Εκκλησία Αγίου Ιγνατίου Λογιόλα, Ρώμη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Εκκλησία Αγίου Ιγνατίου Λογιόλα
Santo Inácio - Roma.jpg
Είδοςεκκλησία, καθολική εκκλησία και ιησουητική εκκλησία
Αρχιτεκτονικήμπαρόκ αρχιτεκτονική και μπαρόκ
Διεύθυνσηvia della Caravita, 8a - Roma[1]
Γεωγραφικές συντεταγμένες41°53′57″N 12°28′48″E
ΘρήσκευμαΚαθολικισμός[2]
Θρησκευτικό τάγμαΑδελφότητα του Ιησού
Θρησκευτική υπαγωγήρωμαιοκαθολική επισκοπή της Ρώμης
Διοικητική υπαγωγήΡώμη[1]
ΧώραΙταλία[1]
Έναρξη κατασκευής1624
Γενικές διαστάσεις81,5 μέτρα × 43 μέτρα
ΑρχιτέκτοναςOrazio Grassi
ΔημιουργόςAndrea Pozzo
Προστασίαιταλικό πολιτισμικό αγαθό[1]
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

Η εκκλησία του Αγίου Ιγνατίου της Λογιόλα στο Πεδίον του Άρεως (ιταλικά: Chiesa di Sant'Ignazio di Loyola in Campo Marzio‎, λατινικά: Ecclesia Sancti Ignatii a Loyola in Campo Martio‎) είναι μία Ρωμαιοκαθολική εκκλησία, με τιτουλάριο διάκονο, αφιερωμένη στον Ιγνάτιο της Λογιόλα, τον ιδρυτή της Εταιρείας του Ιησού, που βρίσκεται στη Ρώμη της Ιταλίας. Κτισμένη σε στυλ μπαρόκ μεταξύ 1626 και 1650, η εκκλησία λειτούργησε αρχικά ως το παρεκκλήσιο του παρακείμενου Ρωμαϊκού Κολλεγίου, που μεταφέρθηκε το 1584 σε ένα νέο μεγαλύτερο κτίριο και μετονομάστηκε σε Ποντιφικό Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο.[3]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ρωμαϊκό Κολλέγιο (Collegio Romano) άνοιξε πολύ ταπεινά το 1551, με μία επιγραφή επάνω από τη θύρα, που συνοψίζει τον απλό σκοπό του: «Σχολείο Γραμματικής, Ανθρωπιάς και Χριστιανικού Δόγματος. Δωρεάν».[4] Καθώς υπέφερε από οικονομικά προβλήματα τα πρώτα χρόνια,[5] το Ρωμαϊκό Κολλέγιο είχε διάφορα προσωρινά κέντρα. Το 1560 η Βιτόρια ντελα Τόλφα,[6] μαρκησία ντελα Βάλε, δώρισε την οικογενειακή της περιουσία, ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο της πόλης με τα υπάρχοντα κτίριά του, στην Εταιρεία του Ιησού στη μνήμη του αείμνηστου συζύγου της Καμίλο Oρσίνι, μαρκησίου ντελα Γκάρντια, ιδρύοντας το Ρωμαϊκό Κολλέγιο.[5] Προηγουμένως είχε σκοπό να το δωρίσει στις Φτωχές Κλάρες (ή «Κλαρίτισσες», τάγμα της Κλάρας της Ασίζης) για την ίδρυση μοναστηριού.[7] Οι μοναχές είχαν ήδη αρχίσει να κτίζουν αυτό που προοριζόταν να γίνει η εκκλησία της Σάντα Μαρία ντέλα Νουντσιάτα,[8] η οποία εγειρόταν στο σημείο όπου βρισκόταν ο ναός της Ίσιδας.[9][3]

Αν και οι Ιησουίτες πήραν τη γη της μαρκησίας, δεν πήραν χρήματα από αυτήν για την ολοκλήρωση της εκκλησίας. Οι οικονομικοί περιορισμοί τούς ανάγκασαν να προσλάβουν τον δικό τους αρχιτέκτονα. Την κατασκευή της εκκλησίας ανέλαβε ο Ιησουίτης αρχιτέκτονας Τζιοβάνι Τριστάνο (Giovanni Tristano). Κτισμένος εξ ολοκλήρου από Ιησουίτες εργάτες, η εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για λατρεία το 1567. Ο τρίκλιτος ναός αφιερωμένος στον Πανάγιο Ευαγγελισμό (ιταλικά: Santissima Annunziata‎) κτίστηκε από το Ρωμαϊκό Κολέγιο μεταξύ 1562 και 1567 στα θεμέλια της προϋπάρχουσας κατασκευής. Δεδομένου ότι η παλαιότερη εκκλησία είχε ήδη κτιστεί στο ύψος του ισογείου το 1555, δεν υπήρχε τρόπος για τους Ιησουίτες να επεκτείνουν τη δομή, για να χωρέσουν τον αυξανόμενο αριθμό μαθητών, που παρακολουθούσαν το Ρωμαϊκό Κολλέγιο. Η πρόσοψη ήταν πολύ παρόμοια με αυτή της σύγχρονης εκκλησίας του Σαντ'Αντρέα αλ Κουιρινάλε, η οποία σχεδιάστηκε επίσης από τον Τζιοβάννι Τριστάνο. Σύμφωνα με τις επιθυμίες της μαρκησίας, η πρόσοψη εμφάνιζε περήφανα τα σύμβολα (οικόσημο) της Οικογένειας Ορσίνι. Η εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου διευρύνθηκε το 1580 όταν ο πάπας Γρηγόριος Η΄ επέκτεινε το ίδιο το Ρωμαϊκό Κολλέγιο, ειδικά τα πλαϊνά παρεκκλήσια.

Η παλαιά εκκλησία έγινε ανεπαρκής για πάνω από 2.000 μαθητές πολλών εθνών, που φοιτούσαν στο Κολλέγιο στις αρχές του 17ου αι.[3] Ο πάπας Γρηγόριος ΙΕ΄, ο οποίος ήταν παλαιός μαθητής του Ρωμαϊκού Κολλεγίου, ήταν έντονα συνδεδεμένος με την εκκλησία. Μετά την αγιοποίηση του Iγνάτιου της Λογιόλα το 1622, πρότεινε στον ανιψιό του, τον καρδινάλιο Λουντοβίκο Λουντοβίζι, να ανεγερθεί μία νέα εκκλησία αφιερωμένη στον ιδρυτή των Ιησουιτών στο ίδιο το κολέγιο. Ο νεαρός καρδινάλιος δέχτηκε την ιδέα, ζήτησε από αρκετούς αρχιτέκτονες να σχεδιάσουν σχέδια, μεταξύ των οποίων και ο Κάρλο Μαντέρνο. Ο Λουντοβίζι επέλεξε τελικά τα σχέδια που είχε εκπονήσει ο Ιησουίτης μαθηματικός Oράτσιο Γκράσι (Orazio Grassi), καθηγητής στο ίδιο το Ρωμαϊκό Κολλέγιο.

Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε μόλις στις 2 Αυγούστου 1626, τέσσερα χρόνια αργότερα, μία καθυστέρηση που προκλήθηκε από το γεγονός, ότι ένα τμήμα των κτιρίων που ανήκαν στο Ρωμαϊκό Κολλέγιο, έπρεπε να κατεδαφιστεί. Η παλαιά εκκλησία κατεδαφίστηκε τελικά το 1650, για να ανοίξει ο δρόμος για την τεράστια εκκλησία του Αγίου Ιγνατίου της Λογιόλα, η οποία ξεκίνησε το 1626 και τελείωσε μόλις στα τέλη του αιώνα. Σε εντυπωσιακή αντίθεση με την Εκκλησία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η οποία καταλάμβανε μόνο ένα μικρό τμήμα του Ρωμαϊκού Κολλεγίου, η εκκλησία του Αγίου Ιγνατίου της Λογιόλα καταλάμβανε το ένα τέταρτο ολόκληρου του οικοπέδου, όταν ολοκληρώθηκε.

Η εκκλησία άνοιξε για λατρεία μόλις το 1650, με την ευκαιρία του Ιωβηλαίου του 1650. Ο τελικός πανηγυρικός καθαγιασμός της εκκλησίας εορτάστηκε μόλις το 1722 από τον καρδινάλιο Αντονφελίτσε Τσονταντάρι. Η είσοδος της εκκλησίας, που τώρα βλέπει στη ροκοκό πιάτσα ντι Σαντ'Ινιάτσιο, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Φιλίππο Ραγκουτσίνι (Filippo Raguzzini).

Εσωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκκλησία έχει κάτοψη λατινικού σταυρού με πολλά πλευρικά παρεκκλήσια. Το κτίριο είχε πρότυπο τη μητρική εκκλησία των Ιησουιτών, την εκκλησία του Τζεζού στη Ρώμη (που ολοκληρώθηκε στα τέλη του 16ου αι.). Η επιβλητική σειρά των κορινθιακών παραστάδων, γύρω από ολόκληρο το εσωτερικό, η θεατρική εστίαση στον υψηλό βωμό στο πίσω μέρος της ευρείας ανατολικής αψίδας, τα χρωματιστά μάρμαρα της εκκλησίας, το εικονιστικό ανάγλυφο από γυψομάρμαρο, οι πλούσιοι διακοσμημένοι βωμοί, η εκτεταμένη επιχρύσωση και η τολμηρή ζωγραφική οπτική απάτη στον "θόλο" και στην οροφή του κύριου κλίτους δημιουργούν ένα εορταστικό, πολυτελές αποτέλεσμα. Τα κεφάλαια για την κατασκευή ενός θόλου έλειπαν, ως εκ τούτου προσλήφθηκε ένας ζωγράφος, για να ζωγραφίσει την ψευδαίσθηση ενός θόλου. Η εκκλησία οργάνωσε τον θρίαμβο του αγίου της πιο αποτελεσματικά.

Ο δυτικός τοίχος του ναού έχει μία ομάδα γλυπτών, που απεικονίζει τη μεγαλοπρέπεια και τη θρησκεία (1650) του Aλεσάντρο Αλγκάρντι. Ο Aλγκάρντι βοήθησε επίσης στο σχεδιασμό των υψηλών ανάγλυφων σε γυψομάρμαρο, που εκτείνονται και στους δύο πλευρικούς τοίχους του κυρίου κλίτους, ακριβώς πάνω από τις εισόδους στα παρεκκλήσια και κάτω από τον μεγαλειώδη θριγκό του ναού.

Άλλα έργα τέχνης στην εκκλησία περιλαμβάνουν ένα τεράστιο γύψινο άγαλμα του Αγίου Ιγνατίου από τον Καμίλλο Ρουσκόνι (1728). Ένα παρεκκλήσιο κρατά ένα υάλινο φέρετρο με ένα πορτρέτο του καρδινάλιου Μπελαρμίνο (απεβίωσε το 1621). 

Τοιχογραφίες του Aντρέα Πότσο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο «θόλος» του Σαντ'Ινιάτσιο.
Η ζωγραφισμένη οροφή του Aντρέα Πότσο με αρχιτεκτονική οπτικής απάτης.

Ο Aντρέα Πότσο, ένας κοσμικός αδελφός Ιησουίτης, ζωγράφισε τη μεγαλειώδη τοιχογραφία που απλώνεται στην οροφή του κυρίου κλίτους (μετά το 1685). Εορτάζει το έργο του Αγίου Ιγνατίου και της Εταιρείας του Ιησού στον κόσμο, παρουσιάζοντας τον άγιο που υποδέχεται στον παράδεισο ο Χριστός και η Παναγία και περιβάλλεται από αλληγορικές παραστάσεις και των τεσσάρων ηπείρων. Ο Πότσο εργάστηκε για να ανοίξει, ακόμη και να διαλύσει την πραγματική επιφάνεια του θόλου του ναού με ψευδαισθήσεις, οργανώνοντας μία προοπτική προβολή, για να κάνει έναν παρατηρητή να δει έναν τεράστιο και υψηλό τρούλο (κάποιου είδους), ανοικτό στον φωτεινό ουρανό και γεμάτο με ανοδικές αιωρούμενες μορφές. Ένας κυκλικό μάρμαρο τοποθετημένο στη μέση του δαπέδου του κυρίου κλίτους σηματοδοτεί το ιδανικό σημείο, από το οποίο οι παρατηρητές θα μπορούσαν να δουν με ακρίβεια την ψευδαίσθηση. Ένας δεύτερο σημάδι στο δάπεδο του κυρίου κλίτους πιο ανατολικά παρέχει το ιδανικό πλεονέκτημα για τη ζωγραφική οπτικής απάτης σε καμβά, που καλύπτει τη διασταύρωση του κύριου με το εγκάρσιο κλίτος και απεικονίζει έναν υψηλό, ραβδωτό και καλυμμένο θόλο. Ο τρούλος που περιμένει κανείς να δει εδώ, δεν κτίστηκε ποτέ και στη θέση του, το 1685, ο Aντρέα Πότσο παρείχε έναν πίνακα σε καμβά με μία προοπτική προβολή ενός θόλου. Ο πίνακας που καταστράφηκε το 1891, αντικαταστάθηκε στη συνέχεια. Ο Πότσο τοιχογράφησε επίσης τα μετάλλια στη διασταύρωση με μορφές της Παλαιάς Διαθήκης: της Ιουδήθ, του Δαβίδ, του Σαμψών και της Ιαήλ.[10]

Ο Πότσο ζωγράφισε επίσης τις τοιχογραφίες στην ανατολική αψίδα, που απεικονίζουν τη ζωή και την αποθέωση του Αγίου Ιγνατίου.[3] Η Πολιορκία της Παμπλόνα στο ψηλό πλαίσιο στα αριστερά θυμίζει τον τραυματισμό του Ιγνάτιου, που οδήγησε στην ανάρρωση, η οποία άλλαξε τη ζωή του. Το πλαίσιο επάνω από τον υψηλό βωμό, το Όραμα του Αγίου Ιγνατίου στο παρεκκλήσιο της Λα Στόρτα, θυμίζει το όραμα, που έδωσε στον άγιο τη θεϊκή του κλήση. Ο Άγιος Ιγνάτιος στέλνει τον Άγιο Φραγκίσκο Ξαβιέρ στην Ινδία προάλει το επιθετικό ιεραποστολικό έργο των Ιησουιτών σε ξένες χώρες, και τέλος, ο Άγιος Ιγνάτιος που δέχεται τον Φραγκίσκο Βοργία αναφέρεται στη στρατολόγηση του Ισπανού ευγενή, που θα γινόταν στρατηγός της Εταιρείας των Ιησουιτών. Ο Πότσο είναι επίσης υπεύθυνος για την τοιχογραφία στην κόγχη, που απεικονίζει τον Άγιο Ιγνάτιο να θεραπεύει τον λοιμό.

Παρεκκλήσια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο του Πάπα Γρηγορίου ΙΕ΄ και του καρδιναλίου Λουντοβίζι (π. 1709-14) από τον Λε Γκρο.

Το πρώτο παρεκκλήσιο στα δεξιά έχει ένα βωμό του 18ου αι., που δείχνει τους Αγίους Στανίσλαους Κότσκα και Ιωάννη-Φραγκίσκο Ρέγκις να λατρεύουν την Παναγία και το Παιδί. Το δεύτερο παρεκκλήσιο έχει ένα βωμό, που απεικονίζει τον Άγιο Ιωσήφ και την Παναγία και ένα οβάλ πίνακα (lunette) στον δεξιό τοίχο, που απεικονίζει την Τελευταία Κοινωνία του Αγίου Λουίτζι Γκονζάγκα, και τα δύο ζωγραφισμένα από τον Φραντσέσκο Τρεβιζάνι (1656–1746). Ο τρούλος ζωγραφίστηκε από τον Λουίτζι Γκάρτσι. Το τρίτο παρεκκλήσιο έχει ένα βωμό του 18ου αι. με την Παρουσίαση της Θεοτόκου στο Ναό από τον Στέφανο Πότσι.

Το παρεκκλήσιο στο δεξί εγκάρσιο τμήμα, αφιερωμένο στον Άγιο Aλοΰσιους Γκοντσάγκα, έχει ένα μεγάλο μαρμάρινο ανάγλυφο, που απεικονίζει τον Άγιο Aόΰσιους Γκοντσάγκα εν δόξη[11] (1697–99) του Γάλλου γλύπτη Πιέρ Λε Γκρο. Ο Αντρέα Πότσο ζωγράφισε την οροφή, που δείχνει επίσης τη Δόξα του Αγίου. Θαμμένος στον πλαϊνό βωμό δίπλα στον Γκοντσάγκα είναι ο καρδινάλιος Άγ. Ρόμπερτ Μπελαρμίνε.

Το παρεκκλήσιο στο αριστερό κλίτος φιλοξενεί τα λείψανα του Αγίου Ιωάννη Μπέρχμανς.

Το παρεκκλήσιο ακριβώς δεξιά από το πρεσβυτέριο (ie ιερό) της εκκλησίας (στη νοτιοανατολική γωνία) στεγάζει τα ταφικά μνημεία του πάπα Γρηγορίου ΙΕ΄ και του ανιψιού του, καρδινάλιου Λουντοβίζι, του ιδρυτή της εκκλησίας. Ο Πιέρ Λε Γκρο σχεδίασε το μνημείο και το μεγαλύτερο μέρος του το εκτέλεσε ο ίδιος π. 1709–14, με εξαίρεση τις δύο ιπτάμενες προσωποποιήσεις της Φήμης, που είναι του Πιέρ-Ετιέν Μονό.

Το παρεκκλήσιο στο αριστερό εγκάρσιο τμήμα έχει ένα μαρμάρινο βωμό του Ευαγγελισμού του Φίλιππο Ντέλα Βάλε, με αλληγορικές φιγούρες και αγγέλους (1649) του Πιέτρο Μπράτσι, και μια νωπογραφία στην οροφή με την Κοίμηση του Πότζο. Το δεύτερο και το πρώτο παρεκκλήσιο στα αριστερά έχουν πίνακες του Ιησουίτη Πιέρ ντε Λάτρε, ο οποίος έκανε και τους πίνακες στο σκευοφυλάκιο (ie πρόθεση).[12]

Κατάλογος καρδιναλίων διακόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η θέση του καρδινάλιου διακόνου του Σαντ Ινιάτσιο ντι Λογιόλα α Κάμπο Μάρτσιο ιδρύθηκε στις 28 Ιουνίου 1991. [13] Οι καρδινάλιοι που ανέλαβαν είναι:

  • Πάολο Ντάτσα, SJ (28 Ιουνίου 1991 – 17 Δεκεμβρίου 1999)
  • Ρομπέρτο Τούκι, SJ (21 Φεβρουαρίου 2001 — 12 Φεβρουαρίου 2011· ως καρδινάλιος ιερέας 21 Φεβρουαρίου 2011 — 14 Απριλίου 2015 †)
  • Λουίς Φραντσίσκο Λαντάρια Φέρερ, SJ (28 Ιουνίου 2018 -)

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κατηγορία:Τάφοι στο Sant'Ignazio, Ρώμη
  • Εκκλησίες της Ρώμης
  • Αναμόρφωση
  • Ginepro Cocchi
  • Κατάλογος Ιησουιτών τοποθεσιών

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 dati.beniculturali.it.
  2. Ανακτήθηκε στις 6  Ιανουαρίου 2021.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Society of Jesus. «Official Website of the Church of St Ignatius of Loyola at Campus Martius». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Δεκεμβρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2009. 
  4. O'Malley, John (1993). The First Jesuits. Cambridge: Harvard University Press. σελ. 366. ISBN 978-0-674-30313-3. 
  5. 5,0 5,1 Bailey, Gauvin (2003). «Jesuit Teaching and a Brief History of the Roman Collegiate Institutions». Between Renaissance and Baroque. Toronto: University of Toronto Press. σελ. 112. ISBN 0-8020-3721-6. The Collegio was set back on its feet by Gregory XIII (1573-85), a pope for whom education was a primary concern (...). Gregory reluctantly agreed to be called 'founder' of the college, a title offered in acknowledgment of his generosity, even though he thought it more properly belonged to the Marchesa della Valle. (...) 
  6. Valone, C. (2003-07-16). «Architecture as a public voice for women in sixteenth-century Rome». Renaissance Studies (Blackwell Publishing Ltd) 15 (3): 301–327. doi:10.1111/1477-4658.00372. 
  7. Bailey. p 112.
  8. Bailey, Gauvin (2003). «The Jesuit Collegiate Foundations of the Collegio Romano, the Seminario Romano, and the German-Hungarian College». Between Renaissance and Baroque. Toronto: University of Toronto Press. σελίδες 115–121. ISBN 0-8020-3721-6. 
  9. The present façade stands where the Roman aqueduct Acqua Vergine once stood, flowing down in a cascade to Imperial Rome.
  10. L. Montalto, "Andrea Pozzo nella chiesa di Sant'Ignazio al Collegio Romano," Studi romani 6 (1958): 668–679.
  11. St. Aloyzius Gonzaga in Glory
  12. Levy, Evonne (2004). Propaganda and the Jesuit Baroque. Berkeley: University of California Press. σελ. 287. ISBN 0-520-23357-3. 
  13. David M. Cheney, Catholic-Hierarchy: Cardinal Deacons of S. Ignazio Accessed: 03/12/2016.