Εμφύλιος Πόλεμος του Λιβάνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
"Πλατεία των Μαρτύρων", Βηρυττός, 1982

Ο Εμφύλιος Πόλεμος του Λιβάνου υπήρξε πολυετής πολεμική σύγκρουση των δυο κύριων εθνοτικοθρησκευτικών ομάδων που συναποτελούν την καρδιά της λιβανέζικης εθνικής ταυτότητας, των Μαρωνιτών και των Δρούζων, στον οποίο συμμετείχαν και γειτονικές του Λιβάνου χώρες προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, καθώς και οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στον Λίβανο (μαχητές της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, με προεξάρχουσα τη Φατάχ του Γιασέρ Αραφάτ-η Φατάχ αποτελούσε το 80% της ΟΑΠ που ήταν ένα μέτωπο παλαιστινιακών πολιτικών ομάδων). Διήρκεσε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, από το 1975 έως το 1990, αφήνοντας τα σημάδια του έως και σήμερα στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας και της ευρύτερης περιοχής.

Η περικαλλής πρωτεύουσα πόλη του Λιβάνου, η Βηρυττός, το "Παρίσι της Μέσης Ανατολής" όπως ονομαζόταν στα χρόνια πριν τον πόλεμο, σωριάστηκε σε ερείπια και ολόκληρη η χώρα μετακύλισε στην άβυσσο του χάους, με ομάδες πολιτικές δρώσες προϊόντος του χρόνου με όρους μαφιόζικων συμμοριών, οδηγώντας τελικώς τον Λίβανο σε ομηρεία στις γειτονικές χώρες και μεγάλα τμήματά του υπό ξενική κατοχή, συριακή και ισραηλινή (Νότιος Λίβανος, εισβολή 1982). Η οικονομία της χώρας για χρόνια προσανατολίστηκε στην εξαγωγή ναρκωτικών, το εμπόριο όπλων και τη διεξαγωγή ποικίλων μορφών λαθρεμπορίου, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι τεράστιες ανάγκες εξοπλισμού, προπαγάνδας και κατασκοπείας των αντιμαχόμενων παρατάξεων, καθηγμάζοντας στην κυριολεξία τη χώρα, αποσαθρώνοντας τον παραγωγικό ιστό και αφήνοντας την μια χώρα παρία στο επισφαλές διεθνές περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου και της μάχης ΗΠΑ και ΕΣΣΔ για παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.

Παράλληλα, η εμφύλια σύρραξη λειτούργησε ως καθρέφτης των ταξικών ανισοτήτων στην κοινωνική δομή, που καλύφθηκαν εν μέρει με την άνοδο οργανώσεων όπως η Χεζμπολλάχ, οι οποίες με όπλο τη λαϊκή τους πολιτική και τη στρατιωτική πειθαρχία τους καθώς και την χρηματοδότηση εξωχώριων κέντρων (Ιράν και Συρία στην περίπτωση της Χεζμπολλάχ), εισέδυσαν σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, εκφράζοντας την ταυτότητα επιμέρους εθνοθρησκευτικών θυλάκων και αποτελώντας στην ουσία "κράτος εν κράτει" στην πολύπαθη χώρα.

Ο πόλεμος αυτός λοιπόν, καίτοι ξεκίνησε ως εμφύλιος, αναπόδραστα ενείχε μια ευρύτερη σύγκρουση συμφερόντων και ευσεβών πόθων, από τον παναραβισμό του Νάσερ μέχρι το αλυτρωτικό παλαιστινιακό κίνημα και την προσπάθεια της ΟΑΠ να οικειοποιηθεί τη χώρα ως βάση εξόρμησης στο Ισραήλ, καθορίζοντας την πολιτική της, όσο και από τη δράση αριστερών οργανώσεων που σε συμμαχία με ισλαμιστικές ομάδες αντιδρούσαν στον αμερικανικό ηγεμονισμό. Το πολυφυλετικό μωσαϊκό της λιβανέζικης εθνικής ταυτότητας ενέπλεκε άλλωστε, με τον ένα ή άλλο τρόπο, όλους τους σημαντικούς παίχτες της πολυσήμαντης αυτής γεωγραφικής περιοχής. Η οπληφόρος δε οικονομική υπερδομή και στοχοθεσία, οι αβδηριτισμοί των κρατούντων και ο ανηλεής και πολύρριζος χαρακτήρας της σύρραξης, το μόνο που προοιωνίζονταν ήταν την "αειφορία" των συγκρούσεων και την μέχρι σήμερα παρασιτική μετατροφία της λιβανέζικης κοινωνίας.

Οι βαθύτερες ρίζες του εμφυλίου πολέμου-Αναγωγή στα χρόνια των Σταυροφοριών στο Μεσαίωνα και την Αποικιοκρατία του 19ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταυροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση της χριστιανικής βυζαντινής Ανατολίας στους μουσουλμάνους Σελτζούκους Τούρκους, οι Βυζαντινοί, έστω και με καχυποψία, ζήτησαν τη βοήθεια του Πάπα τον 11ο αιώνα. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά πολέμων γνωστών με την ονομασία "Σταυροφορίες", που εξαπέλυσαν οι Φράγκοι για να ανακτήσουν τις πρώην ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολικής Μεσογείου, κυρίως τη Συρία και την Παλαιστίνη.

Ο Λίβανος ήταν στο μονοπάτι της προέλασης των στρατιών της Πρώτης Σταυροφορίας στην Ιερουσαλήμ. Οι Φράγκοι ευγενείς, κατέκτησαν τον σημερινό Λίβανο και τον έκαναν τμήμα των νοτιοανατολικών Σταυροφορικών Κρατών. Το νότιο τμήμα του σημερινού Λιβάνου σχημάτισε το βόρειο σύνορο του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Το βόρειο μισό της χώρας αποτέλεσε την καρδιά της Κομητείας της Τρίπολης. Παρόλο δε που ο Σαλαντίν επανέκτησε τους Αγίους Τόπους περίπου το 1190 μ.Χ., τα σταυροφορικά κράτη στον Λίβανο και τη Συρία κράτησαν περισσότερο λόγω της καλύτερης αμυντικής τους οργάνωσης.

Αποτέλεσμα της αρχικής φραγκικής κατάκτησης στην περιοχή, υπήρξε η επαφή μεταξύ των Φράγκων και των Μαρωνιτών. Η επαφή αυτή, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες χριστιανικές κοινότητες στην περιοχή, οδήγησε στην πρόσδεση των Μαρωνιτών στο θρησκευτικό άρμα της Καθολικής Εκκλησίας, γεγονός που οδήγησε στην υποστήριξη της Γαλλίας και της Ιταλίας σε αυτούς κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων. Οι Μαρωνίτες αποτέλεσαν έτσι "κόκκινο πανί" για τους μουσουλμάνους Δρούζους, πολύ περισσότερο που η ελίτ των Μαρωνιτών αποτελούσε το ισχυρότερο τμήμα της σύνθετης λιβανέζικης ελίτ.

Αποικιοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1860, ο Λίβανος βρισκόταν υπό οθωμανική κατοχή. Τα ξένα συμφέροντα, που ήδη διέβλεπαν τη μελλοντική αποσύνθεση της αυτοκρατορίας, παρενέβησαν με έντονο τρόπο στα εσωτερικά πράγματα του Λιβάνου, εκμεταλλευόμενα τη διαίρεση το έτος 1842 της περιοχής του όρους "Λίβανος", μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, αναζωπυρώνοντας έτσι τη θρησκευτική διαμάχη, η οποία επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο, προστιθέμενη στις υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές διαφορές των εθνοτικών αυτών κοινοτήτων. Οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων δεν άργησαν να ξεσπάσουν στην οθωμανική επαρχία του όρους "Λίβανος", καταλήγοντας στο θάνατο 10.000 ανθρώπων.

Ανεξαρτησία της χώρας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]