Εκκλησία Μπάουσβαρντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εκκλησία Μπάουσβαρντ
Bagsv1.JPG
Εξωτερική άποψη της εκκλησίας
Jørn utzon, bagsværd kirke - bagsvaerd church, copenhagen 1967-1976 (5897654850).jpg
Είδοςεκκλησία[1]
Αρχιτεκτονικήμοντέρνα αρχιτεκτονική
ΔιεύθυνσηTaxvej 16, 2880 Bagsværd
Γεωγραφικές συντεταγμένες55°45′42″N 12°26′40″E
ΘρήσκευμαΕκκλησία της Δανίας
Θρησκευτική υπαγωγήDiocese of Helsingør
Διοικητική υπαγωγήGladsaxe Municipality
ΤοποθεσίαBagsværd
ΧώραΔανία[1]
Έναρξη κατασκευής1976
ΥλικάΣκυρόδεμα
ΑρχιτέκτοναςΓιέν Ούντσον
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

Η εκκλησία Μπάουσβαρντ είναι λουθηρανική και βρίσκεται στην περιοχή Μπάουσβαρντ (Bagsværd), ένα προάστιο της Κοπεγχάγης. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα και πιο αντιπροσωπευτικά έργα του Δανού αρχιτέκτονα Γιόρν Ούτζον που το σχεδίασε το 1968 και ολοκληρώθηκε το 1976.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1538, η εκκλησία της Μπάουσβαρντ κατεδαφίστηκε, με εντολή του βασιλιά, προκειμένου να επισκευαστεί το παλιό παλάτι του καθολικού επισκόπου και να χρησιμοποιηθεί ως πανεπιστήμιο και ιερατική σχολή της λουθηρανικής εκκλησίας.[3] Έτσι, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οι κάτοικοι ήταν αναγκασμένοι να περπατούν μέχρι το Γκλαντσάξε, όπου βρισκόταν η πλησιέστερη εκκλησία.[3] Το 1906, μία ομάδα κατοίκων κατάφερε να συγκεντρώσει χρήματα και να κατασκευάσει το κτίριο της ενορίας, στο οποίο δεν τελούνταν τελετές. Για τον λόγο αυτό, ξεκίνησε μία νέα προσπάθεια συγκέντρωσης πόρων για την ανέγερση εκκλησίας, η οποία διακόπηκε με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.[3] Έπειτα από τη λήξη των συρράξεων, υλοποιήθηκαν ορισμένες προσθήκες στην ενορία που κατάφερε να φιλοξενήσει για 25 χρόνια τις ανάγκες της εκκλησίας.[3] Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο πληθυσμός του Μπάουσβαρντ είχε αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα να είναι η απαραίτητη η δημιουργία ενός νέου ναού.[3] Ύστερα από μία μακροχρόνια προσπάθεια συγκέντρωσης χρημάτων και εύρεσης οικοπέδου υπήρξε η δυνατότητα να κατασκευαστεί το έργο, όμως δεν είχε αποφασιστεί ο αρχιτέκτονας που θα το σχεδίαζε.[3] Το 1967 ο Γιόρν Ούτζον είχε επιστρέψει στη Δανία, ύστερα από τη διακοπή της συνεργασίας του με το κράτος της Αυστραλίας για την κατασκευή της Όπερας του Σίδνεϊ που είχε σχεδιάσει.[2] Εντυπωσιασμένο το συμβούλιο της ενορίας από το αρχιτεκτονικό έργο του Ούτζον, αποφάσισε να του αναθέσει τη μελέτη του ναού.[3]

Το κτίριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οργάνωση και Μορφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εσωτερική άποψη του κεντρικού κλίτους

Η θέση και το σχήμα του οικοπέδου καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη μορφή του κτιρίου.[4] Οι τρεις πλευρές του μακρόστενου πεδίου περιβάλλονται από δρόμους ήπιας κυκλοφορίας, ενώ η μία μεγάλη πλευρά από έναν ταχείας. Η είσοδος στους χώρους της εκκλησίας πραγματοποιείται από μια σειρά ανοιγμάτων που βρίσκονται στο μεγάλο μέτωπο του κτιρίου που προβάλλει στον δρόμο ήπιας κυκλοφορίας. Τα πολυάριθμα ανοίγματα μαρτυρούν την οργάνωση των λειτουργιών που αναπτύσσονται κατά μήκος του κτιρίου και τη διάρθρωση των χώρων με τα μικρά αίθρια. Η κίνηση επιτυγχάνεται μέσω ενός περιμετρικού διαδρόμου και άλλων που είναι κάθετοι στις μεγάλες πλευρές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίθεση του εσωτερικού και του εξωτερικού του κτιρίου. Στο εσωτερικό κυριαρχεί η κυματοειδής οροφή που διατρέχει όλο το μήκος της εκκλησίας και συμβάλλει στην είσοδο και τη διάχυση του φωτός. Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα. αυτή πολύ ισχυρή χειρονομία προέρχεται από την αρχική του έμπνευση που ήταν τα πυκνά και χαμηλά σύννεφα που έβλεπε όταν βρισκόταν σε μία παραλία της Χαβάης.[5] Σε αντιδιαστολή, το εξωτερικό της εκκλησίας είναι διαμορφωμένο από προκατασκευασμένα κομμάτια και παραπέμπει σε λαϊκές ανώνυμες κατασκευές, όπως μια τεράστια σιταποθήκη.[6]

Δομή και Υλικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία έχει σχεδιαστεί με βάση έναν τρισδιάστατο κάνναβο 2,2 μέτρων, στον οποίο προσαρμόζονται όλα τα τμήματα του κτιρίου.[7] Η κυματοειδής οροφή είναι κατασκευασμένη από οπλισμένο σκυρόδεμα και έχει πάχος, περίπου, 12 εκατοστά, ενώ το μεγαλύτερο άνοιγμα που καλύπτει είναι 17,35 μέτρα και βρίσκεται στο κεντρικό κλίτος.[8] Η δαπανηρή "in situ" οροφή είναι υπεύθυνη για τη στήριξη της εξωτερικής οροφής, η οποία διαμορφώνεται από προκατασκευασμένα μπετονένια πλακίδια.[8]

Ο αυστηρός τετράγωνος κάνναβος που χρησιμοποιεί ο Ούτζον, επέβαλλε 4 σειρές υποστυλωμάτων τετραγωνικής διατομής 25 εκατοστών.[8] Στο κεντρικό κλίτος οι σειρές των υποστυλωμάτων διαμορφώνουν δύο στενά πλευρικά κλίτη πλάτους 1,95 μέτρων, τα οποία μετασχηματίζονται στον περιμετρικό διάδρομο του κτιρίου.[8] Οι διάδρομοι στεγάζονται με μία τριγωνική γυάλινη οροφή που επιτρέπει την είσοδο του φωτός στο εσωτερικό.Τα δάπεδα είναι κατασκευασμένα από προκατασκευασμένες πλάκες τσιμέντου, όπως επίσης και τα στοιχεία πλήρωσης των τοίχων.[9] Στο εσωτερικό του κτιρίου κυριαρχεί το λευκό χρώμα, το οποίο ενισχύει τη διάχυση του λιγοστού φωτός της Δανίας.

Ο αρχιτέκτονας χρησιμοποιεί ένα μικρό αριθμό υλικών, όμως προσπαθεί να αξιοποιήσει όλες τις δυνατότητές τους με τις ποικίλες επεξεργασίες τους, είτε παραδοσιακές, είτε σύγχρονες.

Φως[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Bagsværd.Kirke.jpg

Ο τεχνητός και φυσικός φωτισμός του κτιρίου μελετήθηκε με πολύ προσεκτικό τρόπο, προκειμένου να αναδεικνύεται τόσο η κυματοειδής οροφή, όσο η ιερότητα του θρησκευτικού χώρου. Στο κεντρικό κλίτος, το φως εισέρχεται, κυρίως, από την οροφή. Μια σχισμή, προσανατολισμένη προς τη δύση, επιτρέπει την είσοδο και την αντανάκλαση του ηλιακών ακτίνων στις καμπύλες της οροφής.[4] Η διάχυση του φωτός στον χώρο, δίχως να φαίνεται ξεκάθαρα η πηγή του, δίνει την αίσθηση του απέραντου, του θεϊκού. Παρόμοια αίσθηση αποκομίζει κανείς όταν βρίσκεται στον χώρο του σκευοφυλακίου και κοιτάει προς τον άμβωνα.[10]

Ο φυσικός φωτισμός των διαδρόμων επιτυγχάνεται μέσω της γυάλινης οροφής. Το λευκό επίχρισμα των τοίχων και το τσιμεντένιο δάπεδο συνεισφέρουν στην αντανάκλαση του φωτός, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η έντασή του.[4] Έτσι, ο φωτισμός είναι πάντοτε ισχυρότερος στο εσωτερικό σε σχέση με το εξωτερικό όπου κυριαρχεί το σκούρο χρώμα του χώματος και των δέντρων.[4]

Κριτικός Τοπικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία της Μπάουσβαρντ χαρακτηρίζεται από τον Κένεθ Φράμπτον ως ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα του κριτικού τοπικισμού. Ο Γιόρν Ούτζον αφομοίωσε και επανερμήνευσε στοιχεία της ιδιοσυγκρασιακής κουλτούρας και τα συνδύασε με σταθερές του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού.[11]

Η εκτεταμένη χρήση τυποποιημένων προκατασκευασμένων στοιχείων σχετίζεται με την βιομηχανία και τον ορθολογισμό της παραγωγής.[11] Σε αντίθεση, το in-situ θολωτό κέλυφος δηλώνει τις αξίες τις τοπικής κουλτούρας, ενώ ταυτόχρονα φέρει ορισμένες έννοιες και συμβολισμούς.[11] Παρά το υψηλό της κόστος, επιλέχθηκε αυτή η καμπυλόμορφη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα, διότι ο θόλος συμβολίζει το ιερό.[11] Όμως, η έντονα κυματιστή τομή του, φαίνεται ότι προκύπτει από την επανερμηνεία της κινέζικης παγόδας.[11] Η εξωτερική μορφή της εκκλησίας μοιάζει με μια τεράστια σιταποθήκη.[6] Η αναφορά στην ανώνυμη αρχιτεκτονική έχει σκοπό να δώσει μια λαϊκή έκφρασή σε έναν ιερό θεσμό.[6]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 (Γερμανικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Ισπανικά, Ιταλικά) archINFORM. 1753. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  2. 2,0 2,1 Montaner, Josep Maria (2014). Ιστρία Της Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής. Αθήνα: Νεφέλη. σελ. 191. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 3,6 «Bagsværd Kirke: Making of the church». www.bagsvaerdkirke.dk. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Ιανουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2017. 
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 «Bagsværd Kirke: Utzon's article». www.bagsvaerdkirke.dk. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2017. 
  5. Συλλογικό έργο (2016). Αφετηρίες. Αθήνα: Δομές. σελ. 123. 
  6. 6,0 6,1 6,2 Frampton, Kenneth (2009). Μοντέρνα Αρχιτεκτονική. Αθήνα: Θεμέλιο. σελ. 279. 
  7. Συλλογικό έργο (2016). Αφετηρίες. Αθήνα: Δομές. σελ. 124. 
  8. 8,0 8,1 8,2 8,3 Συλλογικό έργο (2016). Αφετηρίες. Αθήνα: Δομές. σελ. 125. 
  9. Συλλογικό έργο (2016). Αφετηρίες. Αθήνα: Δομές. σελ. 126. 
  10. Συλλογικό έργο (2016). Αφετηρίες. Αθήνα: Δομές. σελ. 127. 
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 11,4 Frampton, Kenneth (2009). Μοντέρνα Αρχιτεκτονική. Αθήνα: Θεμέλιο. σελ. 278. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Frampton, Kenneth (2009). Μοντέρνα Αρχιτεκτονική. Αθήνα: Θεμέλιο. ISBN 960-310-071-4. 

Montaner, Josep Maria (2014). Ιστορία Της Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής. Αθήνα: Νεφέλη. ISBN 978-960-504-067-3. 

Συλλογικό έργο (2016). Αφετηρίες. Αθήνα: Δομές. ISBN 978-960-89633-7-5. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]