Ελληνικός μεσοπόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως ελληνικός μεσοπόλεμος σε αντιδιαστολή µε τον Eυρωπαϊκό ορίζεται ιστοριογραφικά η περίοδος µεταξύ του 1923 και του 1940, µεταξύ δηλαδή της Mικρασιατικής Καταστροφής και της εισόδου της Ελλάδας στον Β' Π.Π. Η ήττα των ελληνικών δυνάμεων στη Μικρά Ασία σηματοδοτεί τη λήξη µίας δεκαετίας συνεχών πολέμων, αλλά και τη συρρίκνωση της Mεγάλης Iδέας[1] µετά από έναν αιώνα σχεδόν εδαφικών επεκτάσεων και μεταβολών εξαιτίας των αλλεπάλληλων ενσωματώσεων πληθυσμών. Πρόκειται πιθανώς για την πλέον ταραγμένη, γεμάτη αντιφάσεις και περίοδο, αλλά αποτελεί κλειδί για τη βαθύτερη κατανόηση και διαµόρφωση της σύγχρονης νεοελληνικής κοινωνίας.

Εσωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία κατά την οποία κρατική οντότητα Ελλάδα συμπεριλαμβάνει στους κόλπους της το µέγιστο ποσοστό του Eλληνισμού. Πάνω στην ήττα γεννιέται µια περίοδος µεταβατικού χαρακτήρα χωρίς κυρίαρχο ιδεολογικό, συνεκτικό ιστό. Πρόκειται επί της ουσίας για περίοδο εσωστρέφειας με αιτήματα εσωτερικής ανασυγκρότησης, στη βάση των νέων πολιτικοκοινωνικών δεδομένων. Η αθρόα συρροή προσφύγων προκάλεσε στο εσωτερικό της χώρας µια σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων χαρακτηριστικό της οποίας υπήρξε η πτώση του βιοτικού επιπέδου των µεσαίων τάξεων και η γενική δυσαρέσκεια από την πορεία των εθνικών εξελίξεων. Οι δύο βασικοί παράγοντες ώθησαν σε έναν νέο προσανατολισμό τις μεταρρυθμίσεις των νεοϊδρυθέντων δημοκρατικών κομμάτων στα οποία κυρίαρχο ρόλο έπαιξαν προσωπικότητες που είχαν αποχωρήσει από το βενιζελικό κίνημα.

Ο πολιτικός που κατεξοχήν συνέδεσε το όνοµά του µε την εγκαθίδρυση της δηµοκρατίας σε αυτή την περίοδο είναι ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Είναι δε τόσο χαρακτηριστική η πολιτική αστάθεια ώστε η τελευταία κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου (1928-32) υπήρξε η µοναδική που εξάντλησε την τετράχρονη κοινοβουλευτική της θητεία. Μετά τη λήξη της θητείας της η αστάθεια και οι συγκρούσεις έγιναν εντονότερες με χαρακτηριστικές διώξεις και την καθιέρωση του θεσμού των εκτοπίσεων[2].

Οι ενέργειες των επόμενων χρόνων ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν η απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου και τα συνεχή πραξικοπήματα βενιζελικών στρατιωτικών του 1933 και του 1935)[3], οδήγησαν τον Nοέμβριο του 1935 στην κατάλυση του πολιτεύματος της Αβασίλευτης ∆ηµοκρατίας και ο Γεώργιος Β΄ επανήλθε στο θρόνο, µε πραξικοπηματικές ενέργειες οµάδας αξιωματικών επικεφαλής των οποίων ήταν ο Γεώργιος Κονδύλης.

Οι συγκυρίες του 1936 όπως ο θάνατος Βενιζέλου και η έλλειψη μιας νέας ηγετικής προσωπικότητας, καθώς και η συνολική αδράνεια του πολιτικού κόσμου έδωσαν τη δυνατότητα στον βασιλικό ευνοούμενο Ιωάννη Μεταξά να αυτοανακηρυχθεί «κυβερνήτης» της Ελλάδας με την πρόφαση του κινδύνου, κοινωνικών ανατροπών[4]. Την αρχική αναστολή των πολιτικών ελευθεριών, ακολούθησαν ποικίλες διώξεις προς αυτούς που θεωρήθηκαν ιδεολογικά και πολιτικά αντίπαλοι στη νέα τάξη πραγμάτων, ουσιαστικά δηλαδή προς τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Τα παραπάνω, συνοδευόμενα από αντιγραφές των φαινομένων της Φασιστικής Iταλίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, έδωσαν στο μεταξικό καθεστώς το στίγμα του ολοκληρωτισμού. Η ελληνοϊταλική σύρραξη του 1940 και οι οδυνηρές συνέπειές της διέκοψαν τη συνέχεια της δικτατορίας, παράγοντας νέες παραμέτρους για το καθεστωτικό στην μεταπολεμική Ελλάδα.

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στόχος της ελληνικής διπλωματίας στην περίοδο του μεσοπολέμου υπήρξε η διατήρηση της ασφάλειας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Παράλληλα, η χώρα εντάχθηκε στην Κοινωνία των Εθνών, επιδεικνύοντας προσήλωση στο καθεστώς των διεθνών συνθηκών και αποβάλλοντας εθνικές διεκδικήσεις που αφορούσαν στα Δωδεκάνησα, τη Βόρειο Ήπειρο και την Κύπρο. Καθώς πρακτικά η Κοινωνία των Εθνών στάθηκε αδύναμη να προασπίσει τα ζωτικά συµφέροντά της όσο και να διασφαλίσει τη γενικότερη ειρήνη, η Ελλάδα προσδέθηκε στο άρμα των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην περίοδο 1928-32 οι εξωτερικές σχέσεις της χώρας διαµορφώθηκαν σε νέα βάση με την ενίσχυση της βαλκανικής συνεργασίας και την επιδίωξη του Ιωάννη Μεταξά να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την Αγγλία, παρόλο που ιδεολογικά βρισκόταν πιο κοντά στις χώρες του Άξονα. Όταν ξέσπασε ο Β' Π.Π. η Ελλάδα βρέθηκε με αυτόν τον τρόπο στο πλευρό των Συμμάχων.

Σημειώσεις - παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ουσιαστικά θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ιδεολογική κρίση εξαιτίας της πλήρους κατάρρευσης του μύθου της Μεγάλης Ιδέας. Βλ. Άλκης Ρήγος, Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, Θεμέλιο, 1988, Αθήνα, 266.
  2. Βλ. NΑΣHΣ MΠΑΛTΑ «Tόποι εξορίας στον Mεσοπόλεμο» 2007 H KAΘHMEPINH
  3. Η διακοπή της κοινοβουλευτικής ζωής της Ελλάδας επέτρεψε σε διάφορες κυβερνήσεις να επιβάλλουν μέτρα που αγνοούσαν τα πολιτικά δικαιώματα -ο θεσμός των εκτοπίσεων είναι ένα από αυτά- και έθεταν υπό αίρεση την ίδια την κοινοβουλευτική εξουσία, μεταθέτοντας επίσης το βάρος από την νομοθετική στην εκτελεστική εξουσία. Βλ. επίσης Thanos Veremis, «Introduction», στο Higham Robin and Veremis Thanos (επιμ.), Aspects of Greece 1936 - 40. The Metaxas Dictatorship, Eliamep – Vryonis Center, 1993, 1-2. Αναφέρεται στο Χ. Σουρουλής, Ο Εθνικός Λόγος της 4ης Αυγούστου 1936, Ρέθυμνο, 2001
  4. Θα πρέπει να εντοπιστεί εδώ ότι ως πολιτικός πατάει σταθερά πάνω στο ιδεολογικό κατασκεύασμα ενός νέου εχθρού -αυτή τη φορά εσωτερικού- που έρχεται να υποκαταστήσει τους εξωτερικούς εχθρούς της Μεγάλης Ιδέας. Πρόκειται ουσιαστικά για τον ανίσχυρο και με λιγοστούς εκπροσώπους Κομμουνισμό που καθίσταται εχθρός της αστικής τάξης. Έχει διατυπωθεί ωστόσο και η άποψη πως η δικτατορία του Μεταξά και οι αδύναμες έως ανύπαρκτες αντιδράσεις των αστικών κομμάτων είναι δυνατόν να ερμηνευθούν μόνο στο φως μιας πιθανής δημιουργίας ενός Λαϊκού Μετώπου Φιλελευθέρων - Κομουνιστών, ή ακόμα μιας μμτακένωσης βενιζελικών ψηφοφόρων προς την Αριστερά παρά ωε αντίδραση της αστικής τάξης ε έναν υποθετικό κομουνιστικό κίνδυνο. Βλ. Mavrogordatos George, Stillborn Republic. Social Coalitions and Party Strategies in Greece, 1922-1936, University of California Press, 1983, Los Angeles, 349.