Εμφύλιος Πόλεμος του Λιβάνου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Εμφύλιος Πόλεμος του Λιβάνου
الحرب الأهلية اللبنانية
Lebanon 2002 CIA map.jpg
Χάρτης του Λιβάνου
Χρονολογία 13 Απριλίου 1975 – 13 Οκτωβρίου 1990
(15 χρόνια και 6 μήνες)
(Η συριακή κατοχή έληξε στις 30 Απριλίου 2005)
Τόπος Λίβανος
Έκβαση
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα

Ο Εμφύλιος Πόλεμος του Λιβάνου (αραβικά: الحرب الأهلية اللبنانية) υπήρξε πολυετής πολεμική σύγκρουση την περίοδο 1975-1990, η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις προκάλεσε 120.000 θανάτους.[1][2] Σήμερα, περίπου 76.000 άνθρωποι παραμένουν εκτοπισμένοι στο εσωτερικό του Λιβάνου.[3] Υπήρξε επίσης η αιτία της μαζικής εξόδου σχεδόν 1.000.000 ανθρώπων από τη χώρα.[4]

Πριν τον πόλεμο, ο Λίβανος αποτελούταν από πολλές σέχτες, με Σουνίτες να κυριαρχούν στις ακτές, Σιίτες στο νότο, ενώ στην κυβέρνηση της χώρας κυριαρχούσαν οι Χριστιανοί Μαρωνίτες.[5][6] Η σχέση μεταξύ πολιτικής και θρησκείας είχε ενισχυθεί στο πλαίσιο της Εντολής (Μandate) των γαλλικών αποικιακών δυνάμεων την περίοδο 1920-1943, ενώ η κοινοβουλευτική δομή ευνοούσε την ηγετική θέση των χριστιανών. Ωστόσο, η χώρα είχε μεγάλο μουσουλμανικό πληθυσμό, και πολλές παναραβικές και αριστερές ομάδες που αντιτίθονταν στη φιλοδυτική κυβέρνηση. Η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ τo 1948 και η μετατόπιση των 100.000 Παλαιστίνιων προσφύγων στο Λίβανο, άλλαξε τη δημογραφική ισορροπία υπέρ του μουσουλμανικού πληθυσμού. Ο Ψυχρός Πόλεμος είχε ισχυρή αποδιοργανωτική επίδραση στη χώρα, η οποία συνδέεται στενά με την πόλωση που προηγήθηκε της πολιτικής κρίσης του 1958, δεδομένου ότι οι Μαρωνίτες πρόσκεινταν στη Δύση, ενώ οι αριστερές και παναραβικές ομάδες πρόσκεινταν στις τότε σοβιετικά ευθυγραμμισμένες αραβικές χώρες.[7]

Οι μάχες μεταξύ των Μαρωνιτών και των παλαιστινιακών δυνάμεων ξεκίνησαν το 1975, ενώ αριστερές, παναραβικές και μουσουλμανικές ομάδες του Λιβάνου συμμάχησαν αργότερα με τους Παλαιστινίους.[8] Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι συμμαχίες μετατοπίζονταν γρήγορα και απρόβλεπτα. Επιπλέον, ξένες δυνάμεις, όπως το Ισραήλ και η Συρία, ενεπλάκησαν στον πόλεμο και αγωνίστηκαν στο πλευρό διαφορετικών παρατάξεων, για να προασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα ελέγχου της στρατηγικής αυτής περιοχής. Ειρηνευτικές δυνάμεις, όπως η Πολυεθνική Δύναμη στο Λίβανο και η Προσωρινή Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στο Λίβανο (UNIFIL, δηλ. United Nations Interim Force in Lebanon), στάθμευσαν επίσης στην περιοχή.

Η Συμφωνία του Ταΐφ στη Σαουδική Αραβία το 1989 σηματοδότησε την αρχή του τέλους του πολέμου. Τον Ιανουάριο του 1989, μια επιτροπή διορισμένη από τον Αραβικό Σύνδεσμο άρχισε να προτείνει λύσεις για τον τερματισμό της ένοπλης διαμάχης. Το Μάρτιο του 1991, το κοινοβούλιο του Λιβάνου ψήφισε ένα νόμο αμνηστίας, με τον οποίο δόθηκε χάρη για όλα τα πολιτικά εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί έως την ψήφισή του.[9] Το Μάιο του 1991, οι πολιτοφυλακές διαλύθηκαν, με εξαίρεση τη Χεζμπολάχ που αρνήθηκε να το πράξει, ενώ οι ένοπλες δυνάμεις του Λιβάνου άρχισαν την ανοικοδόμηση σιγά σιγά, όντας το μόνο μεγάλο μη θρησκευτικό ίδρυμα.[10] Οι δε εντάσεις μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών παρέμειναν μετά τον πόλεμο.[11]

Οι βαθύτερες ρίζες του εμφυλίου πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σταυροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

"Πλατεία των Μαρτύρων", Βηρυττός, 1982

Μετά την πτώση της χριστιανικής βυζαντινής Ανατολίας στους μουσουλμάνους Σελτζούκους Τούρκους, οι Βυζαντινοί, έστω και με καχυποψία, ζήτησαν τη βοήθεια του πάπα τον 11ο αιώνα. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά πολέμων γνωστών με την ονομασία Σταυροφορίες, που εξαπέλυσαν οι Φράγκοι για ν΄ ανακτήσουν τις πρώην ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολικής Μεσογείου, κυρίως τη Συρία και την Παλαιστίνη.

Ο Λίβανος βρισκόταν γεωγραφικώς πάνω στην οδό προέλασης των στρατιών της Α΄ Σταυροφορίας στην Ιερουσαλήμ. Οι Φράγκοι ευγενείς κατέκτησαν το σημερινό Λίβανο και τον έκαναν τμήμα των νοτιοανατολικών Σταυροφορικών Κρατών. Το νότιο τμήμα του σημερινού Λιβάνου σχημάτισε το βόρειο σύνορο του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Το βόρειο μισό της χώρας αποτέλεσε την καρδιά της Κομητείας της Τρίπολης. Παρ' όλο δε που ο Σαλαντίν επανέκτησε τους Αγίους Τόπους περίπου το 1190 μ.Χ., τα σταυροφορικά κράτη στο Λίβανο και τη Συρία κράτησαν περισσότερο λόγω της καλύτερης αμυντικής τους οργάνωσης.

Αποτέλεσμα της αρχικής φραγκικής κατάκτησης στην περιοχή, υπήρξε η επαφή μεταξύ των Φράγκων και των Μαρωνιτών. Η επαφή αυτή, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες χριστιανικές κοινότητες στην περιοχή, οδήγησε στην πρόσδεση των Μαρωνιτών στο θρησκευτικό άρμα της Καθολικής Εκκλησίας, γεγονός που οδήγησε στην υποστήριξη της Γαλλίας και της Ιταλίας προς αυτούς κατά τη διάρκεια των επόμενων αιώνων. Οι Μαρωνίτες αποτέλεσαν έτσι "κόκκινο πανί" για τους Δρούζους, πολύ περισσότερο που η ελίτ των Μαρωνιτών αποτελούσε το ισχυρότερο τμήμα της σύνθετης λιβανέζικης ελίτ.

Αποικιοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη δεκαετία του 1860, ο Λίβανος βρισκόταν υπό οθωμανική κατοχή. Τα ξένα συμφέροντα, που ήδη διέβλεπαν τη μελλοντική αποσύνθεση της αυτοκρατορίας, παρενέβησαν με έντονο τρόπο στα εσωτερικά πράγματα της χώρας, εκμεταλλευόμενα τη διαίρεση το έτος 1842 της περιοχής του όρους Λίβανος, μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων, αναζωπυρώνοντας έτσι τη θρησκευτική διαμάχη, η οποία επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο, προστιθέμενη στις υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές διαφορές των εθνοτικών αυτών κοινοτήτων. Οι εμφύλιες συγκρούσεις μεταξύ Μαρωνιτών και Δρούζων δεν άργησαν να ξεσπάσουν στην οθωμανική επαρχία του όρους Λίβανος, καταλήγοντας στο θάνατο 10.000 ανθρώπων.

Πολιτικές ομάδες και πολιτοφυλακές του εμφυλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαρωνίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ηγέτες των Φαλαγγιτών, Ουίλλιαμ Χάουι και Μπασίρ Τζεμαγιέλ (με στρατιωτική περιβολή), ενώ επιθεωρούν Μαρωνίτες πολιτοφύλακες στο όρος Λίβανος το 1972

Οι χριστιανικές πολιτοφυλακές των Μαρωνιτών απέκτησαν οπλισμό από τη Ρουμανία και Βουλγαρία καθώς και από τη Δυτική Γερμανία, το Βέλγιο και το Ισραήλ, και άντλησαν υποστηρικτές από τον κυριαρχούμενο από Μαρωνίτες πληθυσμό στα βόρεια της χώρας. Γενικώς δεξιάς πολιτικής τοποθέτησης, όλες οι κύριες χριστιανικές πολιτοφυλακές κυριαρχούνταν από τους Μαρωνίτες, ενώ υπήρξαν και άλλες χριστιανικές σέκτες, που διαδραμάτισαν όμως δευτερεύοντα ρόλο.

Αρχικώς, η πιο ισχυρή πολιτική οργάνωση των Μαρωνιτών ήταν το Εθνικό Φιλελεύθερο Κόμμα, επίσης γνωστό ως Αχράρ (NLP/AHRAR), που πολιτικώς καθοδηγούταν από τον πρώην πρόεδρο του Λιβάνου (23 Σεπτεμβρίου 1952 – 22 Σεπτεμβρίου 1958) Καμίλ Σαμούν, και στρατιωτικώς από τον υιό του, Ντάνυ Σαμούν (δολοφονήθηκε το 1990). Η πολιτοφυλακή Τίγρεις ήταν το στρατιωτικό σκέλος του Εθνικού Φιλελεύθερου Κόμματος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Οι Τίγρεις σχηματίστηκαν στo χωριό Ας-Σααντίγιατ της περιοχής Σουφ το 1968, ως Νουμούρ Αλ Αχράρ (Τίγρεις των Φιλελευθέρων) υπό την ηγεσία αρχικώς του Καμίλ Σαμούν. Η πολιτοφυλακή πήρε την ονομασία της από το μεσαίο όνομα του Καμίλ Σαμούν, Νεμρ (Nemr), που σημαίνει τίγρη. Εκπαιδευμένη από τον Ναΐμ Μπερντκάν, που ήταν ο πρώτος διοικητής της επί του πεδίου, όταν αυτός σκοτώθηκε, η μονάδα πέρασε υπό την ηγεσία του υιού του Καμίλ Σαμούν, Ντάνυ. Μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 1975, οι Τίγρεις πολέμησαν ενάντια στο Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα και τους Παλαιστίνιους συμμάχους του.

Μια άλλη μαρωνιτική πολιτική οργάνωση ήταν το Κόμμα Καταέμπ, οι λεγόμενοι Φαλαγγίτες. Το κόμμα Καταέμπ ιδρύθηκε το 1936 από τον Πιερ Τζεμαγιέλ και τέσσερεις φίλους του, ως μαρωνιτική παραστρατιωτική οργάνωση νεολαίας. Ο Τζεμαγιέλ διαμόρφωσε το κόμμα στα πρότυπα της ισπανικής Φάλαγγας και του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος της Ιταλίας, τα οποία είχε παρατηρήσει ως αθλητής κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 που πραγματοποιήθηκαν στο Βερολίνο της Ναζιστικής Γερμανίας, θαυμάζοντας την πειθαρχία και οργάνωσή τους, θεωρώντας ότι αυτά τα χαρακτηριστικά εξέλιπαν περισσότερο από τη χώρα του για να προοδεύσει. Η πολιτοφυλακή των Φαλαγγιτών ιδρύθηκε το 1937 με την ονομασία Οργάνωση Μαχητών από τον πρόεδρο του κόμματος Πιερ Τζεμαγιέλ και τον Ουίλλιαμ Χάουι, έναν Αμερικανολιβανέζο βιομήχανο υαλικών. Τον Ιανουάριο 1961 η Οργάνωση Μαχητών διαλύθηκε κατόπιν σχετικής διαταγής του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, και ο Χάουι δημιούργησε στη θέση της τις Ρυθμιστικές Δυνάμεις Φαλαγγιτών (Ρυθμιστικές Δυνάμεις Καταέμπ). Για το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των παραστρατιωτικών υποομάδων των Φαλαγγιτών, το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος σύστησε το Πολεμικό Συμβούλιο των Φαλαγγιτών (προφορά στ΄ αραβικά: Ματζλίς αλ-Χάρμπι) το 1970, με τον Ουίλλιαμ Χάουι στην κεφαλή του. Η έδρα του συμβουλίου βρισκόταν στο αρχηγείο του κόμματος στην καρδιά της συνοικίας Ασραφίγιε στην Ανατολική Βηρυττό, ενώ ακολούθησε μια "αθόρυβη" επέκτασή τους, ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της υποδομής εκπαίδευσής τους. Το 1963 δημιουργήθηκαν δύο, επιπέδου λόχου, μονάδες ειδικών δυνάμεων, η 1η Κομάντο και η 2η Κομάντο, ενώ σύντομα ακολούθησε η ομάδα Πιερ Τζεμαγιέλ (αργότερα εξελίχθηκε σε λόχο) και μια ομάδα προστασίας VIP. Σε αυτές προστέθηκε το 1973 μια διμοιρία κομάντο και ένα Σχολείο Μάχης άνοιξε μυστικά στo χωριό Ταμπρίε, στην Περιφέρεια Κεσερουάν του Λιβάνου. Μια ακόμη μονάδα ειδικών δυνάμεων, η Ταξιαρχία Μπασίρ Τζεμαγιέλ (πήρε το όνομά της από το μικρότερο γιο του Πιερ Τζεμαγιέλ, Μπασίρ) σχηματίστηκε την επόμενη χρονιά, απορροφώντας στην πορεία στις τάξεις της την παλαιά ομάδα και νυν δύναμη επιπέδου λόχου Πιερ Τζεμαγιέλ. Μετά το θάνατο του Χάουι από πυρά Παλαιστίνιου ελεύθερου σκοπευτή, λίγα χρόνια μετά την έναρξη του εμφυλίου, οι Ρυθμιστικές Δυνάμεις Φαλαγγιτών τέθηκαν υπό την ηγεσία του Μπασίρ Τζεμαγιέλ, συγχωνευθείσες με αρκετές άλλες μικρότερες ακροδεξιές ομάδες (Αλ-Τανζίμ, Φρουροί των Κέδρων, Λιβανέζικο Κίνημα Νεολαίας, Ομάδα Κομάντος Τύους).

Οι ενισχυμένες πλέον δυνάμεις του Μπασίρ Τζεμαγιέλ, αφού ενώθηκαν με τις Τίγρεις του AHRAR, σχημάτισαν ένα μέτωπο και επαγγελματικό στρατό με την ονομασία Λιβανέζικες Δυνάμεις. Με τη βοήθεια του Ισραήλ, οι Λιβανέζικες Δυνάμεις παγίωσαν τις θέσεις τους στα οχυρά και περιοχές που κυριαρχούνταν από Μαρωνίτες και γρήγορα μεταμορφώθηκαν από μια ανοργάνωτη και φτωχά εξοπλισμένη πολιτοφυλακή σε έναν επίφοβο και ισχυρό στρατό που είχε το δικό του οπλισμό, πυροβολικό, μονάδες Ειδικών Δυνάμεων (SADM), ένα μικρό Ναυτικό, και ένα ιδιαιτέρως εξελιγμένο τμήμα Πληροφοριών.

To 1980, οι Τίγρεις αποχώρησαν από τις Λιβανέζικες Δυνάμεις. Το 1985, υπό την ηγεσία των Ελίε Χομπέικα (δολοφονήθηκε το 2002 στη Βηρυττό) και Σαμίρ Τζατζά, οι Λιβανέζικες Δυνάμεις χωρίστηκαν και από τις Ρυθμιστικές Δυνάμεις Φαλαγγιτών και άλλες ομάδες, για να σχηματίσουν μια ανεξάρτητη πολιτοφυλακή που αποτέλεσε την κυρίαρχη δύναμη σε πολλές περιοχές Μαρωνιτών. Το Συμβούλιο Διοίκησης εξέλεγξε τότε τον Χομπέικα ως πρόεδρο των Λιβανέζικων Δυνάμεων και διόρισε τον Τζατζά ως αρχηγό του επιτελείου τους. Τον Ιανουάριο του 1986, η σχέση των Χομπέικα και Τζατζά διερράγη λόγω της υποστήριξης του Χομπέικα στην Τριμερή Συμφωνία, η οποία εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Συρίας, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένας εσωτερικός εμφύλιος πόλεμος στις τάξεις των Μαρωνιτών των Λιβανέζικων Δυνάμεων. Η σύγκρουση Τζατζά-Χομπέικα κατέληξε στο θάνατο 800-1.000 ανθρώπων πριν ο Τζατζά εξασφαλίσει την ηγεσία των Λιβανέζικων Δυνάμεων και εξαναγκάσει τον Χομπέικα σε φυγή. Ο τελευταίος σχημάτισε τότε την πολιτοφυλακή Λιβανέζικες Δυνάμεις - Εκτελεστική Διοίκηση, που παρέμεινε σύμμαχος της Συρίας μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου στο Λίβανο.

Εν τω μεταξύ, στο βορρά της χώρας, οι Ταξιαρχίες Μαράντα (μετέπειτα Κίνημα Μαράντα) αποτελούσαν την προσωπική πολιτική οργάνωση της σημαίνουσας οικογένειας Φραντζίε (απόγονο Φράγκων Σταυροφόρων) με την παραστρατιωτική της πτέρυγα-πολιτοφυλακή, τον Απελευθερωτικό Στρατό της Ζγάρτα (ZLA). Oι Ταξιαρχίες Μαράντα συμμάχησαν με τη Συρία, αφού αποσκίρτησαν από το Λιβανέζικο Μέτωπο το 1978.

Κοσμικού χαρακτήρα ομάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρ’ όλο που αρκετές λιβανέζικες πολιτοφυλακές ισχυρίζονταν ότι ήταν κοσμικού χαρακτήρα, οι περισσότερες ήταν απλώς κάτι περισσότερο από «οχήματα» για την προώθηση σεκταριστικών συμφερόντων. Επιπλέον, υπήρχε ένας αριθμός μη θρησκευτικών ομάδων, πρωταρχικά άλλα όχι αποκλειστικά, της Αριστεράς ή της παναραβικής Δεξιάς, όπως το Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα (LCP) και η πιο ριζοσπαστική και ανεξάρτητη, Κομμουνιστική Οργάνωση Δράσης (COA).

Μια άλλη αξιοσημείωτη οργάνωση ήταν το πανσυριακό Συριακό Σοσιαλιστικό Εθνικιστικό Κόμμα (SSNP), που προωθούσε την ιδέα της «Μεγάλης Συρίας», σε αντίθεση με τον παναραβικό ή λιβανέζικο εθνικισμό. Το SSNP ήταν γενικώς σε συμμαχία με την κυβέρνηση της Συρίας, παρά το γεγονός ότι ιδεολογικώς δεν ενέκρινε τη μπααθική κυβέρνηση (αυτό άλλαξε πρόσφατα, υπό τον Μπασάρ αλ Άσαντ, μετά την άδεια που εδόθη στο SSNP να ασκεί πολιτική δραστηριότητα και εντός της Συρίας). Του πολυσυλλεκτικού SSNP ηγούνταν ο Ινάαμ Ραάντ, ένας χριστιανός Καθολικός, και ο Αμπντάλλα Σααντέχ, ένας Ελληνορθόδοξος χριστιανός. Το κόμμα ήταν ενεργό στην περιοχή του Βορείου Λιβάνου (Κούρα και Ακκάρ), τη Δυτική Βηρυττό (γύρω από την οδό Χάμρα), το Όρος Λίβανος (Άνω Μετν, Μπάαμπντα, Άλεϋ, Σουφ), το Νότιο Λίβανο (Ζαχράνι, Ναμπατίγιε, Μαρτζαγιούν, Χασμπάγια) και την Κοιλάδα Μπεκάα (Μπααλμπέκ, Χερμέλ, Ρασάγια).

Μια ακόμη κοσμικού χαρακτήρα ομάδα ήταν ο Στρατός του Νοτίου Λιβάνου (SLA), υπό την ηγεσία του Σαάντ Χαντάντ. Ο SLA επιχειρούσε στο Νότιο Λίβανο σε συντονισμό με τους Ισραηλινούς, και εργαζόταν για την υπό ισραηλινή στήριξη παράλληλη κυβέρνηση με την ονομασία Κυβέρνηση του Νοτίου Λιβάνου. Ο SLA προήλθε από τη διάσπαση του Στρατού του Ελεύθερου Λιβάνου, μια μαρωνιτική φατρία εντός του Λιβανέζικου Στρατού, των ενόπλων δυνάμεων δηλ. του επίσημου κράτους του Λιβάνου. Αρχικός στόχος του SLA ήταν να αποτελέσει «ανάχωμα» ενάντια στις επιθέσεις και επιδρομές της Ο.Α.Π. (PLO) εντός της περιοχής της Γαλιλαίας στο Ισραήλ, παρ΄ όλο που αργότερα εστίασε τις προσπάθειές του στην καταπολέμηση της σιιτικής Χεζμπολλάχ. Οι αξιωματικοί του SLA συνήθως ήταν Χριστιανοί με ισχυρή δέσμευση να πολεμήσουν τους εχθρούς του, ενώ οι περισσότεροι από τους στρατιώτες του ήταν σιίτες Μουσουλμάνοι που συχνά εντάσσονταν σε αυτόν για τους μισθούς και δεν ήταν πάντα αφοσιωμένοι στο σκοπό καταπολέμησης της Ο.Α.Π. και της Χεζμπολλάχ. Ο SLA συνέχισε να επιχειρεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά κατέρρευσε όταν ο Ισραηλινός Στρατός αποσύρθηκε από το Νότιο Λίβανο το 2000. Πολλοί τότε στρατιώτες και αξιωματικοί του SLA κατέφυγαν στο Ισραήλ, ενώ άλλοι συνελήφθησαν στο Λίβανο και προσήχθησαν σε δίκη με την κατηγορία της προδοσίας και συνεργασίας με το Ισραήλ.

Δύο ακόμη κοσμικής ιδελογίας ομάδες που ξεχώρισαν στα αρχικά στάδια του πολέμου ήταν δύο ανταγωνιστικά μεταξύ τους μπααθικά κινήματα, μια εθνικιστική φιλοϊρακινή ομάδα, υπό την ηγεσία του σουνίτη Αμπντούλ-Ματζίντ αλ-Ραφέι και του ελληνορθόδοξου χριστιανού Νικoλά Φερζλί, και μια μαρξιστική φιλοσυριακή ομάδα υπό την ηγεσία του σιίτη Ασσέμ Κάνσο.

Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) του Αμπντουλάχ Οτζαλάν διατηρούσε εκείνο τον καιρό στρατόπευδα εκπαίδευσης στο Λίβανο, λαμβάνοντας υποστήριξη από τη Συρία και την Ο.Α.Π. (PLO). Κατά την ισραηλινή εισβολή, όλες οι μονάδες του PKK διατάχθηκαν να πολεμήσουν ενάντια στις Ισραηλινές Δυνάμεις. Έντεκα μαχητές του PKK σκοτώθηκαν στη σύγκρουση αυτή. Διοικητής όλων των δυνάμεων του PKK στο Λίβανο ήταν ο Μαχσούμ Κορκμάζ, ιστορική φυσιογνωμία του κόμματος.

Μια ακόμη κοσμικού χαρακτήρα οργάνωση ήταν η αρμενική μαρξιστική-λενινιστική πολιτοφυλακή Μυστικός Στρατός για την Απελευθέρωση της Αρμενίας (ASALA), που ιδρύθηκε στην υπό τον έλεγχο της Ο.Α.Π (PLO) περιοχή της Δυτικής Βηρυττού το 1975. Η πολιτοφυλακή αυτή ήταν υπό την ηγεσία του επαναστάτη μαχητή Μόντε Μελκονιάν και του ιδρυτή της ομάδας Χαγκόπ Χαγκοπιάν. Στενά συνδεδεμένη με τους Παλαιστινίους, η οργάνωση ASALA πήρε μέρος σε πολλές μάχες στο πλευρό του Λιβανέζικου Εθνικού Κινήματος και της Ο.Α.Π., διακρινόμενη κυρίως εναντίον των ισραηλινών δυνάμεων και των δεξιών συμμάχων τους κατά την ισραηλινή εισβολή του 1982. Ο Μελκονιάν ήταν ο στρατιωτικός διοικητής της ASALA σε αυτές τις μάχες, όπου η οργάνωση συνέδραμε την Ο.Α.Π. στην προάσπιση της περιοχής της Δυτικής Βηρυττού.

Παλαιστίνιοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παλαιστίνιοι μαχητές της Φατάχ στη Βηρυττό το 1979

Το Παλαιστινιακό Κίνημα μετέφερε τη μεγαλύτερη μαχητική του δύναμη στο Λίβανο στο τέλος του 1970 μετά την εκδίωξη του από την Ιορδανία στα γεγονότα που έγιναν γνωστά ως Μαύρος Σεπτέμβρης. Η οργάνωση-ομπρέλα των Παλαιστινίων, με την ονoμασία Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO), αναμφίβολα η πιο ικανή πολεμική δύναμη στο Λίβανο εκείνα τα χρόνια, αποτελούσε κάτι λιγότερο από μια χαλαρή συνομοσπονδία, αλλά ο ηγέτης της, και ηγέτης της ισχυρότερης φατρίας της, της Φατάχ, ο Γιάσερ Αραφάτ, κατάφερε να εξισορροπεί και ελέγχει σε σημαντικό βαθμό τις διάφορες φατρίες της. Όπλο γι΄ αυτό αποτέλεσε και η αποκλειστική διαχείριση των οικονομικών της οργάνωσης από ανθρώπους εμπιστοσύνης του Αραφάτ, που υπό τη στενή επίβλεψη και τελική έγκριση του ιδίου προέβαιναν σε κάθε πράξη στον οικονομικό τομέα. Η χρηματοδότηση της οργάνωσης, που γινόταν από τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, Ιράκ, και Λιβύη απευθείας στον Αραφάτ, τον κατέστησε ικανό να αντιμετωπίζει μικρή πραγματική αντιπολίτευση κατά της ηγεσίας του, και παρόλο που αντίπαλες φατρίες υπήρχαν όντως εντός της Ο.Α.Π., όσο συνεχιζόταν η χρηματοδότηση των επιμέρους φατριών, καθίστατο δυσκολότερη η αμφισβήτηση της εξουσίας του. Άλλωστε, επρόκειτο για χρηματοδότηση ζωτική για την επιβίωση των μελών, που περιελάμβανε και κάλυψη ασφαλιστική σε περίπτωση θανάτου και αποζημιώσεις σε μέλη των οικογενειών τους, κ.α. πολλά, καλύπτοντας ένα ευρύτατο φάσμα αναγκών της παλαιστινιακής κοινωνίας και του όλου κινήματος αντίστασης στους Ισραηλινούς.

Αντίθετα με τους Λιβανέζους, που χαρακτηρίζονταν από πάμπολλες αντίπαλες σέκτες, απότοκο γεγονός και του ιδιαίτερου πολιτικοθρησκευτικού μωσαϊκού της χώρας, οι Παλαιστίνιοι ενέτασσαν τις διάφορες σέκτες τους σε ευρύτερα αφομοιωτικά, λιγότερο ή περισσότερα, σχήματα προκειμένου ν΄ ανταποκριθούν στο σκληρό αγώνα τους επιβίωσης και ύπαρξης ως έθνους. Τόσο οι μουσουλμάνοι, όσο και οι πολλοί λιγότεροι χριστιανοί Παλαιστίνιοι υποστήριξαν τον αραβικό εθνικισμό κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στο Λίβανο και πολέμησαν εναντίον των πολιτοφυλακών των Μαρωνιτών Λιβανέζων.

Δρούζοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μικρή σέκτα των Δρούζων, στρατηγικώς εδρασμένη στην περιοχή Σουφ του κεντρικού Λιβάνου, δεν είχε φυσικούς συμμάχους, καταναλώνοντας ως εκ τούτου πολύ χρόνο στη σύμπηξη συμμαχιών. Υπό την ηγεσία της οικογένειας Τζουμπλάτ, αρχικώς του χαρισματικού Καμάλ Τζουμπλάτ και αργότερα του υιού του, Ουαλίντ, το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSP) αποτέλεσε μια αποτελεσματική πολιτοφυλακή των Δρούζων, σφυρηλατώντας δεσμούς με την ΕΣΣΔ κυρίως, και με τη Συρία μετά την απόσυρση των Ισραηλινών στα νότια του Λιβάνου το 1983. Παρ΄ όλα αυτά, πολλοί Δρούζοι εκείνη την εποχή στη χώρα ήταν μέλη του μη θρησκευτικού κόμματος, Συριακό Κοινωνικό Εθνικιστικό Κόμμα (SSNP). Υπό την ηγεσία του Καμάλ Τζουμπλάτ το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα αποτέλεσε κύριο στοιχείο του Λιβανέζικου Εθνικού Κινήματος (LNM), το οποίο υποστήριζε την αραβική ταυτότητα του Λιβάνου και ήταν φιλικό προς τους Παλαιστινίους.

Το PSP σχημάτισε έναν ισχυρό ιδιωτικό στρατό, που αποδείχθηκε ένας εκ των σημαντικότερων του εμφυλίου από το 1975 έως το 1990. Ο στρατός αυτός κατέκτησε μια μεγάλη περιοχή του όρους Λίβανος και της περιοχής Σουφ. Κύριος αντίπαλός του ήταν η μαρωνιτική χριστιανική πολιτοφυλακή των Φαλαγγιτών, και αργότερα η πολιτοφυλακή των Λιβανέζικων Δυνάμεων, που είχε απορροφήσει πλέον τους Φαλαγγίτες. Το Προοδευτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα υπέστη σημαντικό πλήγμα το 1977, όταν ο Καμάλ Τζουμπλάτ δολοφονήθηκε. Ο υιός του Ουαλίντ τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του κόμματος, και μετά την απόσυρση των Ισραηλινών στο Νότιο Λίβανο από την περιοχή Σουφ το 1983 και μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου, το κόμμα άσκησε μια εξαιρετικά αποτελεσματική πολιτική διοίκηση (τη λεγόμενη Πολιτική Διοίκηση του Βουνού) στην περιοχή που βρισκόταν υπό τον έλεγχό του. Επέβαλε δε διόδια στα σημεία ελέγχου της περιοχής του, τα οποία τού απέφεραν σημαντικά έσοδα. Μετά την υποχώρηση του Ισραηλινού Στρατού από το όρος Λίβανος στην περιοχή του Νοτίου Λιβάνου, έλαβαν χώρα σκληρές μάχες μεταξύ των Δρούζων και των πολιτοφυλακών των Μαρωνιτών. Τα ένοπλα μέλη του PSP κατηγορήθηκαν μάλιστα για αρκετές σφαγές που έλαβαν χώρα στον αποκαλούμενο αυτό Πόλεμο του Βουνού.

Το PSP παραμένει έως σήμερα ένα ενεργό πολιτικό κόμμα του Λιβάνου, με αρχηγό τον Ουαλίντ Τζουμπλάτ. Κύριοι οπαδοί του παραμένουν οι ακόλουθοι της θρησκευτικής πίστης των Δρούζων.

Σιίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σιιτικές πολιτοφυλακές καθυστέρησαν να σχηματισθούν και να πάρουν μέρος στη σύγκρουση. Αρχικώς, πολλοί Λιβανέζοι Σιίτες είχαν συμπάθεια για τους Παλαιστινίους, ενώ κάποιοι λίγοι εξ αυτών υποστήριζαν το Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά μετά τα γεγονότα του Μαύρου Σεπτέμβρη στις αρχές της δεκαετίας του '70, σημειώθηκε μια αιφνίδια μαζική εισροή ένοπλων Παλαιστινίων στις σιιτικές περιοχές του Λιβάνου, λόγω της εκδίωξής τους από την Ιορδανία στα προαναφερθέντα γεγονότα. Ο πληθυσμός του νοτίου Λιβάνου ήταν κυρίως Σιίτες και οι Παλαιστίνιοι σύντομα έστησαν εκεί βάσεις για τις επιθέσεις τους εναντίον των Ισραηλινών. Το παλαιστινιακό κίνημα γρήγορα σπατάλησε την επιρροή του επί των Λιβανέζων Σιιτών, καθώς ριζοσπαστικές ακραίες παλαιστινιακές φατρίες ήλεγχαν με τη βία μεγάλες σιιτικές περιοχές του νοτίου Λιβάνου, όπου τα προσφυγικά τους στρατόπεδα είχαν οργανωθεί, και η κεντρική διοίκηση της Ο.Α.Π. (PLO) αποδείχθηκε είτε απρόθυμη είτε ανίκανη να τους επιβληθεί.

Ο κοσμικός πολιτικός χαρακτήρας των ριζοσπαστών Παλαιστινίων και η συμπεριφορά τους είχαν αποξενώσει την παραδοσιακή σιιτική κοινότητα. Οι Σιίτες δεν ήθελαν να πληρώσουν το τίμημα για τις πυραυλικές επιθέσεις της Ο.Α.Π. από το νότιο Λίβανο στο βόρειο Ισραήλ. Η Ο.Α.Π. δημιούργησε ένα κράτος εν κράτει στο νότιο Λίβανο και το γεγονός αυτό προκάλεσε την οργή των Λιβανέζων Σιιτών, που φοβόντουσαν επιθέσεις αντιποίνων από τους Ισραηλινούς στη γη τους στο νότο. Οι Σιίτες κυριαρχούσαν αριθμητικώς στην περιοχή του νοτίου Λιβάνου, που τη δεκαετία του 1960 αποτέλεσε πεδίο μάχης της σύγκρουσης Ισραηλινών-Παλαιστινίων. Το κράτος του Λιβάνου, που πάντοτε απέφευγε να προκαλεί το Ισραήλ, στην ουσία απλώς εγκατέλειψε από πολιτικής-διοικητικής πλευράς το νότιο Λίβανο. Πολλοί άνθρωποι μετανάστευσαν από το νότο στα προάστια της Βηρυττού, που είναι γνωστά ως ζώνες φτώχειας.

Οι νεαροί Λιβανέζοι Σιιίτες εσωτερικοί μετανάστες, που δεν είχαν συμμετάσχει στην ευμάρεια της προπολεμικής Βηρυττού, έγιναν μέλη πολλών λιβανέζικων και παλαιστινιακών οργανώσεων. Μετά από πολλά χρόνια χωρίς τις δικές τους ανεξάρτητες πολιτικές οργανώσεις, αναδύθηκε ξαφνικά το 1975-76 το Κίνημα Αμάλ του χαρισματικού κληρικού Μούσα αλ-Σαντρ. Η ισλαμιστική του ιδεολογία αμέσως προσέλκυσε τους ανθρώπους που ένιωθαν ότι δεν έχαιραν κάποιας ουσιαστικής αντιπροσώπευσης, και οι ένοπλες τάξεις της Αμάλ αυξήθηκαν τάχιστα. Η Αμάλ πολέμησε εναντίον της Ο.Α.Π. τις πρώτες μέρες ίδρυσής της. Αργότερα, μια σκληροτράχηλη φατρία της θα αποσκιρτούσε για να ενωθεί με σιιτικές ομάδες που πολεμούσαν το Ισραήλ, σχηματίζοντας την οργάνωση Χεζμπολλάχ, γνωστή επίσης ως Κίνημα Αντίστασης, που έως και σήμερα παραμένει η πιο ισχυρή και οργανωμένη δύναμη του Λιβάνου. Η Χεζμπολλάχ θεωρούσε την Αμάλ ως οργάνωση με αρκετά κοσμικό χαρακτήρα, και όχι αρκούντως ισλαμιστικό, ενώ οι αρχικοί δικοί της στόχοι περιελάμβαναν την εγκαθίδρυση ισλαμικού κράτους (σιιτικού) στο Λίβανο.

Υπήρχε επίσης κατά τη διάρκεια του εμφυλίου σημαντική βοήθεια από το Ιράν στις σιιτικές φατρίες, το Κίνημα Αμάλ και τη Χεζμπολλάχ. Η Χεζμπολλάχ και οι ηγέτες της εμπνέονταν από την επανάσταση του Αγιατολάχ Χομεϊνί στο Ιράν και γι΄ αυτό το λόγο το 1982 ξεχώρισαν ως μια φατρία με σκοπό την αντίσταση στην ισραηλινή κατοχή του Λιβάνου, ενώ οι δυνάμεις της εκπαιδεύτηκαν και οργανώθηκαν από μια αντιπροσωπεία συμβούλων από το Ιρανικό Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης. Η ιρανική δε στρατιωτική συνδρομή συνοδεύτηκε και από την αντίστοιχη οικονομική.

Οι Λιβανέζοι Αλαουίτες, ακόλουθοι της ομώνυμης σέκτας του σιιτικού Ισλάμ, αντιπροσωπεύονταν από την Πολιτοφυλακή των Κόκκινων Ιπποτών του Αραβικού Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο ήταν υπέρ των Σύρων, εξαιτίας της εξουσιαστικής ελίτ των Αλαουιτών στη Συρία, και το οποίο δρούσε κυρίως στην περιοχή του Νοτίου Λιβάνου γύρω από την πόλη Τρίπολη.

Σουνίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιες σουνιτικές φατρίες λάμβαναν υποστήριξη από τη Λιβύη και το Ιράκ, και ένας αριθμός μικρότερων πολιτοφυλακών τους υπήρχε εξαιτίας της γενικής απροθυμίας των Σουνιτών μουσουλμάνων καθ' όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου να ενταχθούν σε μαζικές παραστρατιωτικές οργανώσεις. Οι πιο γνωστές ομάδες ήταν κοσμικού χαρακτήρα και είχαν υιοθετήσει τη νασερική ιδεολογία, με παναραβικές και αραβοεθνικιστικές κλίσεις και επιρροές. Στα μετέπειτα στάδια του εμφυλίου πολέμου, εμφανίστηκαν και κάποιες ισλαμιστικές οργανώσεις, όπως το Ισλαμικό Κίνημα Ενοποίησης (IUM), γνωστότερο ως Αλ-Ταουχίντ, με βάση την Τρίπολη, και η Ισλαμική Ομάδα (Τζαμάα αλ-Ισλαμίγια), που είχε σημείο αναφοράς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως προς τον πολιτικό της προσανατολισμό και πρακτική.

Η κύρια όμως σουνιτική οργάνωση του εμφυλίου ήταν το Ανεξάρτητο Νασερικό Κίνημα (ΙΝΜ), ή απλώς Αλ-Μουραμπιτούν (οι Φρουροί), που έδρευε στη Δυτική Βηρυττό. Η οργάνωση, υπό την ηγεσία του Ιμπραχίμ Κουλαϋλάτ, πολέμησε στο πλευρό των Παλαιστινίων κατά των Ισραηλινών στην ισραηλινή εισβολή του 1982. Στη Σιδώνα υπήρχε επίσης η οργάνωση Τανζίμ αλ-Νασσίρι (μετάφραση: Νασερική Οργάνωση), που είχε σχηματιστεί από οπαδούς του Μααρούφ Σαάντ, με ηγέτη αργότερα τον Μουσταφά Σαάντ, υιό του Μααρούφ, και σήμερα τον Ουσάμα Σαάντ.

Το Κίνημα της 6ης Φεβρουαρίου ήταν μια ακόμη σουνιτική νασερική πολιτοφυλακή που συντάχθηκε στο πλευρό των Παλαιστινίων στο λεγόμενο Πόλεμο των Καταυλισμών τη δεκαετία του 1980.

Αρμένιοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα κόμματα των Αρμενίων, όντας χριστιανικά μιαφυσιτικά (αγγλικά: miaphysitism, σημ.: ο μιαφυσιτισμός δεν πρέπει να συγχέεται με το μονοφυσιτισμό, βλ. monophysitism) από θρησκευτικής απόψεως, και αριστερής πολιτικής ιδεολογίας, είχαν δυσκολία στη συστράτευσή τους με κάποια εκ των αντιμαχόμενων πλευρών του εμφυλίου πολέμου. Ως αποτέλεσμα, επιχείρησαν, με μερική επιτυχία, να ακολουθήσουν μια πολιτική στρατιωτικής ουδετερότητας, με τις πολιτοφυλακές τους να πολεμούν μόνο όταν απαιτείτο για την υπεράσπιση των περιοχών του Λιβάνου όπου διαβιούσαν αρμενικοί πληθυσμοί. Παρ΄ όλα αυτά, δεν ήταν ασυνήθιστο αρκετοί Αρμένιοι να επιλέγουν να πολεμήσουν στις τάξεις των Λιβανέζικων Δυνάμεων, ενώ ένας μικρός αριθμός αυτών επέλεξε να πολεμήσει με την άλλη πλευρά, το Λιβανέζικο Εθνικό Κίνημα/Λιβανέζικο Εθνικό Μέτωπο Αντίστασης.

Τα προάστια Μπουρτζ Χαμούν και Νάαμπα της Βηρυττού βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του αρμενικού κόμματος Ντασνάκ. Το Σεπτέμβριο του 1979, τα εν λόγω προάστια έτυχαν επίθεσης από το Καταέμπ, σε μια προσπάθεια του τελευταίου όλες οι χριστιανικές περιοχές να περάσουν υπό τον έλεγχο του Μπασίρ Τζεμαγιέλ. Η πολιτοφυλακή του κόμματος Ντασνάκ απώθησε τους μαχητές του Καταέμπ και διατήρησε τον έλεγχο στα προάστια αυτά. Η μάχη οδήγησε στο θάνατο 40 ανθρώπων.

Η Αρμενική Επαναστική Ομοσπονδία στο Λίβανο με τα ένοπλα τμήματά της, τους Κομάντος Δικαιοσύνης της Αρμενικής Γενοκτονίας και τον Αρμενικό Μυστικό Στρατό για την Απελευθέρωση της Αρμενίας (ASALA), είχε πραγματοποιήσει δολοφονίες και άλλες επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της εμφύλιας σύγκρουσης του Λιβάνου. Ο δε ASALA, μαρξιστικού-λενινιστικού χαρακτήρα, ιδρύθηκε στην υπό τον έλεγχο της Ο.Α.Π (PLO) περιοχή της Δυτικής Βηρυττού το 1975. Η πολιτοφυλακή αυτή ήταν υπό την ηγεσία του επαναστάτη μαχητή Μόντε Μελκονιάν και του ιδρυτή της ομάδας Χαγκόπ Χαγκοπιάν. Στενά συνδεδεμένη με τους Παλαιστινίους, η οργάνωση ASALA πήρε μέρος σε πολλές μάχες στο πλευρό του Λιβανέζικου Εθνικού Κινήματος και της Ο.Α.Π., διακρινόμενη κυρίως εναντίον των ισραηλινών δυνάμεων και των δεξιών συμμάχων τους κατά το 1982. Ο Μελκονιάν ήταν ο στρατιωτικός διοικητής της ASALA σε αυτές τις μάχες, όπου η οργάνωση συνέδραμε την Ο.Α.Π. στην προάσπιση της περιοχής της Δυτικής Βηρυττού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. UN Human Rights Council. "IMPLEMENTATION OF GENERAL ASSEMBLY RESOLUTION 60/251 OF 15 MARCH 2006 ENTITLED HUMAN RIGHTS COUNCIL"
  2. Commission of Enquiry on Lebanon, 23 November 2006, p.18.
  3. CIA World Factbook. "CIA World Factbook: Lebanon: Refugees and internally displaced persons". CIA World Factbook, 10 September 2012.
  4. "Things Fall Apart: Containing the Spillover from an Iraqi Civil War" By Daniel Byman, Kenneth Michael Pollack, Page. 139
  5. Islam and Assisted Reproductive Technologies, Marcia C. Inhorn, Soraya Tremayne - 2012, p 238
  6. Who are the Maronites?
  7. "Beware of Small States: Lebanon, Battleground of the Middle East", p.62
  8. Halliday,2005: 117
  9. Ex-militia fighters in post-war Lebanon
  10. Lebanon's History: Civil War - Ayman Ghazi
  11. Lebanon: Current Issues and Background - Page 144, John C. Rolland - 2003
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Lebanese Civil War της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).