Ελληνικά τάγματα αριστείας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τα Ελληνικά Τάγματα Αριστείας καθιερώθηκαν το 1829 κατά τη διάρκεια της Δ' Εθνικής Συνέλευσης του Άργους, όμως το σχετικό Διάταγμα υπεγράφη στο Ναύπλιο από τον Βασιλιά Όθωνα στις 20 Μαΐου 1833. Αρχικά δημιουργήθηκε το Τάγμα του Σωτήρος για να τιμηθούν οι αγωνιστές της Απελευθέρωσης. Η απονομή του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος του Σωτήρος αποτελεί την ύψιστη τιμητική διάκριση και μεταξύ των πρώτων τιμηθέντων ήταν ο Ανδρέας Μιαούλης το 1835, οι Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Λάζαρος Κουντουριώτης το 1836, οι Ανδρέας Ζαΐμης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Γεώργιος Κουντουριώτης το 1837 και ο Κωνσταντίνος Κανάρης το 1864.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα πρώτα Τάγματα Αριστείας δημιουργήθηκαν τον ύστερο Μεσαίωνα, αρχικά ως ηγεμονικά ιπποτικά τάγματα, η απονομή των οποίων στηριζόταν σε θρησκευτικά ή στρατιωτικά κριτήρια αλλά και στην θέληση του ηγεμόνα. Τα μέλη και η ιεραρχία των ταγμάτων αυτών διακρινόταν από τις ειδικές στολές που είχαν κεντημένα τα διάσημα καθώς και το είδος του βαθμού. Ως τα τέλη του 18ου αιώνα, τα τάγματα αριστείας παρέμεναν αποκλειστικά στα χέρια της αριστοκρατίας. Σε πολλές περιπτώσεις, η απονομή των διασήμων ενός ιπποτικού τάγματος σήμαινε και την αυτόματη άνοδο του τιμώμενου στην κληρονομική αριστοκρατία. Τα σύγχρονα τάγματα αριστείας, ανοιχτά σε όλους τους πολίτες και απονέμονται επί αξία, ανάγονται στην ίδρυση της Λεγεώνας της Τιμής από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη το 1804.

Τα Ελληνικά Τάγματα Αριστείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκαν πέντε διαφορετικά Τάγματα Αριστείας και ιεραρχικά είναι τα εξής:

  1. Τάγμα του Σωτήρος
  2. Τάγμα του Γεωργίου Α' (καταργήθηκε)
  3. Τάγμα της Τιμής
  4. Τάγμα του Φοίνικος
  5. Τάγμα της Ευποιΐας (μόνο για γυναίκες)

Οι βαθμοί των ταγμάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως τα περισσότερα τάγματα αριστείας διεθνώς, που ακολουθούν το πρότυπο της γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής, τα ελληνικά τάγματα αριστείας αποτελούνται από πέντε βαθμούς και ιεραρχικά είναι οι εξής:

  1. Μεγαλόσταυρος
  2. Ανώτερος Ταξιάρχης
  3. Ταξιάρχης
  4. Χρυσός Σταυρός Ιππότη
  5. Αργυρός Σταυρός Ιππότη

Μεταβίβαση Ταγμάτων Αριστείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο παρελθόν τα διάσημα επιστρεφόταν μετά το θάνατο του τιμηθέντος, πλέον όμως διατηρούνται μεταβιβαζόμενα ως αναμνηστικά στους κληρονόμους του τιμηθέντος.

Αρχηγός Ταγμάτων Αριστείας και Απονομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επικεφαλής των Ταγμάτων Αριστείας θεωρείται ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο οποίος είναι αρμόδιος για την απονομή τους, σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφο 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του νόμου 106/1975[1], με πρόταση του Υπουργού Εξωτερικών.

Επιλογή για απονομή τιμητικής διάκρισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Νόμο 106/1975, στις προτάσεις του Υπουργού Εξωτερικών γνωμοδοτεί το Συμβούλιο Ταγμάτων Αριστείας, για απονομή σε Έλληνες πολίτες, ομογενείς, Αξιωματικούς και Δημοσίους Λειτουργούς. Η επιλογή των προσώπων που θα τιμηθούν γίνεται ως επιβράβευση για το έργο τους στην πατρίδα και μπορεί να είναι άνθρωποι των επιστημών, των γραμμάτων, του αθλητισμού, των τεχνών, της ναυτιλίας, της φιλανθρωπίας κ.λ.π

Το Συμβούλιο Ταγμάτων Αριστείας, που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών για θητεία δύο χρόνων, απαρτίζεται από[1]:

Όσοι έχουν τιμηθεί με Τάγμα Αριστείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσοι έχουν ήδη τιμηθεί με Τάγμα Αριστείας δικαιούνται να φέρουν τα απονεμηθέντα παράσημά τους, εφ' όρου ζωής, εκτός από αυτούς που έχουν διαγραφεί από το μητρώο τάγματός τους λόγω περιπτώσεων που γράφονται στον Ποινικό Κώδικά ή με απόφαση του Συμβουλίου των Ταγμάτων Αριστείας αν κρίνουν ότι η διατήρηση της τιμής και της ανάρτησης των παρασήμων προκαλεί κοινή δυσφορία και θίγει το γόητρο του Τάγματος. Μετά το θάνατο των τιμηθέντων, τα απονεμηθέντα σ΄ αυτούς παράσημα, περνούν για φύλαξη στην κατοχή των νόμιμων κληρονόμων τους.[1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Νόμος 106/1975 της Ελληνικής Δημοκρατίας