Εκκλησία Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 45°26′07″N 12°20′41″E / 45.4354°N 12.3448°E / 45.4354; 12.3448

Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων
chiesa di San Giorgio dei Greci
Chiesa di S.Giorgio dei Greci.jpg
Ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci) της Βενετίας
Είδοςεκκλησία
Αρχιτεκτονικήαναγεννησιακή αρχιτεκτονική
Γεωγραφικές συντεταγμένες45°26′7″N 12°20′41″E
ΘρήσκευμαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Θρησκευτική υπαγωγήΙερά Μητρόπολις Ιταλίας και Μελίτης
Διοικητική υπαγωγήΒενετία
ΧώραΙταλία
Έναρξη κατασκευής1536[1]
Ολοκλήρωση1561
ΙδιοκτήτηςΕλληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στη Βενετία
Υλικάπέτρα
ΑρχιτέκτοναςΣάντε Λομπάρντο
Commons page Πολυμέσα

Ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci) είναι ορθόδοξη εκκλησία της Βενετίας, στη συνοικία Καστέλο. Είναι ο παλαιότερος και πιο ιστορικός ορθόδοξος ναός της διασποράς. Η κατασκευή του έγινε δυνατή χάρη στις συνεισφορές των Ορθόδοξων Ελλήνων της Βενετίας και των Ελλήνων ναυτικών που περνούσαν από την πόλη. Στην εκκλησία δόθηκε από τους Ενετούς το προσωνύμιο «των Ελλήνων» (dei Greci) λόγω της ελληνικής γλώσσας και του βυζαντινού τυπικού που ακολουθεί.

Τον Νοέμβριο του 1991, με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η εκκλησία έγινε ο καθεδρικός ναός της Ιεράς Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης των εμπορικών ναυτικών οδών και των κτήσεων της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας[2]

Η Βενετία είχε πάντοτε παρουσία και επαφές με χριστιανούς από τα Βαλκάνια και άλλους χριστιανούς της Ανατολής που ακολουθούσαν το βυζαντινό τυπικό, καθώς ήταν εμπορικό λιμάνι σε συνεχή επαφή με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 1081 οι Ενετοί δεσμεύτηκαν να βοηθήσουν τους Έλληνες εναντίον των Νορμανδών του Ροβέρτου Γυισκάρδου, ο οποίος ετοιμαζόταν να επιτεθεί στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Σε αντάλλαγμα, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός υποσχέθηκε, και το 1082 παραχώρησε, προνόμια στους Ενετούς εμπόρους έναντι όλων των άλλων, με αποτέλεσμα ο Ροβέρτος Γυισκάρδος να ηττηθεί από τον στόλο του Δόγη Ντομένικο Σέλβο.

Το σύμφωνο μεταξύ του αυτοκράτορα και του Δόγη ήταν θεμελιώδους σημασίας για την Βενετική Δημοκρατία, καθώς σηματοδότησε την αρχή της πολιτικής, στρατιωτικής και εμπορικής της κυριαρχίας στην Εγγύς Ανατολή, όπου μπορούσαν να πλέουν τα πλοία της. Μετά το 1092 ξεκίνησε μια μεταναστευτική ροή Ενετών εμπόρων προς την Κωνσταντινούπολη, ενώ πολλοί Έλληνες έμποροι πήγαν στην Βενετία.

Κατά την Δ' Σταυροφορία (1204), οι Ενετοί κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, (την δυτική ακτή της Ελλάδας, τον Μοριά, την Νάξο, την Άνδρο, την Εύβοια, την Καλλίπολη, την Αδριανούπολη και τα θρακικά λιμάνια στην Θάλασσα του Μαρμαρά), γεγονός που διευκόλυνε την μετακίνηση των Ελλήνων από αυτά τα εδάφη. Αυτοί απασχολούνταν κυρίως στην ναυσιπλοΐα και το εμπόριο, καθώς και σε διάφορα άλλα επαγγέλματα.

15ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις αρχές του 14ου αιώνα, καθώς αυξανόταν η οθωμανική απειλή, πολλοί Ορθόδοξοι Έλληνες αναγκάζονταν να καταφύγουν στη Βενετία. Αυτοί προσεύχονταν στην εκκλησία του Σαν Τζιοβάνι της Μπράγορα, όπου ο παπα-Μιχάλης, γιος του Κοσμά από την Εύβοια, λειτουργούσε με το βυζαντινό τυπικό. Τον Απρίλιο του 1412, το Συμβούλιο των Δέκα έστειλε την υπόθεσή του στον ανακριτή αιρέσεων, ο οποίος καταδίκασε τον ιερέα σε εξορία. Ένα μήνα αργότερα, το ίδιο Συμβούλιο ακύρωσε την ποινή του εκκλησιαστικού δικαστή, υποχρεώνοντας όμως τον ιερέα να σταματήσει την άσκηση των ιερυργιών υπό την θανατική ποινή. Το 1430, ο παπα-Μιχάλης, ο οποίος συνέχισε να λειτουργεί κατά το βυζαντινό τυπικό στην ενορία του Αγίου Μαρτίνου, καταδικάστηκε σε πενταετή εξορία και απελάθηκε από την Βενετία. Την ίδια χρονιά, το Συμβούλιο των Δέκα απαγόρευσε σε δύο άλλους Έλληνες κληρικούς να ιερουργήσουν στην Βενετία και αποφάσισαν να καταστρέψουν το παρεκκλήσι που είχε χτιστεί στο σπίτι του Δημητρίου Φιλομάτη, όπου οι Έλληνες συγκεντρώνονταν για να τελέσουν την ορθόδοξη λατρεία[3].

Παπική βούλα του 1439 για την Ένωση των Εκκλησιών, σε δύο γλώσσες, με την υπογραφή του βυζαντινού αυτοκράτορα

Το 1445, αμέσως μετά τη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1439), ο Πάπας Ευγένιος Δ΄ διέταξε τον επίσκοπο του Καστέλλο, Lorenzo Giustiniani, να επιτρέψει στους Έλληνες ιερείς να τελούν την Ευχαριστία χωρίς εμπόδια, κατά το βυζαντινό τυπικό, τόσο στην εκκλησία του Αγίου Βλασίου (San Biagio), όσο και αλλού[3]. Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1453, η φυγή Ελλήνων προς την Βενετία αυξήθηκε περαιτέρω και ο αριθμός των προσφύγων αυξανόταν όσο επεκτεινόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να γίνουν η πιο σημαντική ξένη πληθυσμιακή ομάδα στην πρωτεύουσα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Έτσι, το 1479, ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων αριθμούσε περί τους 4.000 άτομα[4], ενώ ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης υπολογιζόταν στους 150.000 ψυχές[5].

Με την αύξηση του πληθυσμού των Ελλήνων, μεγάλωσαν και οι ανάγκες τέλεσης λατρείας με το βυζαντινό τυπικό, η οποία ως τότε τελούνταν μόνο στη μικρή εκκλησία του San Biagio, η οποία ήταν συγχρόνως και λατινική εκκλησία. Έτσι, οι Έλληνες ζήτησαν από την Γαληνοτάτη και τον Πάπα να τους δοθεί άδεια να χτίσουν μια εκκλησία, στην οποία θα λειτουργούσαν σύμφωνα με τα ανατολικά έθιμα[3]. Οι Έλληνες τότε δεν θεωρούνταν πλέον σχισματικοί, αλλά ενωμένοι με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, οι οποίοι απλώς ασκούσαν την λατρεία σύμφωνα με το βυζαντινό τυπικό[6].

Ο ναός του Αγίου Βλασίου στη Βενετία

Στις 18 Ιουνίου 1456 η Βενετική Γερουσία χορήγησε τη σχετική άδεια και άρχισε η κατασκευή της εκκλησίας[4]. Όταν όμως οι Ενετοί συνειδητοποίησαν ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων σκόπευαν να παραμείνουν Ορθόδοξοι και δεν αποδέχθηκαν την ένωση με την Καθολική Εκκλησία, σταμάτησαν την κατασκευή της εκκλησίας και περιόρισαν τις θρησκευτικές τους λειτουργίες μόνο στην εκκλησία του San Biagio, δίνοντάς τους μόνο χώρο μέσα σε αυτήν[6]. Οι προσπάθειες των Ελλήνων, οι οποίοι δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν παραχωρήσεις ούτε στον Πάπα ούτε στον Πατριάρχη της Βενετίας, συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια, χωρίς αποτέλεσμα[4]. Επιπλέον, με διάταγμα του Συμβουλίου των Δέκα, της 28ης Μαρτίου 1470, οι Έλληνες χαρακτηρίστηκαν «αιρετικοί βυζαντινού τυπικού» (sectatores grece heresis) και «σχισματικοί»[6].

Στις 28 Νοεμβρίου 1498 οι Έλληνες προσπάθησαν ξανά και υπέβαλαν αίτηση στο Συμβούλιο των Δέκα για την ίδρυση μιας Σχολής («Αδελφότητα Ορθόδοξων Ελλήνων ή Ελληνικού Έθνους») με προστάτη τον Άγιο Νικόλαο και έδρα την εκκλησία του Αγίου Βλασίου[7], η οποία θα βοηθούσε τα μέλη της κοινότητας. Το αίτημα εγκρίθηκε αυθημερόν και το καταστατικό καταρτίστηκε αμέσως και εγκρίθηκε από τις ενετικές αρχές. Επιτράπηκε επίσης να εκλέξουν δικούς τους ιερείς. Ωστόσο, το πρόβλημα του χώρου παρέμεινε άλυτο[4].

16ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 16ου αιώνα οι Έλληνες αναβίωσαν το ζήτημα του χώρου για άσκηση λατρείας. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε και η επιρροή των Ελλήνων στρατιωτών (Stratioti), οι οποίοι, λόγω της μεγάλης συμβολής τους στους πολέμους της Βενετίας εναντίον των Οθωμανών, απολάμβαναν μεγάλου σεβασμού από τις αρχές[6]. Με αίτηση που υπέβαλαν οι Έλληνες στο Συμβούλιο των Δέκα στις 4 Οκτωβρίου 1511, ζήτησαν άδεια να αγοράσουν μια οικοδομήσιμη γη, προκειμένου να χτίσουν μια εκκλησία αφιερωμένη στον προστάτη τους Άγιο Γεώργιο. Το αίτημα έγινε αποδεκτό, αλλά η τελική έγκριση δόθηκε από τον Δόγη στις 30 Απριλίου 1514, αφού επιβεβαιώθηκε η αγορά της γης[4]. Οι Έλληνες έλαβαν άδεια να χτίσουν μια εκκλησία με καμπαναριό και ένα νεκροταφείο, με την υποχρέωση να καταβάλλουν ετησίως εισφορά πέντε κιλών λευκού κεριού, η οποία ωστόσο ούτε καταβλήθηκε ούτε ζητήθηκε ποτέ[8].

Στις 3 Ιουνίου 1514, ο Πάπας Λέων Ι΄ με επιστολή του επιβεβαίωσε την συγκατάθεσή του για την κατασκευή από τους Έλληνες δικής τους εκκλησίας με καμπαναριό και την διαμόρφωση νεκροταφείου[6]. Αργότερα οι Έλληνες κατάφεραν να πετύχουν την έκδοση βούλας από τον Πάπα Κλήμη Ζ΄ (1523-1534), με την οποία τους παραχωρήθηκε το προνόμιο να μην υπόκεινται στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη Βενετίας[4].

Στις 3 Απριλίου 1514[9], οι Έλληνες όρισαν εκπροσώπους τους τον Θεόδωρο Παλαιολόγο του Μυστρά[α] (αρχηγό των stratioti), Andrea de Zeta από τα Σέρβια, Paolo Coressi από την Κωνσταντινούπολη και Matteo Barelli από την Κέρκυρα. Αυτοί αγόρασαν ένα οικόπεδο στις 27 Σεπτεμβρίου 1526 από τον Signor Pietro Contarini di Agostino από το Λονδίνο, πληρώνοντας 2.168 δουκάτα[8].

Αφού έλαβαν την έγκριση του Συμβουλίου των Δέκα και αφού προσέφεραν αυθόρμητα 500 δουκάτα στην Γερουσία, άρχισαν να χτίζουν μια εκκλησία και μερικά κελιά για τους ιερείς, και στις 13 Μαρτίου 1527, πρώτη ημέρα της Σαρακοστής, τελέστηκε η πρώτη Θεία Λειτουργία από τον πρώτο προεστό (στη συνέχεια εκλεγμένο) Ιωάννη Αυγερινό από την Κεφαλονιά[11]. Η εκκλησία, ωστόσο, δεν ήταν αυτό που βλέπουμε σήμερα. Αρχικά χτίστηκε προσωρινός ναός, για να μπορέσουν να αφήσουν τον Άγιο Βλάσιο και να μπορέσουν να συλλέξουν από φόρο σε όλα τα πλοία που ερχόταν από Ορθόδοξες περιοχές και εισφορές των συμπατριωτών ό,τι χρειαζόταν για το κτίσιμο μιας καλύτερης και μεγαλύτερης εκκλησίας. Έτσι, το 1536 κτίστηκε ένα απλό ξύλινο κτίριο σύμφωνα με τις προδιαγραφές της ορθόδοξης ναοδομίας, με την αψίδα στα ανατολικά. Και την 1η Νοεμβρίου 1539, κατά τη διοίκηση του Μάρκου Σαμαριάρη από την Ζάκυνθο, τέθηκε με επισημότητα ο θεμέλιος λίθος του νέου ναού[11].

Κατά τη μακρά περίοδο από τις αρχές του 14ου αιώνα έως το 1577, έτος κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η σημερινή εκκλησία, προέκυπταν διαφωνίες εντός της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών, με αποτέλεσμα στις 6 Μαρτίου 1542 ο Πάπας Παύλος Γ΄ να αντιδράσει θέτοντας ξανά σε ισχύ το διάταγμα του 1534, το οποίο προέβλεπε ότι οι Έλληνες ιερείς θα εγκρίνονταν από τον Λατίνο Πατριάρχη της Βενετίας. Το 1546, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Β΄ (1546-1555) απέστειλε ως έξαρχο στην Βενετία και τη Ρώμη τον Μητροπολίτη Καισαρείας Μητροφάνη, προκειμένου να επιλύσει τις αντιπαραθέσεις που προέκυψαν στην ελληνική κοινότητα της Βενετίας. Όταν η «ελληνική υπόθεση» έμοιαζε να τελειώνει, ο ίδιος ο Παύλος Γ΄ άλλαξε την απόφασή του και στις 22 Ιουνίου 1549 αναβίωσε την βούλα του Πάπα Λέοντα Ι΄ που έδινε στους Έλληνες ελευθερία λατρείας[12].

Το 1564 ο Πάπας Πίος Δ΄ ακύρωσε όλα τα προνόμια που παραχώρησαν οι προκάτοχοί του (Λέων Ι΄, Κλήμης Ζ΄ και Παύλος Γ΄) στους Έλληνες της Βενετίας. Το 1573 ιδρύθηκε η «Εκκλησία για τη μεταρρύθμιση των Ελλήνων που ζουν στην Ιταλία» και τρία χρόνια αργότερα (1576) άνοιξε το Ελληνικό Κολλέγιο της Ρώμης[13].

Μητροπολίτες Φιλαδελφείας στην Βενετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βενετία έγινε έδρα Μητροπολίτη που έφερε τον τίτλο της Φιλαδέλφειας της Λυδίας. Καθ'όλη την ιστορία της, ειδικά την πιο πρόσφατη, η ελληνόφωνη κοινότητα που ακολουθούσε το βυζαντινό τυπικό ταλαντευόταν ανάμεσα στον πειρασμό να ακολουθήσει τις ενωτικές αποφάσεις της Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας (1431-1445) και του να ισχυροποιήσει τους δεσμούς της με την Ορθοδοξία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Γαβριήλ Σεβήρος

Μετά από μερικούς προεστούς, που είχαν ήδη περάσει από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, έφτασε στη Βενετία το 1572 ο ιερέας Γαβριήλ Σεβήρος (από την Μονεμβασιά, † 1616), ο οποίος το 1577 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Φιλαδελφείας και έγινε ο πνευματικός αρχηγός των Ελλήνων Ορθοδόξων της Βενετίας, υποχρεωμένος από την Γαληνοτάτη να παραμένει στη Βενετία[14].

Μεταξύ των ετών 1579-1591 προέκυψε διαμάχη μεταξύ του Σεβήρου και του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμία Β΄. Ο τελευταίος, για να περιορίσει την εξουσία του Μητροπολίτη Φιλαδελφείας, εξέδωσε το 1579 σιγίλιο, με το οποίο ανακήρυξε τον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων πατριαρχικό σταυροπήγιο, εξαρτώμενο απευθείας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως καθώς και μια επιστολή το 1591, με την οποία απειλούσε τον Σεβήρο με καθαίρεση, εάν δεν επιστρέψει στην έδρα του στην Μικρά Ασία εντός έξι μηνών. Στο τέλος, και τα δύο προβλήματα επιλύθηκαν χάρη στην αντίθεση της Ελληνικής Αδελφότητας (1583) σχετικά με το σταυροπήγιο και την παρέμβαση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας που υποστήριξε την παραμονή του Μητροπολίτη στην Βενετία[15]. Έτσι οριστικοποιήθηκε η εγκατάσταση του Μητροπολίτη Φιλαδελφείας στην πόλη της λιμνοθάλασσας. Έκτοτε οι Μητροπολίτες έφεραν τον τίτλο του εξάρχου, λεγάτοι και πατριαρχικοί βικάριοι. Στην πνευματική τους δικαιοδοσία εντάχθηκαν επίσης οι υπερπόντιες Ορθόδοξες Εκκλησίες, δηλαδή εκείνες των νησιών του Ιονίου, της Δαλματίας και της Ίστριας[16].

Από τον διάδοχο του Σεβήρου και μετέπειτα, οι Μητροπολίτες εκλέγονταν από την Γενική Συνέλευση της Αδελφότητας[16], διατηρούσαν τον τίτλο του «Φιλαδελφείας» και εξαρτώνταν άμεσα από την Μητρόπολη Φιλαδελφείας στη Μικρά Ασία, χωρίς να αναγνωρίζουν την εξουσία του Πάπα[4]. Για την Βενετία, η εγκαταβίωση του Μητροπολίτη Φιλαδελφείας στην πρωτεύουσα δεν σήμαινε την εισαγωγή κάποιας καινοτομίας στην εκκλησιαστική κατάσταση των Ελλήνων. Σύμφωνα με την Γαληνοτάτη, ο Μητροπολίτης δεν ήταν «δεύτερος» επίσκοπος στη Βενετία, όπως ισχυριζόταν η Αγία Έδρα, αλλά θρησκευτικός ηγέτης των Ελλήνων Ορθόδοξων υπηκόων της[17].

Ο Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων και η Φλαγγίνειος Σχολή (αριστερά), 17ος-18ος αιώνας

18ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αδελφότητα των Ελλήνων Ορθόδοξων ακολούθησε την τύχη της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Με την άφιξη των στρατευμάτων του Ναπολέοντα και μετά την πτώση της Βενετίας (1797), η παρακμή της κοινότητας ήταν αναπόφευκτη. Κατασχέθηκαν οι τραπεζικές της καταθέσεις, όπως και τα πολύτιμα εκκλησιαστικά της σκεύη και έπιπλα. οι Έλληνες της Αδελφότητας αναζήτησαν νέες πατρίδες σε άλλα εμπορικά κέντρα της Ιταλίας (Τεργέστη, Λιβόρνο κ.λπ.) ή επέστρεψαν στην Ελλάδα, επιταχύνοντας την παρακμή της ελληνικής παροικίας της Βενετίας και το τέλος του θεσμού του Μητροπολίτη Φιλαδελφείας, ο οποίος θεωρούνταν πολύ σημαντικός στον ελληνικό κόσμο της εποχής[4]. Το 1798, ο τίτλος της Φιλαδελφείας επέστρεψε στην παλιά του έδρα στην Μικρά Ασία. Έκτοτε, η Ελληνική Ομογένεια της Βενετίας συνέχισε να εκλέγει τους προεστούς του ναού του Αγίου Γεωργίου[18].

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η Αδελφότητα είχε μόνο 30 μέλη, αλλά διατηρούσε ακόμη σημαντικό μέρος της κινητής και ακίνητης περιουσίας της. Σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή οι διπλωματικές προσπάθειες της Ελλάδας και της Ιταλίας και η αποφασιστικότητα των τελευταίων μελών της Αδελφότητας κατάφεραν να σώσουν όχι μόνο την περιουσία, αλλά και την πολιτιστική της κληρονομιά[4].

Τον Νοέμβριο του 1991, με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ιδρύθηκε η Ιερά Μητρόπολις Ιταλίας και Μελίτης και ενθρονίστηκε ο πρώτος μητροπολίτης της[4]. Ο ναός ορίστηκε έδρα της.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εσωτερικό του ναού

Η κατασκευή του κτηρίου, σε ύφος υστεροαναγεννησιακό, ξεκίνησε το 1536[19] με βάση σχέδια του Sante Lombardo και τα έργα συνεχίστηκαν μετά το 1548 υπό την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα Giannantonio Ciona (από την Ciona, ένα χωριουδάκι της Carona) και ολοκληρώθηκαν το 1561. Το εξωτερικό ολοκληρώθηκε το 1571 με την κατασκευή του τρούλου.

Εσωτερικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εσωτερικό αποτελείται από ένα κλίτος και καλύπτεται με τοιχογραφίες, έργα του Giovanni di Cipro, με ξύλινα στασίδια χορών δύο επιπέδων (που χρονολογούνται από την περίοδο μεταξύ 1574 και 1577) κατά μήκος των πλευρικών τοιχωμάτων και έναν άμβωνα του Giovanni Grapiglia από το 1597. Μπροστά από τον άμβωνα υπάρχει ένα πρώιμο έργο του αρχιτέκτονα Baldassare Longhena, το κενοτάφιο του Γαβριήλ Σεβήρου, Μητροπολίτη Φιλαδέλφειας, ο οποίος πέθανε το 1616. Στο εσωτερικό του ναού υπάρχει μαρμάρινη πλάκα με επιγραφή του 1564 στα ελληνικά που αναφέρει ότι ο ναός αφιερώθηκε στον Χριστό και τον Άγιο Γεώργιο από τους Έλληνες που μετοικούσαν στη Βενετία («τους αεί καταίροντας Ενετίαζε των Ελλήνων»[20]).

Το τέμπλο χαρακτηρίζεται από μαρμάρινες διακοσμήσεις και πίνακες ζωγραφικής του Μιχαήλ Δαμασκηνού που απεικονίζουν διάφορους αγίους και, στο επιστύλιο, το Δωδεκάορτο. Η διακόσμηση του τέμπλου ολοκληρώνεται από έναν βυζαντινό Χριστό Παντοκράτορα, ανωνύμου καλλιτέχνη, που χρονολογείται στα τέλη του 14ου αιώνα και βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα, καθώς και μια σειρά από πίνακες της Ελληνικής Σχολής του δέκατου όγδοου αιώνα στις πλευρές και κατά μήκος των πυλώνων. Στο ιερό υπάρχει επίσης μια τοιχογραφία του Μιχαήλ Δαμασκηνού (Απόστολοι και Έλληνες Άγιοι), στην μικρή αψίδα πάνω από την αγία τράπεζα, ενώ η αψίδα καλύπτεται από ψηφιδωτά των αρχών του 17ου αιώνα. Υπάρχουν επίσης πολλά άλλα εικαστικά έργα: Ανάληψη του Ιωάννη Κύπριου (Giovanni Ciprioto), ο Μυστικός Δείπνος του κρητικού Benedetto Emporios και η Ανάληψη του Μιχαήλ Δαμασκηνού. Ο Εμμανουήλ Τζάνες φιλοτέχνησε τις τοιχογραφίες των Αγίων Συμεών και Αλυπίου, των ερημιτών. Στον θόλο της εκκλησίας υπάρχει τοιχογραφία της Κρίσεως (1589-93) από τον Ιωάννη τον Κύπριο υπό την επίβλεψη του Τιντορέττο[21].

Μεταξύ των θησαυρών του ναού είναι τρεις εικόνες που έφερε μαζί της στην Ιταλία η Άννα Νοταρά, κόρη του Λουκά Νοταρά και τελευταία μεγάλη δούκισσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πριν από το 1453 και αργότερα έδωσε στην Scuola de San Nicolò dei Greci για φύλαξη μέχρι να μπορέσει να οικοδομηθεί ορθόδοξος ναός. Αυτές είναι: ο Χριστός Ένδοξος, που περιβάλλεται από σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών και τους 12 Αποστόλους, μία με τον Χριστό Παντοκράτορα και μία της Παναγίας Οδηγήτριας[22]. Στους τοίχους του παρεκκλησίου υπάρχει εικόνα της Παναγίας με ασημένια επένδυση, η οποία μεταφέρθηκε στη Βενετία από την Κωνσταντινούπολη μετά την Άλωση. Το έργο χρονολογείται από τον 13ο-14ο αιώνα και είναι η παλαιότερη εικόνα που φυλάσσεται στον ναό.

Παράπλευρα κτήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κοντά στον ναό βρίσκεται η Φλαγγίνειος Σχολή, ένα ελληνικό σχολείο που σήμερα στεγάζει το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών. Στο κτήριο που βρίσκεται δίπλα στον ναό υπάρχει ένα μικρό μουσείο με ελληνοβυζαντινές εικόνες και ορθόδοξα άμφια, το οποίο ιδρύθηκε από την Σοφία Αντωνιάδη[23].

Καμπαναριό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καμπαναριό είναι χτισμένο χωριστά στο προαύλιο του ναού προς το Rio dei Greci και είναι έργο του Bernardo Ongarin. Χτίστηκε μεταξύ 1587 και 1603 και σήμερα παρουσιάζει έντονη κλίση λόγω καθίζησης των θεμελίων του που, σύμφωνα με τα χρονικά, ήταν ήδη υπό κατασκευή και πριν ολοκληρωθεί το καμπαναριό[19].

Προεστοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γεώργιος Τριβίσιος (* προ του 1423, † 1485) από την Κρήτη, εφημέριος του ναού (περί το 1464 ως μετά το 1482)[24]
  • Ιωάννης Ρώσσος (1480- )[25]
  • Μητροφάνης, Μητροπολίτης Καισαρείας (1546-1547)[14]
  • Παχώμιος Μακρής, επίσκοπος Κεφαλληνίας και Ζακύνθου[14]
  • Γαβριήλ Σεβήρος, ιερομόναχος, Μητροπολίτης Φιλαδελφείας από το 1577 (1572-1616)[14]
  • Θεοφάνης Ξενάκης, ιερέας και επιμελητής εκκλησιαστικών εκδόσεων (1617-1632)[16]
  • Νικόδημος Μεταξάς, αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας και Ζακύνθου (1632-1635)[16]
  • Αθανάσιος Βαλεριανός, επίσκοπος Κυθήρων (1635-1656)[16]
  • Μελέτιος Χορτάτσης εκ Κρήτης, ιερέας, μουσικός και συγγραφέας (1657-1677)[16]
  • Μεθόδιος, πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης (1677-1679)[16]
  • Γεράσιμος Βλάχος εκ Κρήτης, θεολόγος, φιλόλογος και φιλόσοφος (1679-1685)[16]
  • Μελέτιος Τυπάλδος, Μητροπολίτης (1685-1712)[26]
  • Pierantonio Muazzo (1741-1758)[27]
  • Spiridione Milia (1758-1761)[27]
  • Σωφρόνιος Κουτούβαλης, Αρχιεπίσκοπος Κεφαλληνίας και Ζακύνθου (1780-1790)[28]
  • Γεράσιμος Ζυγούρας (1790-1820)[28]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. istitutoellenico.org/complesso/chiesa/index.html.
  2. «Evoluzione storica dei domini veneziani». 
  3. 3,0 3,1 3,2 I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 103
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 4,4 4,5 4,6 4,7 4,8 4,9 Storia della comunità ortodossa στο: Istituto Ellenico
  5. I Greci a Venezia e la loro posizione religiosa nel XV secolo, Studio su documenti veneziani, σελ. 108
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 6,4 I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 104
  7. Lorenzetti, σελίδες 316-317.
  8. 8,0 8,1 Venezia e le sue lagune, τόμ. 1, σελ. 83
  9. Marino Sanuto, I Diarii, XX, σελ. 56
  10. Teodoro Paleologo, στο condottieridiventura.it
  11. 11,0 11,1 Venezia e le sue lagune, τόμ. 1, σελ. 84
  12. Storia dei Rapporti Roma Costantinopoli dal 1453 al 1958, σελ. 22
  13. I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 107
  14. 14,0 14,1 14,2 14,3 I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 105
  15. I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 109
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 16,5 16,6 16,7 I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 110
  17. I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 119
  18. I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 121
  19. 19,0 19,1 Istituto Ellenico di Studi Bizantini e Postbizantini di Venezia (επιμ.). «Chiesa e Campanile». istitutoellenico.org. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2015. 
  20. Χρύσα Μαλτέζου, «Οι Έλληνες μέτοικοι στη Βενετία μετά την Άλωση. Ταυτότητα και εθνική συνείδηση». Θησαυρίσματα, 35 (2005), σελ. 175. Επίσης στο Χρύσα Μαλτέζου, «Η Βενετία των Ελλήνων», Αθήνα, 1999, Εκδόσεις «Μίλητος», σελ. 7
  21. Αδαμοπούλου Μαίρη, άρθρο στην εφημερίδα «Τα Νέα», 9/3/2011.
  22. Nicol, Donald M. (1994). The Byzantine Lady: Ten Portraits, 1250–1500. Cambridge and New York: Cambridge University Press. σελίδες 108κ.ε. ISBN 0-521-45531-6. 
  23. Manousakas, Manousos (15 February 1972). ""The facts and issues: Sofia A. Antoniadis"". Nea Estia. 91: 269–271.
  24. I Greci a Venezia e la loro posizione religiosa nel XV secolo, Studio su documenti veneziani, σελ. 119
  25. I Greci a Venezia e la loro posizione religiosa nel XV secolo, Studio su documenti veneziani, σελ. 123
  26. I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 112
  27. 27,0 27,1 I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 117
  28. 28,0 28,1 I Greci a Venezia στο: Atti del Convegno internazionale di studio (Βενετία, 5-7 Νοεμβρίου 1998), σελ. 118

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Manno, Antonio (2004), στα «The Rizzoli Art Guides: The Treasures of Venice». 300 Park avenue South, New York, NY 10010: Rizzoli International Publications, σελίδες 256-257.
  • Mathieu Grenet, La fabrique communautaire. Les Grecs à Venise, Livourne et Marseille, 1770-1840, Αθήνα-Ρώμη, École française d'Athènes et École française de Rome, 2016 (ISBN 978-2-7283-1210-8)
  • Lorenzetti, Giulio (1974). Venezia e il suo estuario. Trieste: Edizioni Lint. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Chiesa di San Giorgio dei Greci της Ιταλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).


Σφάλμα αναφοράς: Υπάρχουν ετικέτες <ref> για κάποια ομάδα με το όνομα «lower-greek», αλλά δεν βρέθηκε καμία αντίστοιχη ετικέτα <references group="lower-greek"/>, ή λείπει η ετικέτα κλεισίματος </ref>