Εμπορειός Χίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 38°11′N 26°1′E / 38.183°N 26.017°E / 38.183; 26.017

Πυργί
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Διοίκηση
Χώρα Ελλάδα
Δήμος Μαστιχοχωρίων
Γεωγραφία και στατιστική
Νομός Χίου
Πληθυσμός 93[1] (2001)

Ο Εμπορειός ή Καμάρι είναι ένας ημικυκλικός ορμίσκος που επέχει 6 χιλιόμετρα από το Πυργί. Είναι το επίνειο του Πυργίου.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανασκαφές και ευρήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον Εμπορειό έκανε ανασκαφές η Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών υπό την εποπτεία του Τζων Μπόρντμαν, οι οποίες άρχισαν από το 1953.

Κατά τις ανασκαφές, αποκαλύφθηκε μια πόλη, η οποία είχε ιδρυθεί, όπως διαπιστώθηκε πρόσφατα, κατά τους τελευταίους αιώνες της Αρχαιοελληνικής εποχής και άρχισε να ακμάζει μαζί με τους αρχαιότερους πολιτισμούς της Τροίας. Η πόλη αυτή, σύμφωνα με τον διενεργήσαντα τις ανασκαφές Κ. Σίνκλαιρ Χουντ, παρουσίαζε κατά την εποχή του Χαλκού εκδηλώσεις πολιτισμού όπως της Τροίας κατά την 3η και 2η χιλιετηρίδα ΠΚΕ.

Τα ευρήματα και τα ερείπια των ανασκαφών του Εμπορειού αντιπροσωπεύουν όχι μόνο τον πολιτισμό των προϊστορικών αιώνων, από τα τελευταία χρόνια της Νεολιθικής Εποχής ως τη Μυκηναϊκή περίοδο, αλλά και τη μεταγενέστερη εποχή, επειδή η πόλη ξαναχτίστηκε κατά την αρχαϊκή εποχή, τον 7ο αιώνα π.Χ., και καταστράφηκε τελικά από τους Άραβες, όταν αυτοί έκαναν επιδρομή στο Αιγαίο πέλαγος και πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη κατά τα έτη 674-678 μ.Χ.

Πιστεύεται ότι ο πληθυσμός του Εμπορειού εγκαταστάθηκε μετά την καταστροφή στο Πυργί και τα ευρήματα των ανασκαφών του Εμπορειού είναι αποκαλυπτικότατα για τον πολιτισμό των περιόδων τις οποίες αντιπροσώπευαν. Τα ευρήματα αυτά βρίσκονται στο μουσείο της Χίου, ωστόσο έχει προταθεί να μεταφερθούν και πάλι στον Εμπορειό σε ξεχωριστό μουσείο.

Ο όρμος του Εμπορειού προστατεύεται από τους νότιους ανέμους με μια χερσόνησο, στην οποία είχε ιδρυθεί ο οικισμός της περιοχής κατά την εποχή του χαλκού.

Στη ΝΑ πλαγιά του βραχώδους λόφου του προφήτη Ηλία και μέχρι το ύψος της ακροπόλεως ανακαλύφθηκαν από τον Χουντ τα ερείπια 50 περίπου οικιών της αρχαϊκής πόλεως του 7ου π.Χ. αιώνα. Μέσα στο τείχος του οικισμού αυτού αποκαλύφθηκε ο ναός της Αθηνάς και παλάτι του Βασιλιά του τόπου. Οι δρόμοι ανόδου στη πόλη και στην σύγχρονη τους αρχαϊκή ακρόπολη ήταν λαξευτοί ή κτιστοί στους βράχους των πλαγιών του γυμνού από χώματα λόφου του προφήτη Ηλία. Η αρχαιολογική έρευνα διαπίστωσε τον κύριο δρόμο σε μήκος 300 μέτρων, σε σύστημα ζιγκ-ζαγκ. Τα πενήντα σπίτια του οικισμού, τα ερείπια του ναού της Αθηνάς και της κατοικίας του άρχοντα στην ακρόπολη αποτυπώνουν μια εικόνα ελληνικής πόλεως της αρχαϊκής περιόδου.

Άποψη από ψηλά (εμπορειός)

Τα σπίτια αυτά προκαλούν μεγάλη εντύπωση για την εξαιρετική επιμέλεια που έχουν κτιστεί και δίνουν ακόμη ένα παράδειγμα της καλαισθησίας των Ελλήνων των χρόνων εκείνων. Ο συγκεκριμένος οικισμός αποδεικνύεται από τα ερείπια του ότι ήταν ιδιαίτερα πλούσιος. Οι Άγγλοι αρχαιολόγοι παραδέχονται ότι ο οικισμός αυτός ονομάζεται Λευκώνιο από τις άσπρες πέτρες από τις οποίες ήταν κτισμένα τα σπίτια και ότι μπορεί να ήταν η πόλη που αναφέρει ο Θουκυδίδης [2] ότι κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο οι Αθηναίοι έκαναν αποβάσεις. Τα στρατηγικά του Πολυαίνου αναφέρουν ότι εξ’ αιτίας μιας πόλης που ονομαζόταν Λευκωνία ή Λευκώνιο, οι Χιώτες βρίσκονται σε πόλεμο με τους κατοίκους της απέναντι Μικρασιατικής Ερυθραίας[3]. Αναφορά στις γυναίκες της Χίου και στη Λευκωνία κάνει και ο Πλούταρχος στο έργο του "Γυναικών Αρεταί"[4].

Λευκώνιο-Λευκωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, το Λευκώνιο ή Λευκωνία χτίστηκε από οικογένειες που είχαν εξοριστεί από την κυρίως πόλη της Χίου, επειδή τα μέλη τους είχαν φονεύσει τον βασιλιά της Χίου σε φιλονικία, η οποία προέκυψε κατά τη διάρκεια ενός γαμήλιου συμποσίου. Από τα ευρήματα αποδεικνύεται ότι η πόλη βρίσκεται κατά την εποχή αυτή σε επικοινωνία με άλλες ελληνικές πόλεις της ανατολικής περιοχής του Αιγαίου και με την Κόρινθο.

Στην Κορυφή της αρχαϊκής ακρόπολης ανακαλύφθηκε ένας ναός της Αθηνάς και το ανάκτορο του βασιλιά του οικισμού, το οποίο έχει απλό «μεγαροειδές» σχήμα διαστάσεων 18 επί 6 περίπου μέτρων. Ο Βασιλιάς κατοικούσε εντός των τειχών της ακρόπολης χωρίς άλλα οικοδομήματα εκτός από το ανάκτορο και το ναό, σύμφωνα με το έθιμο που τηρούνταν και στην ακρόπολη των Αθηνών στην αρχαιότατη εποχή. Ο ναός είχε διαστάσεις 10 επί 6 μέτρων περίπου. Μέσα στο ναό αυτό βρέθηκαν το βάθρο του λατρευτικού αγάλματος της θεάς και μια τετράγωνη τράπεζα προσφορών. Το άγαλμα της θεάς ήταν ξύλινο ξόανο και είχε εννιά διακοσμητικά εξαρτήματα από μόλυβδο, τα οποία κατέληγαν σε κεφάλια γρυπών και τα οποία εκτίθενται στο μουσείο της Χίου.

Έξω από το ναό στη βόρεια πλευρά του υπήρχε ο βωμός για τις θυσίες. Ο βωμός είχε ορθογώνιο σχήμα και ήταν κοίλος, περικλειόταν δε από μικρό τείχος. Αργότερα μετά την εγκατάλειψη των οικιών της νοτιοανατολικής πλαγιάς και την ανάπτυξη της πόλης κοντά στην παραλία του όρμου, κτίστηκε στην είσοδο του ναού βωμός χωρίς κοιλότητα. Τα αγγεία, τα πήλινα κουταλάκια («ειδώλια») και γενικά τα αφιερώματα τα οποία βρέθηκαν μέσα στο ναό της ακρόπολης είναι όλα σχεδόν από τα εργαστήρια αγγειοπλαστικής της Χίου. Μεταξύ των ευρημάτων του ναού είναι λύχνοι, πιάτα και το κάτω μέρος μικρού μαρμάρινου αγάλματος αρχαϊκής κόρης, 15 πήλινα αγαλματάκια, τα οποία παριστάνουν μορφές γυναικών και άλλα διάφορα.

Οι ανασκαφές απέδειξαν ότι κατά τον 7ο αιώνα π.Χ., όταν εγκαταλείφθηκε ο οικισμός του προφήτη Ηλία, είχε ιδρυθεί στην παραλία του Εμπορειού ένα άλλο ιερό, πιθανώς πλουσιότερο από εκείνο της ακρόπολης. Το Ιερό αυτό λατρευόταν προς τιμή της Ήρας και του Απόλλωνα. Τα ευρήματα του ιερού ναού της παραλίας αποδεικνύουν ότι είχε χτιστεί ο ναός αυτός κατά τον 7ο & 6ο π.Χ. αιώνα. Στην παραλία του όρμου βρέθηκαν κομμάτια ενός αγάλματος από μάρμαρο του Απόλλωνα του 5ου π.Χ. αιώνα φυσικού μεγέθους. Ο ναός αυτός είχε 4 Ιωνικούς κίονες του 5ου π.Χ. αιώνα.

Ρωμαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ζωή της πόλης της παραλίας του Εμπορειού συνεχίζεται και κατά τη Ρωμαϊκή εποχή και κατά την επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας. Κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού χτίστηκε Βασιλική με μεγάλο Βαπτιστήριο, για την ανέγερση του οποίου χρησιμοποιήθηκαν και αρχιτεκτονικά μέλη του ειδωλολατρικού ναού του 5ου π.Χ. αιώνα.

Τον 6ο μ.Χ. αιώνα χτίστηκε πάνω στο βραχώδη λόφο της χερσονήσου του όρμου ένα βυζαντινό φρούριο με περίβολο 300 μέτρα μήκος και 100 μέτρα πλάτος. Προς το μέρος της ξηράς, το φρούριο είχε τρεις ορθογώνιους πύργους διαφορετικού μεγέθους και την Κύρια πύλη προς τη βόρεια πλευρά και προς το μέρος του όρμου. Μια μικρότερη πύλη από τη νότια πλευρά επέτρεπε την κάθοδο προς την παραλία. Ο μεγαλύτερος από τους πύργους είχε στο εσωτερικό του διαμέρισμα, που χρησίμευε ως αποθήκη εφοδίων της φρουράς των Βυζαντινών στρατιωτών. Στην αποθήκη του πύργου βρέθηκαν μεγάλοι πίθοι και αμφορείς κρασιού.

Γύρω στα 674-678 μ.Χ. το Βυζαντινό αυτό φρούριο καταστράφηκε, καθώς και η Βασιλική με το Βαπτιστήριο, από τους Άραβες, όταν μετέβαιναν για την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Όταν η πόλη του Εμπορειού καταστράφηκε από τους Άραβες, αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Κωνσταντίνος Δ' ο Πωγωνάτος, ο οποίος κατέστρεψε τα πλοία των Αράβων με υγρό πυρ το 678. Η αντίσταση του φρουρίου του Εμπορειού είναι δυνατόν να συνετέλεσε στην αποτυχία των σχεδίων των Αράβων, οι οποίοι μάταια για 5 χρόνια προσπαθούσαν να κυριεύσουν την πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Λόγω της καταστροφής αυτής της πόλης του Εμπορειού, οι κάτοικοι αποσύρθηκαν στα μεσόγεια και στο μέρος του σημερινού Πυργίου. Από το όνομα Εμποριός, αποδεικνύεται ότι ήταν λιμάνι με μεγάλη εμπορική κίνηση και δικαιολογείται από την εξαγωγή μαστίχας των Μαστιχοχωρίων των Νοτίων χωριών της Χίου.

Από επιγραφή που βρέθηκε σε μια εκκλησία της περιοχής αποδεικνύεται ότι ο όρμος λεγόταν Εμποριός ή Εμπόριο και πριν από την καταστροφή της πόλης από τους Άραβες του χαλίφη Μωαβία, ιδρυτή της δυναστείας των Ομμεϋάδων, ο οποίος επιχείρησε την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΕΣΥΕ, Απογραφή 2001
  2. ...καὶ ἔν τε Καρδαμύλῃ ἀποβάντες καὶ ἐν Βολίσκῳ τοὺς προσβοηθήσαντας τῶν Χίων μάχῃ νικήσαντες καὶ πολλοὺς διαφθείραντες ἀνάστατα ἐποίησαν τὰ ταύτῃ χωρία, καὶ ἐν Φάναις αὖθις ἄλλῃ μάχῃ ἐνίκησαν καὶ τρίτῃ ἐν ΛευκωνίῳΘουκυδίδης, Ιστορίαι, Βιβλίο Η', 24,3.
  3. Πολύαινος, Στρατηγικά, Βιβλίο Η', κεφ. 66
  4. Πλουτάρχου Γυναικών Αρεταί, κεφ. 3.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ballance, Michael, John Boardman, Spencer Corbett and Sinclair Hood (1989), Excavations in Chios 1952–1955: Byzantine Emporio. London: Thames and Hudson (The British School of Archeology at Athens. Annual of the British School at Athens, Supplementary vol. no. 20). XII, 145 pp, 34 plates and maps.
  • Boardman, John (1967), Excavations in Chios 1952–1955: Greek Emporio. Oxford: Alden Press (The British School of Archeology at Athens. Thames and Hudson, Annual of the British School at Athens, Supplementary vol. no. 6). XIV, 258 pp, 98 plates.
  • Hood, Sinclair, with contributions by Juliet Clutton-Brock and Perry G. Bialor (1981), Excavations in Chios 1938–1955: Prehistoric Emporio and Ayio Gala. Vol. I. Oxford: Alden Press (The British School of Archeology at Athens. London: Thames and Hudson, Annual of the British School at Athens, Supplementary vol. no. 15). XXI, 425 pp., 80 plates.
  • Hood, Sinclair, with contributions by Juliet Clutton-Brock and Perry G. Bialor (1982), Excavations in Chios 1938–1955: Prehistoric Emporio and Ayio Gala. Vol. II. Oxford: Alden Press (The British School of Archeology at Athens. London: Thames and Hudson, Annual of the British School at Athens, Supplementary vol. no. 16). XIX, pp 425–730, Plates 81–144.