Νικόδημος: αναφέρεται σε επιγραφή της κατεστραμμένης Παναγίας του Πραστού το 1750, το 1762 και το 1768.
  18. Νεκτάριος Β΄: θεωρείται από τους υποκινητές της Ορλωφικής Επανάστασης στην Τσακωνιά. Μετά την αποτυχία της, κατέφυγε μαζί με άλλους αρχιερείς στή Ζάκυνθο, και μετά στην Ρωσία [4], όπου τελικά διέμεινε στο Ταϊγάνι (Taganrog).
  19. Ιερεμίας Β΄: διετέλεσε επίσκοπος από το 1771 και παραιτήθηκε το 1774
  20. Μεθόδιος: εκλέχθηκε επίσκοπος τον Ιούλιο του 1774, [συγχέεται με τον παρακάτω Μακάριο].
  21. Νεκτάριος Γ΄: αρχιεράτευε το 1779 [άδηλος αρχιερεύς].
  22. Μακάριος Στάης: από τα Κύθηρα, αναφέρεται σαν επίσκοπος μόνον το έτος 1780. Το 1780 παραιτήθηκε και εγκαταστάθηκε στην Βλαχία. Εν τω μεταξύ το 1782 επέστρεψε στα Κύθηρα για να διεκδικήσει τον επισκοπικό θρόνο του νησιού, αλλά αργοπόρησε και ήδη είχε εκλεγεί ο Άνθιμος Λιβούνης. Έτσι επανήλθε στην Βλαχία, όπου και έζησε μέχρι το 1800. Φαίνεται ότι από το επώνυμό του πήρε τ' όνομά της η συνοικία «Στάη» του Λεωνιδίου.
  23. Ιωσήφ: διαδέχτηκε τον άνωθεν Μακάριο και διετέλεσε επίσκοπος μέχρι τον Ιούνιο του 1784 οπότε και παραιτήθηκε.
  24. Ιγνάτιος: χειροτονήθηκε επίσκοπος τον Ιούνιο του 1784 και αφού παραιτήθηκε το 1790 εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Πάτμου όπου έζησε ως το 1848.
  25. Θεοδώρητος Γ΄ Χλωμός: από τα Τζίντζινα (Πολύδροσο Λακωνίας). Διετέλεσε επίσκοπος από το 1790 μέχρι τον θάνατό του τον Απρίλιο του 1803.
  26. Ιάκωβος Β΄ Χλωμός[5]: από τα Τζίντζινα. Ανιψιός του προηγούμενου. Διετέλεσε Μέγας Αρχιμανδρίτης του Οικ. Πατριαρχείου και εκλέχθηκε αρχιεπίσκοπος Ρέοντος & Πραστού από το 1803 έως το 1812 (+). Υπήρξε αδελφός της Μονής Αγ. Αναργύρων Πάρνωνος στην οποία με την περίφημη διαθήκη του (βλ. υποσημ. 9) κληροδότησε 500 γρόσια σαν "αντάλλαγμα" των όσων έδωσε η Μονή για την απελευθέρωσή του από " τοις Αλβανίταις".
  27. Διονύσιος Β΄ Παρδάλης ή Δημητρίου : με καταγωγή από την Ζαγορά του Πηλίου (Θεσσαλία), ο γνωστός μορφωμένος Επίσκοπος των Επαναστατικών Χρόνων. Διετέλεσε Μέγας Πρωτοσύγκελλος του Οικ. Πατριαρχείου και εκλέχθηκε Μητροπολίτης Ρέοντος & Πραστού το 1812, όταν η Επίσκοπή προήχθη σε Μητρόπολη επί Πατριάρχου Ιερεμίου Δ΄, αρχιερατεύσας μέχρι το 1852 (+). Συνοδικός στις αρχές του 1821, επέστρεψε μετά από περιπετειώδες ταξείδι και ναυάγιο στην έδρα του το καλοκαίρι. Έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση, και συμμετείχε σαν πληρεξούσιος στις Εθνικές Συνελεύσεις του Άστρους και της Τροιζήνας. Εστάλη στη Ζάκυνθο το 182... για να μάθει τις διαθέσεις του Άγγλου Αρμοστή ........ . Αντιτάχθηκε στα αντιεκκλησιαστικά μέτρα των Βαυαρών, και ήταν στενός φίλος κι αλληλογραφούσε με τον Ιεροκήρυκα Κωνσταντίνο Οικονόμο "τον εξ Οικονόμων". Διετέλεσε Πρόεδρος της "Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος" την πενταετία 1835-1840. Τιμήθηκε με Αργυρό Αριστείο Αγώνος και Αργυρό Σταυρό και Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος από τον Όθωνα. Εκοιμήθη τον Ιανουάριο του 1852 πτωχότατος και ετάφη στη Μονή Πετράκη της Αθήνας.

Σε γενικές γραμμές βλέπουμε ότι οι περισσότεροι αρχιερείς παραιτούνταν μετά από μικρό χρονικό διάστημα. Αιτία ήταν το μικρό "μέγεθος" της επαρχίας και "το άγονον αυτής", καθώς και η ύπαρξη αρκετών Πατριαρχικών και Σταυροπηγιακών Μοναστηριών στην περιοχή της, κατάσταση που περιόριζε τα εισοδήματα των επισκόπων. Γιαυτό, όσοι δεν ήταν πελοποννήσιοι γρήγορα υπέβαλαν παραίτηση, αφού αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς το Πατριαρχείο Κων/πόλεως. Κατά την σύγχρονη εποχή, ο τίτλος του Μητροπολίτη Ρέοντος δόθηκε στον πρώην Θεσσαλονίκης Λεωνίδα Παρασκευόπουλο (1974-84).

Τελευταία χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την απελευθέρωση μέχρι το 1833, ο Μητροπολίτης Ρέοντος & Πραστού διατηρούσε τον τίτλο του. Το 1833, με τις αλλαγές που επέφεραν τα μέτρα της βαυαρικής αντιβασιλείας (Μάουρερ), η Επισκοπή καταργήθηκε και ιδρύθηκε η Επισκοπή Κυνουρίας, με περιορισμένα όρια. Το 1835 - 1836 πήρε την ονομασία Επισκοπή Πρασιών και από το 1836 - 1852, έλαβε και πάλι το όνομα Κυνουρίας. Η επισκοπή αυτή, είχε έδρα το Λεωνίδιο. Καταργήθηκε το 1852, όταν (μετά το θάνατο του μητρ. Διονυσίου) συγχωνεύτηκε στην Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, με έδρα την Τρίπολη Αρκαδίας.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θάνου Κ. Βαγενά, Ιστορικά Τσακωνιάς και Λεωνιδίου, δαπάνη Δήμου Λεωνιδίου, Αθήνα 1971. [Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών].
  • Τάσου Γριτσόπουλου, «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν» (σελ. 448-492). (υπάρχει πλουσιότατη βιβλιογραφία)
  • Τάσου Γριτσόπουλου, «Η Επισκοπή Ρέοντος και Πραστού κατά τον ΙΖ΄ αιώνα», Χρονικά των Τσακώνων, τόμος Ζ΄ (1986), σελ. 35-55). (υπάρχει πλουσιότατη βιβλιογραφία)
  • Συλλογικά: Χρονικά των Τσακώνων, τόμοι Α΄ (1956) έως ΚΒ΄ (2014), όπου μπορεί κανείς να βρει πολλά σχετικά άρθρα και πλουσιότατη επίσης βιβλιογραφία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Για την επισκοπή αυτή έγραψαν επίσης οι: Δημήτριος Δουκάκης και Χρυσόστομος Δημητρίου (περιοδικά θεολογία και Κυνουριακά)
  2. Θάνου Κ. Βαγενά - Δώδεκα Τσακώνικα Μοναστήρια (Χρονικά των Τσακώνων), τόμος Γ΄, 1969, σελ. 129
  3. Για τους γνωστούς επισκόπους Ρέοντος - Πραστού, έγραψαν οι: Δημήτριος Δουκάκης, Τάσος Γριτσόπουλος, Χρυσόστομος Δημητρίου και ο Παραμυθίας & Φιλιατών Αθηναγόρας
  4. Κοντογιάννη, ΟΙ "Ελληνες κατά τον Α' έπΙ ΑΙκατερίνης Β' Ρωσσοτουρκίκόν πόλεμον. Έν 'Αθήναις 1903, , σελ. 407. 
  5. Θάνου Κ. Βαγενά - Ο Επίσκοπος Ρέοντος και Πραστού (1803 - 1812) Ιάκωβος (ο Χλωμός) εκ Τζιντζίνων (Χρονικά των Τσακώνων), τόμος Γ΄, 1969, σελ. 51 - 64