Εντολή σχηματισμού κυβέρνησης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης είναι η τυπική πράξη με την οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην Ελλάδα αναθέτει σε κάποιο πρόσωπο τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Διαδικασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αφού ενημερωθεί επισήμως για τα αποτελέσματα των εκλογών και δεχτεί την παραίτηση της κυβέρνησης που τις διεξήγαγε, συνήθως την επομένη των εκλογών, διορίζει τον νικητή Πρωθυπουργό, δίνοντάς του εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ο εντολοδόχος πρωθυπουργός παρουσιάζει τον κατάλογο των υπουργών του και ορκίζεται μαζί με την κυβέρνησή του, συνήθως την τρίτη μέρα μετά τις εκλογές. Η εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας διακρίνεται σε:

  1. Εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αν το πρώτο κόμμα έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή (αυτοδυναμία), και σε
  2. Διερευνητική εντολή, αν κανένα κόμμα δεν έχει απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή.[1]

Η πρώτη εντολή ισοδυναμεί με τον διορισμό του αρχηγού του πρώτου κόμματος ως πρωθυπουργού. Η δεύτερη αναθέτει στον αρχηγό ενός κόμματος να διερευνήσει κατά πόσο μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση που να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο αρχηγός που έλαβε διερευνητική εντολή εξετάζει κατά πόσο μπορεί να συνεργαστεί με άλλα κόμματα ή βουλευτές, ώστε να αποκτήσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Αν νομίζει ότι θα το επιτύχει, διορίζεται πρωθυπουργός και ακολουθεί η ψηφοφορία στη Βουλή. Αν όχι, επιστρέφει την εντολή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος με τη σειρά του την αναθέτει στο επόμενο σε έδρες κόμμα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να δώσει συνολικά μέχρι τρεις διερευνητικές εντολές στα τρία μεγαλύτερα κόμματα. Αν καμιά δεν τελεσφορήσει, τότε οφείλει να καλέσει τους αρχηγούς όλων των κομμάτων και να καταβληθεί προσπάθεια να σχηματιστεί κυβέρνηση. Αν και από τη σύσκεψη αυτήν δεν προκύψει κυβέρνηση, οφείλει να προκηρύξει νέες εκλογές.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο παρελθόν ο ανώτατος άρχοντας (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή Βασιλιάς) ήταν ελεύθερος να διορίσει πρωθυπουργό όποιον ήθελε (ακόμα και τον κηπουρό του, «θεωρία του κηπουρού»). Από το 1875 και μετά καθιερώθηκε, στην αρχή άτυπα και κατόπιν και στο Σύνταγμα, ότι η νέα κυβέρνηση που θα σχηματιζόταν όφειλε να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή (αρχή της δεδηλωμένης), οπότε περιοριζόταν κάπως η εξουσία του ανώτατου άρχοντα. Και πάλι όμως παρέμενε στην απόλυτη ευχέρειά του ποιον θα επέλεγε ως πρωθυπουργό. Αν η Βουλή δεν του έδινε ψήφο εμπιστοσύνης, μπορούσε να διορίσει κάποιον άλλο κλπ. με αποτέλεσμα ενδεχόμενη μακρά περίοδο ακυβερνησίας, όπως συνέβη κατά την Αποστασία του 1965. Για τον λόγο αυτό το Σύνταγμα του 1975 προέβλεψε για πρώτη φορά περιοριστικά σε ποια πρόσωπα μπορεί να δοθεί τέτοια εντολή:

Εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον αρχηγό του πρώτου κόμματος, αν έχει αυτοδυναμία, ή Διερευνητική εντολή στον αρχηγό του πρώτου σε έδρες κόμμα, αν κανένα κόμμα δεν έχει αυτοδυναμία, αν δεν τελεσφορήσει στον αρχηγό του δεύτερου κόμματος [...]

Με τον τρόπο αυτόν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι απόλυτα δεσμευμένος για το ποιον μπορεί να διορίσει πρωθυπουργό.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]