Εξαρχάτο της Ραβέννας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Εξαρχάτο της Ραβένα)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το εξαρχάτο και το Λομβαρδικό βασίλειο

Το Εξαρχάτο της Ραβέννας ήταν διοικητική διαίρεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην Ιταλική χερσόνησο από το 568 έως και το 751 όταν ο τελευταίος έξαρχος δολοφονήθηκε από τους Λομβαρδούς.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαίρεση του Εξαρχάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εξαρχάτο οργανώθηκε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο,[1] ο οποίος συνένωσε τις προηγούμενες επαρχίες σε μια. Διοικητικά χωριζόταν σε υποδιαιρέσεις, τα δουκάτα[2] (δηλαδή Δουκάτο της Ρώμης, Δουκάτο της Βενετίας, Δουκάτο της Καλαβρίας, Δουκάτο της Νάπολης, Δουκάτο της Περούτζια, Δουκάτο της Πενταπόλεως, Δουκάτο της Λευκανίας, Δουκάτο του Σορρέντο κ.λπ.), αποτελείτο δηλαδή κυρίως από τις παράκτιες περιοχές της ιταλικής χερσονήσου, δεδομένου ότι οι Λομβαρδοί είχαν κατακτήσει σχεδόν όλη την ενδοχώρα.

Ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης αυτών των αυτοκρατορικών κτήσεων, ήταν ο Έξαρχος, ο εκπρόσωπος στην Ραβέννα του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης[3].

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γύρω περιοχή εκτεινόταν από τον ποταμό Πάδο, ο οποίος ήταν το όριο με τη Βενετία στο βορρά, μέχρι την Πεντάπολη στο Ρίμινι στο νότο, κατά μήκος της Αδριατικής ακτής, και έφτανε μέχρι πόλεις μακριά από την ακτή, όπως το Φορλί. Όλο αυτό το έδαφος βρίσκεται στην ανατολική πλευρά των Απεννίνων, ήταν υπό την άμεση διοίκηση του εξάρχου και αποτέλεσαν την Εξαρχάτο με τη στενή έννοια. Οι γύρω περιοχές κυβερνούνταν από δούκες και στρατιωτικούς διοικητές (magistri militium), λιγότερο ή περισσότερο εξαρτημένους από την εξουσία του. Για την Κωνσταντινούπολη η Εξαρχάτο αποτελούσε την επαρχία της Ιταλίας.

Το Εξαρχάτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Εξαρχάτο της Ραβέννας δεν ήταν η μοναδική βυζαντινή επαρχία στην Ιταλία. Η Βυζαντινή Σικελία αποτέλεσε ξεχωριστή επαρχία, ενώ η Κορσική και η Σαρδηνία, ενώ παρέμεναν βυζαντινές, ανήκαν στο Εξαρχάτο της Αφρικής.

Οι Λομβαρδοί είχαν πρωτεύουσά τους στην Παβία και ήλεγχαν τη μεγάλη κοιλάδα του Πάδου. Επεκτάθηκαν και προς νότον και ίδρυσαν Λομβαρδικά δουκάτα στο Σπολέτο και στο Μπενεβέντο. Οι Λομβαρδοί ήλεγχαν το εσωτερικό, ενώ οι Βυζαντινοί διοικητές ήλεγχαν περισσότερο ή λιγότερο τις ακτές.

Σιγά σιγά ο έξαρχος στην Ιταλία χάνει πολλά εδάφη από τους Λομβαρδούς, αν και τυπικά περιοχές όπως η Λιγουρία (εντελώς χαμένη το 640 από τους Λομβαρδούς[4]), ή Νάπολη και η Καλαβρία (κατακτήθηκαν από το Λομβαρδικό δουκάτο του Μπενεβέντο[5]) παρέμεναν υπό την διοίκησή του. Στη Ρώμη ο Πάπας ήταν ο πραγματικός κύριος.

Στο τέλος το 740, το Εξαρχάτο αποτελείται από την Ίστρια, την Βενετία, την Φεράρα, την Ραβέννα, την Πεντάπολη, και την Περούτζια. Οι Λομβαρδοί τελικά κατέλαβαν και τη Ραβέννα το 751 ενώ ο πάπας αποτινάσσει την βυζαντινή κυριαρχία κατά την κρίση της Εικονομαχίας.

Η βυζαντινή κυριαρχία είχε απόλυτη εξάρτηση από τις σχέσεις μεταξύ του Πάπα και του Εξάρχου. Ο παπισμός θα μπορούσε να επωφεληθεί από την τοπική δυσαρέσκεια. Η παλιά ρωμαϊκή συγκλητική αριστοκρατία δυσφορούσε υπό την διοίκηση ενός εξάρχου, ο οποίος από πολλούς θεωρούνταν ένας ενοχλητικός ξένος. Έτσι, ο έξαρχος αντιμετώπιζε εξωτερικές και εσωτερικές απειλές που παρεμπόδιζαν πολύ την πραγματική πρόοδο και ανάπτυξη.

Στην εσωτερική ιστορία της, το Εξαρχάτο υπόκειται στις επιδράσεις του κατακερματισμού που οδηγεί στην υποδιαίρεση της κυριαρχίας και της δημιουργίας της φεουδαρχίας σε όλη την Ευρώπη. Βήμα προς βήμα, και παρά τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων στην Κωνσταντινούπολη, οι μεγάλοι αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι έγιναν τοπικοί γαιοκτήμονες, και νέες συμμαχίες είχαν παρεισφρήσει στη σφαίρα της αυτοκρατορικής διοίκησης. Εν τω μεταξύ, η ανάγκη υπεράσπισης των αυτοκρατορικών εδαφών ενάντια στους Λομβαρδούς οδήγησε στο σχηματισμό τοπικών πολιτοφυλακών, οι οποίες αρχικά προσκολλήθηκαν στις αυτοκρατορικές μονάδες, αλλά σταδιακά απέκτησαν την ανεξαρτησία της, καθώς είχαν συγκροτηθεί με αποκλειστικά τοπικά κριτήρια. Αυτές οι ένοπλες ομάδες αποτέλεσαν τους πρόδρομους των ελεύθερων ενόπλων δημοτών των ιταλικών πόλεων του Μεσαίωνα. Άλλες πόλεις του Εξαρχάτου οργανώθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Τέλος του Εξαρχάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον 6ο και 7ο αιώνα, η αυξανόμενη απειλή από τους Λομβαρδούς και Φράγκους, και ο διαχωρισμός της χριστιανοσύνης σε ανατολική και δυτική που προκλήθηκε από την εικονομαχία και την οξεία αντιπαλότητα μεταξύ του πάπα και του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, έκανε τη θέση του εξάρχου όλο και περισσότερο αδύναμη[6].

Η Ραβέννα παρέμεινε η έδρα του έξαρχου μέχρι την εξέγερση του 727 κατά της εικονομαχίας. Ο Ευτύχιος, ο τελευταίος έξαρχος Ραβέννας, σκοτώθηκε από τους Λομβαρδούς το 751[7]. Το Εξαρχάτο αναδιοργανώθηκε ως Κατεπανάτο της Ιταλίας με έδρα το Μπάρι.

Όταν το 756 οι Φράγκοι επιτέθηκαν στους Λομβαρδούς, ο Πάπας Στέφανος Β΄ διεκδίκησε το Εξαρχάτο. Ο σύμμαχός του Πιπίνος ο Βραχύς, ο βασιλιάς των Φράγκων, δώρισε τις κατακτημένες περιοχές του Εξαρχάτου στον πάπα το 756[8]. Από την δωρεά αυτή, η οποία επιβεβαιώθηκε από το γιο του Καρλομάγνο το 774, άρχισε η κοσμική εξουσία των παπών επί της λεγομένης Κληρονομιάς του Αγίου Πέτρου Patrimonium Sancti Petri[9].

Έτσι, το Εξαρχάτο εξαφανίστηκε, και τα μικρά υπολείμματα των αυτοκρατορικών κτήσεων στην ηπειρωτική χώρα, της Νάπολης και της Καλαβρίας, πέρασαν υπό την εξουσία του κατεπάνω της Ιταλίας. Όταν η Σικελία κατακτήθηκε από τους Άραβες τον 9ο αιώνα τα εναπομείναντα εδάφη αναδιαρθρώθηκαν ως θέματα της Καλαβρίας και Λογγοβαρδίας. Η Ίστρια προσαρτήθηκε στην Δαλματία.

Έξαρχοι της Ραβέννας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Antonio Carile, Materiali di storia bizantina, Bologna, Lo Scarabeo, 1994
  2. Ravegnani 2004, σελ. 82-83.
  3. Ravegnani 2004, σελ. 81-82
  4. Fredegar, IV, 71
  5. Ravegnani 2004, σ. 118
  6. Ravegnani 2004, σ. 120
  7. Ravegnani 2004, σ. 135
  8. Ravegnani 2004, σελ. 137-138
  9. Ravegnani 2004, σ. 138
  10. 10,0 10,1 STORIA DELL’ESARCATO D'ITALIA
  11. «Pelagii Papae ΙΙ Epistolae», στο JP Migne (επιμ), Patrologia Latina, Parisii 1878 72, coll.700-760 (Επιστολή 1)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Παύλος ο Διάκονος. «Book 2: ch. 26-27». Historia Langobardorum: Paul the Deacon's History of the Lombards. trans. from Latin by William Dudley Foulke. University of Pennsylvania. 
  • Borri, Francesco (July–December 2005). «Duces e magistri militum nell’Italia esarcale (VI-VIII secolo)» (PDF). Estratto da Reti Medievali Rivista (Firenze University Press) VI (2). ISSN 1593-2214. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2008-05-18. https://web.archive.org/web/20080518163814/http://www.storia.unifi.it/_RM/rivista/saggi/Borri.htm. Ανακτήθηκε στις 2008-05-21. 
  • Brown, T. S. (1991). «Byzantine Italy c.680 - c.876». Στο: Rosamond McKitterick. The New Cambridge Medieval History: II. c. 700 - c. 900. Cambridge University Press. ISBN 0-521-36292-X. 
  • Diehl, Charles (1972). Etudes sur l'Administration Byzantine dans l'Exarchat de Ravenne (568-751). Research & Source Works Series Byzantine Series No. 39. New York: Burt Franklin. ASIN B000ITU5NA. 
  • Hallenbeck, Jan T. (1982). «Pavia and Rome: The Lombard Monarchy and the Papacy in the Eighth Century». Transactions of the American Philosophical Society 72 (4): 1–186. doi:10.2307/1006429. ISBN 0-87169-724-6. 
  • Hartmann, Ludo M. (Ιουνίου 1971). Untersuchungen zur Geschichte der byzantinischen Verwaltung in Italien (540-750). Research & Source Works Series No. 86. New York: Burt Franklin. ISBN 978-0-8337-1584-5. 
  • Hodgkin, Thomas. 553-600 The Lombard Invasion. Italy and Her Invaders, Vol. 5, Book VI (Replica έκδοση). Boston: Elibron Classics. 
  • John of Biclaro. Chronicle. 
  • Norwich, John Julius (1993). A History of Venice (Ιστορία της Βενετίας - μετάφρ. Δημ. Παπαγεωργίου). Αθήνα: Φόρμιγξ. 
  • Ravegnani, Giorgio (2004). I bizantini in Italia. Bologna: Il Mulino. ISBN 978-8-81509-690-6. 
  • Ravegnani, Giorgio (2006). Bisanzio e Venezia. Bologna: Il Mulino. ISBN 978-8-81510-926-2. 
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Exarchate of Ravenna της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).