Επερναί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 49°2′24″N 3°57′33″E / 49.04000°N 3.95917°E / 49.04000; 3.95917

Επερναί
View of Épernay from Mont Bernon.jpg
Άποψη του Επερναί και των αμπελώνων του
Blason Epernay 51.svg
Έμβλημα
ΧώραΓαλλία
Διοικητική υπαγωγήΔιαμέρισμα του Επερναί και Μαρν
Ταχυδρομικός κώδικας51200[1]
Κωδικός Κοινότητας51230[2]
Πληθυσμός22 671 (1  Ιανουαρίου 2017)[3]
Έκταση22,69 km²[4]
Υψόμετρο93 μέτρο
Ζώνη ώραςUTC+01:00 (επίσημη ώρα)
UTC+02:00 (θερινή ώρα)
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Επερναί
49°2′24″N 3°57′33″E
Ιστότοποςhttp://www.epernay.fr
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Σελίδα στο Linkedin

Το Επερναί (γαλλικά: Epernay) είναι μια γαλλική κοινότητα που βρίσκεται στο νομό Μαρν, στην περιοχή Γκραντ Εστ. Είναι η τρίτη πιο πυκνοκατοικημένη πόλη του νομού Μαρν πίσω από τη Ρενς και την πρωτεύουσα Σαλόν-αν-Σαμπάνι.

Είναι μία από τις τρεις υπονομαρχίες του νομού Μαρν. Έχει πληθυσμό 23.084 κατοίκους (2016) και είναι το κέντρο ευρύτερης αστικής περιοχής με 36.000 κατοίκους (2014).

Η πόλη βρίσκεται στο κέντρο οινοπαραγωγικής περιοχής και το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ιστορίας και της οικονομίας της συνδέεται με τη σαμπάνια, της οποίας η παραγωγή εξελίσσεται από τον 18ο αιώνα και που αποτελεί το προϊόν-ναυαρχίδα της δυναμικής της. Η πόλη έχει επίσης πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά και πολλά ιστορικά μνημεία.

Οι κάτοικοι αναφέρονται ως Σπαρνασιάν,[5]που προέρχεται από την παλαιά ονομασία της πόλης.

Τοπωνυμία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη αναφέρεται για πρώτη φορά το 545 στη Μαρτυρία του Αγίου Ρεμί ως Sparnacus. Με το πέρασμα των αιώνων το όνομα υπέστη μικρές αλλαγές για να γίνει τον 12ο αιώνα Esparnacum, τον 13ο Espernai και από το 1800 Epernai . Μία από τις αρκετές απόψεις σχετικά με την ερμηνεία του αρχικού γαλατο-ρωμαϊκού ονόματος Sparnacus είναι ότι σημαίνει τόπο φυτεμένο με αγκάθια.[6]

Γεωγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Επερναί στην πορεία του ποταμού Μαρν

Η κοινότητα Επερναί βρίσκεται στα δυτικά του νομού Μαρν, στη διοικητική περιοχή Γκραντ-Εστ, σε απόσταση 140 χιλιομέτρων (οδικώς) ανατολικά του Παρισιού[7] και 34 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Σαλόν-αν-Σαμπάνι,[8] της πρωτεύουσας του νομού Μαρν.

Είναι μία από τις τρεις υπονομαρχίες του νομού Μαρν. Έχει πληθυσμό 23.084 κατοίκους (2016) και είναι το κέντρο ευρύτερης αστικής περιοχής με 36.000 κατοίκους (2014).

Η πόλη αρχικά ήταν χτισμένη στην αριστερή όχθη του ποταμού Μαρν [9]σε μέσο υψόμετρο 160 περίπου μέτρων. Από το 1960 ενώθηκε με τη συνοικία Λα Βιλά της δεξιάς όχθης και πλέον διασχίζεται από τον ποταμό Μαρν. Αρκετά άλλα μικρότερα υδάτινα ρεύματα διασχίζουν την πόλη.

Το Περιφερειακό φυσικό πάρκο των βουνών της Ρενς βρίσκεται στα βόρεια της πόλης, η οποία αποτελεί ένα από τα σημεία πρόσβασης.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κτίρια σε κεντρική οδό του Επερναί

Η ιστορία του Επερναί συνδέεται στενά με αυτή του κρασιού της Καμπανίας. Το κρασί της περιοχής ήταν γνωστό από τη γαλατο-ρωμαϊκή εποχή με την ονομασία «κρασί του ποταμού».

Από τον 5ο έως τον 10ο αιώνα το Επερναί διοικούνταν και ανήκε στους αρχιεπισκόπους της Ρενς και αργότερα στους κόμητες της Καμπανίας. Ήταν πόλη κλεισμένη μέσα σε τείχη και περιτριγυρισμένη από βαθείς τάφρους. Από το 1642 και εξής ανήκε στον δούκα του Μπουιγιόν. Η πόλη λεηλατήθηκε, καταστράφηκε ή κάηκε πάρα πολλές φορές και σήμερα διατηρεί ελάχιστα παλαιά κτίρια. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά της προέρχεται κυρίως από κτίρια του 19ου αιώνα.

Η παραγωγή της σαμπάνιας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με τη Ρενς, το Επερναί υπήρξε και συνεχίζει να είναι το μεγαλύτερο κέντρο αποθήκευσης, εμφιάλωσης και πώλησης σαμπάνιας. Η πόλη είναι κτισμένη πάνω σε ασβεστολιθικό έδαφος ( κρητίδα) [10]μέσα στο οποίο έχουν διανοιχτεί πολλές σήραγγες συνολικού μήκους άνω των 48 χιλιομέτρων, όπου φυλάσσεται ο οίνος.[11]

Από τον 18ο αιώνα, η πόλη βρήκε ηρεμία και ευημερία καθώς το πεπρωμένο της συνδέθηκε με την παραγωγή της σαμπάνιας. Η εγκατάσταση της σιδηροδρομικής γραμμής το 1849 επιτάχυνε την ανάπτυξη της Καμπανίας. Η πόλη άλλαξε: αρχοντικά και «κάστρα» που φιλοξενούν τους μεγάλους οίκους σαμπάνιας ανεγέρθηκαν στην οδό του Εμπορίου, σημερινή λεωφόρο της Καμπανίας (αβενύ ντε Σαμπάνι). Χάρη στη γενναιοδωρία των πλούσιων εμπόρων, η πόλη εμπλουτίστηκε με εκκλησίες, νοσοκομεία και μνημεία. Οι κοινότητες συμμετείχαν επίσης σε αυτή τη δυναμική και πολλά δημοτικά κτίρια όπως και σχολεία κατασκευάστηκαν μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πληθυσμός αυξήθηκε με ταχείς ρυθμούς και η πόλη αναπτύσσονταν με γοργό ρυθμό. Αλλά ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος προκάλεσε στην πόλη μεγάλες καταστροφές. Για άλλη μια φορά, η πόλη ανοικοδομήθηκε. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, απέκτησε Γυμνάσιο αρρένων, ταχυδρομείο, πάρκα κ.α. Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1939-1945, η πόλη υπέστη πολυάριθμες βομβιστικές επιθέσεις από την κατοχή του γερμανικού στρατού μέχρι την απελευθέρωσή της στις 28 Αυγούστου 1944.[12]

Η εξέγερση των αμπελουργών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο στρατός στο Επερναί, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των αμπελουργών του 1911.

Τον Ιανουάριο 1911 ξέσπασε η εξέγερση των αμπελουργών. Οι αμπελουργοί, που είχαν ήδη πληγεί σοβαρά από τις καταστροφές της φυλλοξήρας και τις διακυμάνσεις της αγοράς, παρακολουθούσαν αβοήθητοι τους εμπόρους να εισάγουν λαθραία οίνους που προέρχονταν από άλλες περιοχές. Κάποια μέτρα για την καταπολέμηση αυτής της απάτης έφθασαν αργά. Σε μια περιοχή όπου η αμπελοκαλλιέργεια αποτελούσε βασική οικονομική δραστηριότητα, η κρίση κινητοποίησε τον πληθυσμό. Στις 19 Ιανουαρίου 1911 οι αμπελοκαλλιεργητές ξεσηκώθηκαν εναντίον των εμπόρων. Το εξαγριωμένο πλήθος επιτίθονταν στα σπίτια και τις αποθήκες εμπόρων που θεωρούσαν ότι έκαναν λαθραίες εισαγωγές κρασιού εκτός της ζώνης της Καμπανίας. Η εξέγερση σταμάτησε μόνο μετά τη στρατιωτική κατοχή της περιοχής και ισχυρή καταστολή.

Οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν μεταξύ των εκπροσώπων των αμπελουργών, των εμπόρων και της πολιτικής ηγεσίας μετά τα γεγονότα κατέληξαν σε συμφωνία. Εσπευσμένα και υπό το βάρος των εξελίξεων, η γαλλική βουλή τον Φεβρουάριο 1911 ψήφισε νόμο που επέβαλλε το δικαίωμα αναγραφής του όρου Champagne αποκλειστικά σε κρασιά που προέρχονταν από την περιοχή του νομού Μαρν γύρω από την πόλη του Επερναί.

Τον Απρίλιο 1911 οι ταραχές επανήλθαν στην πόλη καθώς οι αμπελουργοί είδαν να πλήττονται τα πρόσφατα κατοχυρωμένα συμφέροντά  τους από παραχωρήσεις της κυβέρνησης προς τους αμπελουργούς της περιοχής του γειτονικού νομού Ωμπ. Η τάξη αποκαταστάθηκε με τη συνεχή παρουσία  στρατευμάτων  που περιπολούσαν στην περιοχή. Η οριστική λύση στο θέμα δόθηκε το 1914 αναγνωρίζοντας και στις δύο περιοχές το δικαίωμα να παράγουν κρασιά με την επωνυμία Champagne.[13]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σαμπάνια είναι το κύριο προϊόν της περιοχής
Αβενύ ντε Σαμπάνι

Το Επερναί και η Ρενς είναι οι πιο δυναμικές κοινότητες του νομού Μαρν όσον αφορά την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα. Το Επερναί αντιπροσωπεύει το 12% των βιομηχανικών θέσεων εργασίας στο νομό.[14] Αυτές οι θέσεις κατανέμονται σε τρεις κύριους τομείς[15]: τη μηχανική και μεταποιητική βιομηχανία, τις κατασκευές και τα δημόσια έργα, τη βιομηχανία σαμπάνιας και συναφείς δραστηριότητες. Η βιομηχανία ζυθοποιίας και ζαχαροπλαστικής και η παραγωγή καπέλων είναι επίσης σημαντικές βιομηχανίες.[16] Επίσης υπάρχουν μονάδες κατασκευής επίπλων, κεραμικών και προϊόντων ξύλου.[11]

Το Επερναί βρίσκεται σε οινοπαραγωγική περιοχή και είναι ένα από τα κύρια κέντρα παραγωγής σαμπάνιας.

Η φήμη της σαμπάνιας δημιουργεί επίσης τουρισμό με περίπου 500.000 επισκέπτες το χρόνο.

Αβενύ ντε Σαμπάνι

Η αβενύ ντε Σαμπάνι είναι ένας από τους κύριους άξονες της πόλης Επερναί, που συχνά θεωρείται ως ο «πιο διάσημος δρόμος» της. Είναι η έδρα αρκετών διάσημων εταιρειών και οίκων σαμπάνιας, μεταξύ των οποίων οι Moët & Chandon και Perrier-Jouët, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία της πόλης.

Αξιοθέατα - Αρχιτεκτονική κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Δημαρχείο του Επερναί

Η αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης συνδέεται στενά με την ιστορία της. Λόγω των πολλών καταστροφών που υπέστη η πόλη στο πέρασμα των αιώνων υπάρχουν μόνο λίγα παλαιά σπίτια.

Το Επερναί οφείλει την αστική του ανάπτυξη κυρίως στην παραγωγή σαμπάνιας και στην άφιξη της αμαξοστοιχίας το 1849. Εκείνη την εποχή, η πόλη γνώρισε μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη που δημιούργησε μια πολύ πλούσια και ποικίλη αρχιτεκτονική παραγωγή. Μερικά από τα κυριότερα κτίρια είναι:

  • Το Περιφερειακό Μουσείο Αρχαιολογίας και οίνου της Καμπανίας, που στεγάζεται στο Σατώ Περιέ
  • Η πύλη Σαιν-Μαρτέν, 1540
  • Το οχυρό Σαμπρόλ, κατασκευάστηκε το 1899 και στεγάζει Το Ινστιτούτο Οίνου και Οινολογικής Έρευνας
  • Το Δημαρχείο
  • Το θέατρο Γκαμπριέλ Ντορζιά, αρχές 20ού αιώνα
  • Ο καθεδρικός ναός Νοτρ-Νταμ
  • Το κτίριο του οίκου Σαμπάνι ντε Καστελάν. Στεγάζουν μουσείο της παράδοσης της Καμπανίας, αφιερωμένο στην εξέλιξη των τεχνικών οίνου και της ανακάλυψης της σαμπάνιας.
  • Η εκκλησία Σαιν Πιέρ-Σαιν Πωλ.
  • Το Σατώ Περιέ, 1855, στο οποίο στεγάζεται βιβλιοθήκη με φημισμένα χειρόγραφα του 9ου αιώνα, μουσείο οίνου και αρχαιολογικά ευρήματα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Base officielle des codes postaux» Groupe La Poste. 1  Οκτωβρίου 2018.
  2. (Γαλλικά) INSEE code.
  3. «Populations légales 2017» INSEE. 30  Δεκεμβρίου 2019.
  4. 4,0 4,1 répertoire géographique des communes. Institut géographique national. Ανακτήθηκε στις 26  Οκτωβρίου 2015.
  5. . «habitants.fr/epernay». 
  6. . «epernay.fr/article/letymologie-depernay». 
  7. . «distance.to Paris». 
  8. . «distance.to Châlons-en-Champagne». 
  9. Emile Chantriot,La falaise de Champagne et le vignoble champenois , dans Annales de Géographie , t. 6, 1897, p. 238
  10. . «greek_greek.enacademic». 
  11. 11,0 11,1 Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τομ. 23, σελ. 360
  12. . «epernay.fr/article/lhistoire-depernay». 
  13. . «krasiagr.com/17-ianouariou-i-mera-pou-i-sampania-egine-galiki/». 
  14. Marne : La Champagne généreuse, Encyclopédie Bonneton, 1998 (ISBN 2-86253-235-5)
  15. . «Economie du Pays de Champagne». 
  16. Chisholm, Hugh, ed. (1911). "Épernay". Encyclopædia Britannica. 9 (11th ed.). Cambridge University Press. p. 669.