Ελληνοτουρκική διπλωματία των σεισμών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ερείπια μετά τον σεισμό στο Ισμίτ
Ερείπια του εργοστασίου Ρικομέξ στην Αθήνα
Ερείπια από τους σεισμός σε Ιζμίτ και Αθήνα

Η ελληνoτουρκική διπλωματία των σεισμών (τουρκικά: deprem diplomasisi) ξεκίνησε μετά από διαδοχικούς σεισμούς που έπληξαν και τις δύο χώρες το καλοκαίρι του 1999 και οδήγησε σε βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Πριν από αυτό, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών ήταν γενικά ασταθείς από τότε που η Ελλάδα κέρδισε την ανεξαρτησία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η λεγόμενη διπλωματία των σεισμών προκάλεσε έκρηξη συμπάθειας και γενναιόδωρη βοήθεια από απλούς Έλληνες και Τούρκους και στις δύο περιπτώσεις. Τέτοιες πράξεις ενθαρρύνθηκαν από τις αρχές και εξέπληξαν πολλούς ξένους. Προετοίμασαν το κοινό για σημαντική βελτίωση στις διμερείς σχέσεις, οι οποίες είχαν αμαυρωθεί από δεκαετίες αμοιβαίας εχθρότητας.

Ελληνική βοήθεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαδοχικοί σεισμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 17 Αυγούστου 1999, στις 3:02 π.μ., η Τουρκία επλήγη από έναν πολύ μεγάλο σεισμό με επίκετρνο στις περιοχές Γκιολτσούκ και Αριφιγιέ στο Ανταπαζαρί. Η πληγείσα περιοχή ήταν η βιομηχανική πόλη του Ιζμίτ. Ο σεισμός του Ιζμίτ είχε ένταση 7,6 στην κλίμακα σεισμικής ροπής, διήρκεσε 45 δευτερόλεπτα και είχε μέγιστη ένταση Μερκάλι IX (Καταστροφικός). Ο επίσημος αριθμός των θυμάτων ήταν περίπου 17.000, αν και οι αριθμοί θα μπορούσαν να είναι πάνω από 35.000. Τριακόσιες χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι και το οικονομικό κόστος εκτιμήθηκε σε περίπου 3 δισεκατομμύρια δολάρια.[1] Η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, η Κωνσταντινούπολη, επλήγη επίσης, καθώς πολλά κτίρια υπέστησαν ζημιές και οδήγησαν σε θάνατο δεκάδες ανθρώπους. Η διάρρηξη πέρασε από μεγάλες πόλεις που συγκαταλέγονται στις πιο βιομηχανικές και αστικές περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των διυλιστηρίων πετρελαίου, αρκετών αυτοκινητοβιομηχανιών, καθώς και του αρχηγείου του ναυτικού στο Γκιολτσιούκ, αυξάνοντας έτσι τη σοβαρότητα της απώλειας ζωής και περιουσίας.

Ελληνική αντίδραση και διαχείριση βοήθειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της ιδιαίτερης ανθρωπιστικής κρίσης ήταν η δυσκολία των τουρκικών αρχών να εφαρμόσουν οποιοδήποτε ορθολογικό σχεδιασμό λόγω του μεγέθους της καταστροφής και το γεγονός ότι η πλειονότητα των ελληνικών πρωτοβουλιών αναλήφθηκε όχι μόνο η κυβέρνηση, αλλά κυρίως και σημαντικότερα από τοπικές αρχές, ΜΚΟ και άτομα[2]

Η Ελλάδα ήταν η πρώτη ξένη χώρα που έστειλε βοήθεια και υποστήριξη στην Τουρκία. Μέσα σε λίγες ώρες από τον σεισμό, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών είχε επικοινωνήσει με τους ομολόγους του στην Τουρκία και ο υπουργός έστειλε τους προσωπικούς του απεσταλμένους στην Τουρκία. Στις 17 Αυγούστου 1999 και στις 13 Νοεμβρίου 1999, το Ελληνικό Υπουργείο Δημόσιας Τάξης έστειλε μια ομάδα διάσωσης 24 ατόμων και δύο εκπαιδευμένους σκύλους διάσωσης. Το Υπουργείο έστειλε επίσης πυροσβεστικά αεροπλάνα για να βοηθήσει στην κατάσβεση της πυρκαγιάς στο διυλιστήριο Tupras.[3] Η Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας (υπό την αιγίδα του Ελληνικού Υπουργείου Εσωτερικών) είχε προηγουμένως αποστείλει μια πλήρως εξοπλισμένη ιατρική ομάδα 11 ατόμων, τέσσερις εκ των οποίων ήταν γιατροί καθώς και χιλιάδες σκηνές, κινητές μονάδες νοσοκομείων, ασθενοφόρα, φάρμακα, νερό, ρούχα, τρόφιμα και κουβέρτες. Το ελληνικό Υπουργείο Άμυνας ετοίμασε τρία αεροσκάφη C-130[4] για τη μεταφορά της ελληνικής ομάδας διάσωσης μαζί με τον εξοπλισμό και τα φάρμακα. Στις 18 Αυγούστου 1999, το Υπουργείο Υγείας δημιούργησε τρεις μονάδες αιμοδοσίας. Την ίδια μέρα εστάλη βοήθεια από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στις 19 Αυγούστου 1999, το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δημιούργησε τρεις σταθμούς παραλαβής σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κομοτηνή, με σκοπό τη συγκέντρωση της αυθόρμητης βοήθειας των πολιτών. Μετά τις 19 Αυγούστου, τα νοσοκομεία της Κομοτηνής και της Ξάνθης δημιούργησαν τις δικές τους μονάδες για αιμοδοσία και η Εκκλησία της Ελλάδας ξεκίνησε συγκέντρωση χρημάτων.[5]

Στις 24 Αυγούστου 1999, οι πέντε μεγαλύτεροι δήμοι της Ελλάδας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς, Πάτρα, Ηράκλειο ) απέστειλαν από κοινού με βοήθεια. Ο δήμος Θεσσαλονίκης άρχισε να στέλνει τη βοήθειά του από τις 19 Αυγούστου 1999. Στις 25 Αυγούστου 1999, η Εθνική Ένωση Τοπικών Αρχών (ΚΕΔΚΕ) προσέφερε 50.000.000 δραχμές για τα θύματα του σεισμού και η Ένωση Τοπικών Αρχών Αττικής προσέφερε 30.000.000 δραχμές στον Τούρκο πρέσβη στην Αθήνα. Την ίδια μέρα ο δήμος Αθηναίων δημιούργησε έναν οικισμό για 1.000 άτομα με παιδικό σταθμό. Βοήθεια και εξοπλισμένες ομάδες εστάλησαν επίσης από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, τον Ιατρικό Σύλλογο Αθήνας και τα ελληνικά τμήματα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και των Γιατρών του Κόσμου.[5]

Η ελληνική ανταπόκριση στον σεισμό έλαβε ευρεία κάλυψη στην Τουρκία με επικεφαλίδες εφημερίδων όπως "Ώρα Φιλίας",[6] "Φιλικά χέρια σε μαύρες μέρες",[3] "Ένας μεγάλος οργανισμός υποστήριξης - Πέντε ελληνικοί δήμοι λένε ότι δεν υπάρχει σημαία ή ιδεολογία στην ανθρωπιστική βοήθεια ",[7] " Βοήθεια ρέει από τους γείτονες - πρώτα η Ρωσία, η Ελλάδα την περισσότερη ".

Οι αξιωματούχοι και στις δύο χώρες χρησιμοποίησαν τη συναισθηματική κατάσταση και των δύο πληθυσμών με καλό αποτέλεσμα, υπογραμμίζοντας σε κάθε ευκαιρία ότι ήταν η ώρα για νέα κατανόηση. Όταν ο Δήμαρχος Αθηναίων πήγε προσωπικά να επισκεφτεί τις σεισμόπληκτες περιοχές, όπου τον συνάντησε ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης. Ο Έλληνας αρχηγός ναύαρχος Ιωαννίδης πήγε στην τελετή αποστράτευσης του Τούρκου ναύαρχου Ντερβιόγλου όπου χειροκροτήθηκε για αρκετά λεπτά από τους συμμετέχοντες στην τελετή.[8]

Η Τουρκία ανταποδίδει[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λιγότερο από ένα μήνα μετά την τουρκική καταστροφή, στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, στις 2:56 μ.μ. τοπική ώρα, ήταν σειρά της Αθήνας να πληγεί από έναν ισχυρό σεισμό μεγέθους 5,9. Αυτή ήταν η πιο καταστροφική και δαπανηρή φυσική καταστροφή που έπληξε τη χώρα σε 20 χρόνια. Ο σεισμός είχε πολύ ρηχό υπόκεντρο και κοντά στα βόρεια προάστια Άνω Λιόσια και Αχαρνές, μόλις 18 χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο της πόλης. Συνολικά 143 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στην καταστροφή, ενώ περισσότεροι από 12.000 τραυματίστηκαν. Αν και ο αριθμός των θανάτων ήταν σχετικά χαμηλός, η ζημιά σε κτίρια και υποδομές σε ορισμένα από τα βόρεια και δυτικά προάστια της πόλης ήταν εκτεταμένη. 

Αυτή τη φορά, η τουρκική πλευρά ανταπέδειξε την υποστήριξη.[9] Συγκροτήθηκε ειδική ομάδα, η οποία αποτελούταν από την Υφυπουργική Γραμματεία του Πρωθυπουργού, τις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Εσωτερικών και τον Έλληνα Πρέσβη στην Άγκυρα ήρθαν σε επαφή για να δεσμεύσουν βοήθεια. Η τουρκική βοήθεια ήταν η πρώτη που έφτασε, με την πρώτη ομάδα διάσωσης 20 ατόμων να φτάνει στην τοποθεσία με στρατιωτικό αεροπλάνο εντός 13 ωρών μετά τον σεισμό. Ακολούθησε περισσότερη βοήθεια μέσα σε λίγες ώρες. Οι τηλεφωνικές γραμμές στα ελληνικά προξενεία και την πρεσβεία στην Τουρκία είχαν μπλοκάρει από τους Τούρκους που καλούσαν για να μάθουν αν θα μπορούσαν να δωρίσουν αίμα και ένας εθελοντής επικοινώνησε με τον Πρέσβη Κοράντη, προσφέροντας να δωρίσει τα νεφρά του για έναν «Έλληνα που έχει ανάγκη».[10]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. P. Karkatsoulis, "The Role of Civil Society in Human Crises", The State in Transition (2004), I. Sideris, p.303
  2. Karkatsoulis, pp.301–302
  3. 3,0 3,1 «Milliyet Dünya Sayfalari». Milliyet.com.tr. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2013. 
  4. World goes to the rescue
  5. 5,0 5,1 Karkatsoulis, pp.304–307
  6. «Milliyet Dünya Sayfalari». Milliyet.com.tr. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2013. 
  7. «Milliyet Dünya Sayfalari». Milliyet.com.tr. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2013. 
  8. «Greece's earthquake diplomacy - Le Monde diplomatique - English edition». Mondediplo.com. 13 Δεκεμβρίου 1998. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2013. 
  9. KINZER, STEPHEN (13 Σεπτεμβρίου 1999). «Earthquakes Help Warm Greek-Turkish Relations». New York Times. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2013. 
  10. «Milliyet Haber Sayfalari». Milliyet.com.tr. Ανακτήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2013.