Τεχνολογική εκπαίδευση στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο προγραμματισμός της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αλλά και ειδικότερα η ίδρυση και λειτουργία νέων Τμημάτων (ή και Σχολών) Ειδικότητας στο δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό επίπεδο δεν πραγματοποιήθηκε, σχεδόν ποτέ, με βάση τυχόν μελέτες αγοράς εργασίας ή γενικότερα μελέτες αναγκών σε επίπεδο οικονομίας ή κοινωνίας.

Αντίθετα, η πρακτική δείχνει, ότι η ίδρυση νέων Τμημάτων ή Σχολών, ανεξαρτήτως επιπέδου, πραγματοποιείται με βάση μία κατά περίπτωση κυρίαρχη άποψη, η οποία δημιουργείται στο επίπεδο λήψης αποφάσεων, είτε από καθαρό μιμητισμό, είτε από υπαρκτές εμπειρίες που αντλούνται όμως από περιορισμένο πεδίο δραστηριοτήτων ή έχουν προσωπικό χαρακτήρα.

Η ίδια πρακτική, βασικά, ακολουθείται και στην περίπτωση αλλαγών περιεχομένου σπουδών ή περιγραμμάτων διαφόρων μαθημάτων, τόσο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση όσο και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οι οποίες, όπως λέγεται, εκσυγχρονίζονται κατά περιόδους.

Κατά το πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν, βέβαια, διάφορες προσπάθειες σύνδεσης της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της οικονομίας και κοινωνίας και εκπονήθηκαν μελέτες που είχαν αντικείμενο τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό και τη διαπίστωση ζήτησης διαφόρων κατά περίπτωση ειδικοτήτων κλπ. στην αγορά εργασίας, όμως οι μελέτες αυτές ήταν αποσπασματικές και δεν εντάχθηκαν σε ένα γενικότερο πρόγραμμα-πλαίσιο παρακολούθησης των αναγκών της οικονομίας και κοινωνίας. Οι μελέτες αυτές βελτίωσαν, βέβαια, τη διαδικασία λήψης αποφάσεων χωρίς όμως να μεταβάλλουν ουσιαστικά τη μέχρι σήμερα πρακτική, όπως αυτή περιγράφηκε προηγουμένως.

Ειδικότερα, η προαναφερόμενη κατάσταση που χαρακτηρίζει μία πολύ μεγάλη χρονική περίοδο και κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν διάφορες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, άρχισε να μεταβάλλεται μόνο μετά το 1974, χωρίς όμως ακόμα η όποια αλλαγή να έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις που θα επέτρεπαν ένα προγραμματισμό της εκπαίδευσης, στα πλαίσια του οποίου θα πραγματοποιούνταν συνεχείς αξιολογήσεις της λειτουργίας των Τμημάτων και Σχολών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε συνάρτηση, τουλάχιστον, με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και κάτω από την πίεση της εισαγωγής νέων (τότε) επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και των απαρχών ενός διεθνούς ανταγωνισμού, έγινε έντονη και στην Ελλάδα η ανάγκη μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση. Ήδη, υπήρχαν διάφορες σποραδικές προσπάθειες βελτίωσης, τουλάχιστον ποσοτικά, του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και χαρακτηριστικό είναι ότι το 1956 άρχισε τη λειτουργία της η Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Για να αντιμετωπισθεί συστηματικά, όμως, το συνολικό πρόβλημα της εκπαίδευσης, συγκροτήθηκε από την τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή το έτος 1957 μία «Επιτροπή Παιδείας», σκοπός της οποίας ήταν να μελετήσει όλο το εκπαιδευτικό πρόβλημα της χώρας και να υποβάλει σχετικές απόψεις-προτάσεις. Αυτή η Επιτροπή, μετά από μελέτη, διετύπωσε τις απόψεις και προτάσεις της για μια ευρύτερη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που κατά τη γνώμη της αποτελούσε επείγουσα ανάγκη για τη χώρα. Η Επιτροπή ανέφερε, ότι η ελληνική οικονομία, η οποία βρισκόταν σε φ'αση ανάπτυξης, χρειαζόταν συνεχώς και σε μεγαλύτερη κλίμακα τεχνικούς όλων των βαθμίδων.

Οι θέσεις που ανέπτυξε η Επιτροπή Παιδείας του 1957, άνοιξαν νέες προοπτικές για την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα, περιλαμβανομένης και αυτής που σήμερα ονομάζουμε τεχνολογική εκπαίδευση. Ειδικότερα, την εποχή εκείνη λειτουργούσαν οι ιδρυμένες, πριν από το β' Παγκόσμιο Πόλεμο, Μέσες Σχολές Υπομηχανικών, οι οποίες μεταπολεμικά λειτούργησαν κυρίως στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Οι σχολές αυτές καταργήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα (Ν.Δ.) 3422/1955.

Με την υπ’αριθ. 1035/20.12.58 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 2/Α’/ 3.1.1959) «Περί εγκρίσεως ιδρύσεως εις Αθήνας και Θεσσαλονίκη Τεχνικών Σχολών προσαρτημένων εις το Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον» ιδρύθηκαν τεχνικές σχολές, οι οποίες με το Ν.Δ. 3971/4.9.1959 (ΦΕΚ 187/Α’/7.9.59) ορίσθηκαν ως τετραετούς διάρκειας, χωρίς, και αυτό είναι χαρακτηριστικό, να αναφέρεται η ένταξή τους σε κάποια από τις βαθμίδες εκπαίδευσης.

Οσον αφορά τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων των παραπάνω σχολών, πέραν του δικαιώματος συνέχισης των σπουδών (με εισιτήριες εξετάσεις) στις ανώτατες σχολές του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ), αλλά και στην ιδρυόμενη τότε Σχολή Εκπαιδευτικών Λειτουργών Επαγγελματικής Τεχνικής Εκπαίδευσης (ΣΕΛΕΤΕ), για να τύχουν την κατάλληλη επιμόρφωση και παιδαγωγική κατάρτιση και να αποκτήσουν προσόντα διορισμού στη μέση (δευτεροβάθμια) τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση, οι απόφοιτοι των σχολών αυτών μπορούσαν να καταλαμβάνουν θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς ή επιχειρήσεις ή να ασκήσουν ελεύθερο επάγγελμα.

Οσον αφορά την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος, το σχετικό διάταγμα προέβλεπε επί λέξει «να εξασκώσι το ελεύθερον επάγγελμα της εν τω πτυχίω των αναγραφο- μένης ειδικότητος επί δημοσίων και ιδιωτικών κατασκευών ή εγκαταστάσεων, εν τη περιπτώσει δε ταύτη άνευ δικαιώματος αυτοδυνάμου υπογραφής, μελέτης ή αυτοδυνάμου ασκήσεως επιβλέψεως».

Πρέπει να σημειωθεί, ότι με το Ν.Δ. 3971/1959, που προαναφέρθηκε, είχε ήδη ιδρυθεί στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γενική Διεύθυνση Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία είχε επικεφαλής Γενικό Διευθυντή, που μπορούσε να είναι καθηγητής Ανωτάτης Σχολής ή μέλος του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου (ΑΕΣ), η ίδρυση της οποίας αποτελεί την πρώτη συγκροτημένη προσπάθεια συντονισμού της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων.

Αργότερα, το 1964, η τότε κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου κατήργησε με το Ν.Δ. 4379/64 τη νομοθεσία του 1959, που αφορούσε τη τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση, στα πλαίσια της προετοιμασίας της γνωστής για την εποχή εκείνη εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ετσι, το Μάϊο 1965, η τότε κυβέρνηση (Πρωθυπουργός & Υπουργός Παιδείας ο Γεώργιος Παπανδρέου) εισήγαγε στη Βουλή νομοσχέδιο, που θα αποτελούσε (εφόσον ψηφιζόταν) για την Ελλάδα τον πρώτο καταστατικό χάρτη για τη διάρθρωση και ανάπτυξη της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης σε όλα τα επίπεδα.

Το παραπάνω νομοσχέδιο προέβλεπε τη διάρθρωση της τεχνικής εκπαίδευσης σε τρεις βαθμίδες:

  • τη βασική των ειδικευμένων τεχνητών
  • τη μέση των τεχνητών εφαρμογής, και
  • την ανώτερη των υπομηχανικών

Το νομοσχέδιο αυτό αποτελεί την πρώτη συγκεκριμένη προσπάθεια να καθιερωθεί νομοθετικά η λεγόμενη ανώτερη βαθμίδα στην τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση και περιέγραφε, μεταξύ άλλων, το ρόλο του υπομηχανικού τονίζοντας τα επαγγελματικά του δικαιώματα. Συγκεκριμένα, το νομοσχέδιο ανέφερε ότι «ο υπομηχανικός ίσταται υψηλότερον εις την κλίμακα της ιεραρχίας από τον τεχνικό εφαρμογής της προηγούμενης μέσης βαθμίδας ΤΕΕ. Είναι ο άμεσος βοηθός του μηχανικού, μελετά και κατασκευάζει μικρά τεχνικά έργα, έχει ηυξημένας ευθύνας εις της εφαρμογήν των μελετών και αναλαμβάνει λεπτοτέρας και σοβαρωτέρας εργασίας απαιτούσας περισσοτέραν ενημέρωσιν εις τα τεχνικά προβλήματα και μεγαλυτέρας πρωτοβουλίας».

Στην εισηγητική έκθεση που συνόδευε το παραπάνω νομοσχέδιο διαφαίνεται έντονα η προσπάθεια καθησυχασμού των τυχόν ανησυχιών και αποτροπής τυχόν αντιδράσεων, από πλευράς των διπλωματούχων μηχανικών, για ενδεχόμενη απώλεια κεκτημένων δικαιωμάτων. Ετσι, η έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η μεταξύ των υπομηχανικών και μηχανικών απόστασις θα εξακολουθήσει υφισταμένη εφ’όσον διάφορον θα είναι και το επίπεδον σπουδών και το έργον, δια το οποίον καθορίζεται έκαστη κατηγορία». Στους υπομηχανικούς, στα πλαίσια πάντα του νομοσχεδίου, δινόταν ακόμα και η δυνατότητα να συνεχίσουν τις σπουδές τους, στο δεύτερο έτος σπουδών, αντιστοίχων προς την ειδικότητά τους σχολών του Πολυτεχνείου, μετά από κατατακτήριες εξετάσεις.

Παρόλο που το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, που προαναφέρθηκε, ρύθμιζε μεγάλο φάσμα προβλημάτων των σπουδαστών και αποφοίτων της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, περιλαμβανομένης ακόμη και της επαγγελματικής τους αποκατάστασης, τελικά δεν ψηφίσθηκε εξ αιτίας των γνωστών γεγονότων (Ιουλιανά - βασιλικό πραξικόπημα) του Ιουλίου 1965. Χαρακτηριστικό πάντως είναι, ότι καθόλο το χρονικό διάστημα που καλύπτουν τα παραπάνω δρώμενα, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες έρευνες ή μελέτες που θα τεκμηρίωναν επιστημονικά, από πλευράς αγοράς εργασίας, την καθιέρωση της αποκαλούμενης ανώτερης, τουλάχιστον, βαθμίδας της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης.

Η εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου, που προαναφέρθηκε, αντλούσε, όσον αφορά την αναγκαιότητα της ίδρυσης των ανωτέρων τεχνικών επαγγελματικών σχολών, επιχειρήματα, κυρίως, από παραδείγματα άλλων, περισσότερο ανεπτυγμένων από την Ελλάδα χωρών, οι οποίες από χρόνια είχαν καθιερώσει, στα πλαίσια της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, ανώτερη βαθμίδα και συγκεκριμένα, όπως η Γερμανία (Höhere Technische Lehranstalten), η Αγγλία (Technical Colleges), η Γαλλία (Diplome des Etudes Superieures Techniques), η Ολλανδία και Δανία (Technikum Ingenieur), η πρώην Σοβιετική Ένωση (Technikum), οι ΗΠΑ (Technical Institutes).